Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απλες ιστοριες διακοπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απλες ιστοριες διακοπων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Μαΐ 2006

ΤΟ ΠΑΡΤΥ


«Εκανα έκτρωση», είπε άχρωμα και κατέβασε το ακουστικό. «Και καλά έκανα», συνέχισε να μιλάει μέσα της, «άλλωστε δεν ξέρω τίνος είναι το παιδί». Θα ήθελε να ήταν δικό του, ένα όμορφο αποτέλεσμα μιας σχέσης θυελλώδους στο πανέμορφο ερωτικό νησί του Αιγαίου, μιας σχέσης που κράτησε όσο ένα τρελλό γαμήσι, τόσο σύντομης μα και τόσο περιεκτικής, ώστε να νοιώσει την επιτακτική ανάγκη να την κάνει πέρα αυτή τη σχέση που έδειχνε πως θα την υποδούλωνε εντελώς. Μόλις είχε πάρει διαζύγιο απο ένα σύντομο γάμο και ήθελε να γευτεί, να ποτιστεί απο ελευθερία, όχι να ξαναρχίσει τα ίδια και μάλιστα με την επιβάρυνση ενός παιδιού που δεν έφταιγε σε τίποτα να δει τον κόσμο μέσα απο αμφισβητούμενα συναισθήματα. Αλλωστε, δεν ήταν καθόλου ώριμη για μάνα -ακόμη. Για το παιδί, του το είχε πει στο τηλέφωνο, πως δηλαδή, η πιθανότητα να είναι δικό του ήταν μία προς τρεις.

Εκείνος, ένας νέος ηθοποιός περιστασιακός κομπάρσος ελληνικών ταινιών, έπαιζε το ρόλο της ζωής του όταν της δήλωνε πως δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η πατρότητα και πως αγαπούσε εκείνη και μέσω εκείνης θα αγαπούσε και το παιδί και πως όταν γεννιόταν θα έβλεπαν σε ποιον μοιάζει και και... Ελεγε κι έλεγε για να την πείσει να το κρατήσει, βλέποντας αυτό το αγέννητο παιδί σαν το σκοινί που θα την έδενε στο πλευρό του. Κι όμως, μπορούσε να την κρατήσει και με άλλο τρόπο. Αφήνοντάς την ελεύθερη, τονώνοντας την αυτοπεποίθησή της, δεχόμενος την ανάγκη της για ανεξαρτησία -περιστασιακή έστω. Αντί γι αυτό, την είχε αφήσει έρμαιο των ορέξεων των δυο συντρόφων του στο ταξίδι διακοπών, κοροϊδεύοντας τον εαυτό του πως ήταν μια ακόμα τυχούσα περιπετειούλα, πως δε σήμαινε γι αυτόν απολύτως τίποτα, πως θα την ξεχνούσε και θα συνέχιζε το δρόμο του προς τη δόξα και την καταξίωσή του μπροστά απο την κάμερα. Θυμήθηκε πολύ καλά, μπήγοντας τα νύχια στα μάγουλά του σα μανιάτισσα μοιρολογίστρα μετά την ψυχρή της ανακοίνωση περί έκτρωσης, θυμήθηκε τη νύχτα εκείνη που απολάμβανε τις ερωτικές κραυγές της στην αγκαλιά του φίλου του, περιμένοντας με αμηχανία έξω απο το παράθυρο του ενοικιαζόμενου δωματίου, στην αυλή με τη μουριά. Εμεινε να περιμένει μέχρι το ξημέρωμα καθιστός στο πέτρινο πεζούλι κι ύστερα έγειρε και τον πήρε ο ύπνος και ποιος ξέρει τι όνειρο έβλεπε όταν οι εραστές έφυγαν στα κλεφτά για να πάρουν το πρωϊνό τους στη μικρή πλατεία. Μόλις ξύπνησε, πιασμένος μετά το μισοξαπλωτό ύπνο στο μάρμαρο, έτρεξε να τους βρει. Εκείνη έλαμπε αλείφοντας βούτυρο και μέλι τις φέτες του σταρένιου ψωμιού και ρουφώντας γουλιά γουλιά το φρέσκο γάλα. Πόσο την ήθελε δική του εκείνη την ώρα! Αντί όμως να την πλησιάσει, να την αγγίξει, να της ψιθυρίσει κάτι όμορφο, άρχισε να πετάει σα βαρελότα πασχαλιάτικα ένα σωρό βρώμικες λέξεις, που εκτροχιάζονταν κι απομακρύνονταν σφυρίζοντας μετά την πρόσκρουση στο στεγανό περίβλημα της ακοής της. Με δυο λόγια, σημασία δεν του έδινε. Γραμμένο τον είχε. Θα της έδειχνε αυτός! Οταν γυρνούσαν στην πόλη τους θα της τηλεφωνούσε και θα την έλουζε κανονικά. Ε, ρε και νά 'ξερε τότε πως ο τρίτος της παρέας του, ο πλασιέ, είχε γευτεί πριν απο εκείνον το μυρωδάτο κορμί της! Δεν το ήξερε όμως και μάλλον ευτυχώς -για κείνην φυσικά.

Οταν έκλεισε το τηλέφωνο, η εικόνα του δεν έλεγε να φύγει απο το νου της. Δε θυμόταν τόσο το πρόσωπό του όσο την υπέροχη ψωλή του, τόσο απαλή και γλυκειά -η αφή και η γεύση κυριαρχούσαν. Και η φωνή του ήταν όμορφη, απαλή και γλυκειά, όταν δεν εξακόντιζε βρισιές. Ισως αν τον είχε δεχτεί πρώτον να έμενε και να γινόταν δούλα του εκπληκτικού του οργάνου ηδονής. Ευτυχώς όμως, για την επιτυχία του αγώνα της απεξάρτησής της απο τον άνδρα ως αφέντη, είχε προλάβει να γαμηθεί με τον πρώτο της παρέας των τριών νεαρών μόλις έφτασε στο δωμάτιο της μικρής αυλής. Εκείνος ήταν ένας ξανθόψειρας ψηλός και άχαρος κι εκείνη το έκανε μαζί του ακριβώς επειδή ένοιωθε σίγουρη πως ήταν αδύνατο να ερωτευτεί ένα παρόμοιο πλάσμα. Ενα κρυόπλαστο ήταν, ένα μαμόθρεφτο, που όταν έμπαινε μέσα της φώναζε «μαμά μου» και δώστου και άρμεγε άγαρμπα τα βυζάκια της τα στητά που δεινοπαθούσαν έτοιμα να πανιάσουν. Α, παπα, είχε αποφασίσει πως δε θα ξανάκανε έρωτα ώσπου να φύγει απο κει πέρα, μόνο παρέα, γιατί πώς να περάσει μια βδομάδα μόνη εντελώς...

Τους συνομήλικούς της νεαρούς τους είχε γνωρίσει στο πλοίο, έλυναν μαζί σταυρόλεξα κι έλεγαν ανέκδοτα πιπεράτα. Γελούσαν τρανταχτά όλοι μαζί ταυτόχρονα κι αυτό της άρεσε, την ξεκούραζε. Λίγο-πολύ είχε καθένας διηγηθεί ένα κομμάτι απο τη ζωή του, πώς κυλούσε τελευταία δηλαδή και τι περίμεναν απο αυτές τις διακοπές. Ο ξανθόψειρας ήταν πλασιέ σε μια εταιρεία και μόλις είχε χωρίσει απο μια κοπέλα που η μάνα του δε γουστάριζε. Ηθελε να μείνει μόνος και να σκεφτεί τις πιθανότητες που είχε για επανασύνδεση και γάμο χωρίς την έγκριση της μαμάς, πόσο άραγε θα μπορούσε να ζήσει χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τις παρεμβατικές συμβουλές της και πόσο η κοπέλα του θα άντεχε την ατμόσφαιρα κρεματορίου που είχε το σπίτι του, μια και, για την ώρα, δε γινόταν να μείνουν ξεχωριστά από τη μαμά. Ο δεύτερος ήταν ο πιο κοντός απο τους τρεις τους, με τη μεγαλύτερη γοητεία όμως. Κοίταζε παιχνιδιάρικα και γελούσε γενναιόδωρα. Μόλις είχε πληρωθεί για τη συμμετοχή του σε μια ταινία και ήταν ο πλουσιώτερος, εκείνες τις μέρες τουλάχιστον, τόσο που τσοντάρισε και για τα εισιτήρια των φίλων του, μπροστά στον κίνδυνο να μην έχει παρέα στο ταξίδι. Ολο τους το υπενθύμιζε με χιούμορ, πως την επόμενη φορά θα ήταν δικός τους καλεσμένος. Απο φάτσα δεν έλεγε και πολλά πράγματα, η ατμόσφαιρα γύρω του όμως ήταν άκρως ερωτική. Τώρα που βλέπει ξεκάθαρα μέσα της, έχει τη δύναμη να σκεφτεί πως μάλλον εσκεμμένα έπεσε στην ψυχρή αγκαλιά του ξανθού απο φόβο για τη γοητεία του κομπάρσου. Ο τρίτος ήταν οδηγός ταξί, ένα καλόγνωμο παιδί μελαχροινό με γλοιώδη επιδερμίδα, απο εκείνες που όσο και να πλένονται φαίνονται λιγδερές. Μέτριος σε όλα, και στα λόγια και στην εξυπνάδα. Βαρύ αντράκι, με βαρειά φωνή κι ένα υποφώσκον πάθος. Περισσότερο παρακολουθούσε παρά συμμετείχε στα δρώμενα της παρέας και δήλωνε απλά τη συμφωνία του -για διαφωνία, ούτε λόγος.

Την επαφή της με τον ξανθό δεν την είχε πάρει χαμπάρι κανείς τους -ούτε ο ίδιος πρέπει να κατάλαβε πολλά πράγματα. Το σκηνικό είχε συμβεί το μεσημέρι, άμα τη αφίξει. Το ίδιο βράδυ τα έπιναν οι τέσσερίς τους σε ένα μαγαζί στο λιμάνι. Εκείνη είχε πιει τ’ άντερά της, τόσο που μόλις πήγε να σηκωθεί έπεσε στα γόνατα και τα πλήγωσε. Γελούσαν πολύ, το παραμικρό φαινόταν πολύ αστείο, ξενοιασιά κι άγιος ο θεός που λένε. Ο κομπάρσος ανέλαβε να την υποστηρίζει στο δρόμο της επιστροφής -κατά μήκος της αμμουδερής παραλίας- για το σπίτι με την αυλή, όπου είχαν βρει δυο δωμάτια, ένα δικό της κι ένα για τους άντρες. Οι άλλοι δυο προχωρούσαν γρηγορώτερα κι έτσι το ζευγάρι ξέμεινε παραπίσω. Στα όρθια ξεκίνησαν, πίσω απο κάτι θάμνους, με φιλιά όλο πάθος και πόθο. Μια ψωλή δυνατή χωρίς να είναι επιθετική, πλασμένη λες για το δικό της μουνί μονάχα, ξεπήδησε απο το άνοιγμα του παντελονιού και βρήκε στα γρήγορα το δρόμο της με επιτυχία. Ούτε λέξεις, ούτε κραυγές, μονάχα ανάσες που ίσα και ακούγονταν κι αυτές. Μετά, την πήρε στην άμμο ξαπλωμένη. Εστριβαν ελισσόμενα σα φίδια τα κορμιά τους και η ψωλή όργωνε το μουλιασμένο απο την ηδονική βροχή χωράφι επιδέξια και με ευκολία. Οταν άκουσαν τους άλλους δυο να τους φωνάζουν ανησυχώντας για την αργοπορία τους, τινάχτηκαν και λούφαξαν για λίγο. Μετά, οι πρόσκαιροι εραστές σηκώθηκαν και συνέχισαν μαζί με τους άλλους το δρόμο, δικαιολογούμενοι πως στάθηκαν λίγο στην άμμο για να συνέλθουν απο την κρασοκατάνυξη. Προχωρώντας για το σπίτι με την αυλή, ο ταξιτζής -παράδοξο για την άχρωμη φύση που είχε επιδείξει ως τότε- έρριξε την ιδέα να μπουν στο κλαμπ του νησιού να κόψουν κίνηση και κανείς δεν έφερε αντίρρηση. Ο ξανθός δε χόρευε, κι ο κομπάρσος δεν έκανε κέφι, όπως είπε. Ετσι, έμειναν ο ταξιτζής κι εκείνη να χορεύουν κολλημένοι σα στρείδι, αν και η μουσική δεν το απαιτούσε πάντα. Μύριζε τον ιδρώτα του, άγγιζε τα λιγδερά μαλλιά του, ένοιωθε να συνεχίζεται η προηγούμενη οργιαστική κατάσταση ή ήθελε να ξαγκιστρωθεί απο την πετονιά του πόθου για τον μόλις προηγηθέντα εραστή, μυστήριο, ούτε η ίδια καταλάβαινε τι γινόταν. Είχε ξεμεθύσει εντελώς και δεν υπήρχε ούτε ένα ελαφρυντικό όταν έφυγε μαζί του για το σπίτι, εξακολουθώντας να βρίσκεται κολλημένη πάνω του, με ολόκληρο το κορμί της να ακολουθεί την κίνηση της περπατησιάς του. Αυτή την κίνηση ακολουθούσε πεισματικά κι όταν βρέθηκε στο κρεββάτι μαζί του, για να επαναλάβει ό,τι ακριβώς έκανε και νωρίτερα. Εκείνος όμως παρουσίαζε τέλεια έλλειψη φαντασίας. Το ίδιο στερεότυπο. Πολλές φορές αλλά το ίδιο. Μια στιγμή εκείνη πήγε να στρίψει στο πλάϊ κι εκείνος την επανέφερε στην τάξη. Πάνω-κάτω-συμβατικά. Λες και αντί για πούτσα είχε ένα κρουστικό τρυπάνι με ρυθμικά επαναλαμβανόμενη κίνηση ή ένα μέσου βεληνεκούς όπλο που πυροβολούσε μονάχα απο προκαθορισμένη θέση. Κουραζόταν να παρακολουθεί αυτό το μαρτυρικό νταραβέρι, η ευγένειά της όμως δεν της επέτρεπε να σταματήσει πρώτη. Υποκρίθηκε κάμποσους οργασμούς κι εκεί, κάπου κοντά στον τελευταίο, άκουσε τις ομιλίες των άλλων δυο που είχαν φτάσει στην αυλή. «Αντε, τι κάνετε πια, νυστάζουμε» φώναξαν «να μπούμε να βλέπουμε» έκαναν πλάκα. Ο εραστής σηκώθηκε, πήγε στην πόρτα, διαβεβαίωσε τους φίλους του πως είχε κάποια άλλη γυναίκα στο δωμάτιο και τους έδιωχνε, να γυρίσουν αργότερα μην εκθέσει τη γυναίκα. Ο κομπάρσος δεν έφευγε με τίποτα, περίμενε να βεβαιωθεί ποιά ήταν η γυναίκα που γαμιόταν με το φίλο του, να δει με τα ίδια του τα μάτια την προδοσία. Εκείνη σηκώθηκε πανικόβλητη, ευχαριστώντας παράλληλλα απο μέσα της τον απο μηχανής θεό που έδωσε τέλος στο μαρτύριό της, και ντύθηκε στο πίτσι-φυτίλι. Το δωμάτιο μύριζε ορμόνες, μια βαρειά ερωτική μυρωδιά, και δε θα μπορούσε να πείσει κανένα αυτό που είχε αρχικά σκεφτεί να πει ως δικαιολογία ο μελαχροινός, πως δηλαδή απλά και μόνο είχαν ξαπλώσει για λίγο και τους πήρε ο ύπνος. Ο ταξιτζής ξανάπεσε και κοιμήθηκε κανονικά ενώ εκείνη περίμενε, καθισμένη σε μια σκληρή και άβολη ξύλινη καρέκλα, να ξημερώσει. Το λάθος ήταν πως δεν είχαν πάει στο δικό της δωμάτιο, αλλά αυτό το κατάλαβε το επόμενο πρωΐ, όταν βρέθηκαν καθισμένοι στην πλατεία για το πρωϊνό, κι ο κομπάρσος -ως επίδοξος νέος αφέντης κατακτητής- άρχισε να ξαμολάει σφυριχτά τις πιο φοβερές βρισιές που είχαν ακούσει μέχρι τότε τα ευαίσθητα αφτάκια της.

Οι τρεις φίλοι ούτε για μια στιγμή δεν παρεξηγήθηκαν μεταξύ τους, όλα τα έριχναν στη γυναίκα. Η τετραμελής παρέα των διακοπών είχε διαλυθεί εις τα εξ ών συνετέθη φυσικά, εκείνη νοίκιασε στα γρήγορα ένα δωμάτιο σε άλλο σπίτι κι έπεσε να κοιμηθεί σαν τούβλο. Κοιμήθηκε ένα εικοσιτετράωρο γεμάτο και ξύπνησε απο γυναικείες φωνές που μιλούσαν ιταλικά. Και τα τρία δωμάτια του σπιτιού ήταν νοικιασμένα σε γυναίκες, δυο ιταλίδες στο πάνω δωμάτιο, τρεις ιρλανδές και μια γαλλίδα στη μεγάλη σάλα του σπιτιού και η αφεντιά της στο μικρό κουζινάκι παραδίπλα. Βγήκε να πλυθεί στο βρυσάκι που ήταν στην αυλή κι έπιασε κουβέντα με τα σπασμένα ιταλικά της. Κανόνισαν να πάνε για μπάνιο όλες μαζί, μια μεγάλη αποτοξινωτική γυναικοπαρέα, χωρίς άντρες και το μπελά τους, αλλά ο διάολος δεν την άφησε να χαρεί και πολύ, μια και, σε κάτι βραχάκια κοντά στην αμμουδιά, κάθονταν οι τρεις που είχαν συνθέσει το χθεσινό της εφιάλτη. Οι ξένες κοπέλες έπεσαν με τα μούτρα στο κόρτε των νεαρών κι εκείνη δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να τις αποθαρρύνει, δεν το ήθελε κιόλας να ανακατευτεί. Το μόνο που απόλαυσε εκείνη τη μέρα ήταν ένα παρατεταμένης διάρκειας κολύμπι, λες και είχε γεννηθεί γοργόνα. Οι υπόλοιπες λιάζονταν μαζί με τους νεαρούς άντρες ανταλλάσσοντας πειράγματα, χασκόγελα και πόζες για φωτογράφιση. Μετά τις απανωτές βουτιές βγήκε ψόφια και πεινασμένη. Είχε πάει τρεις η ώρα κι η καινούργια συντροφιά μαζεύτηκε στο παραλιακό μαγαζάκι για ψαροφαγία. Προσποιήθηκε πονόδοντο και τους άφησε, ετοίμασε το σάκκο της και πήρε το πρώτο καράβι για Πειραιά. Από εκεί, με το τρένο, ξεκίνησε για την επαρχιακή της πόλη, βλαστημώντας την ιδέα που είχε να γνωρίσει αυτό το -κατά τα άλλα πανέμορφο- νησί του Αιγαίου.

Δεν την είχε ενοχλήσει η ελεύθερη διάθεση του κορμιού της -μια ανάγκη του είχε εκπληρώσει μόνο, όπως το φαγητό ή οι άλλες ανάγκες επιβίωσης- ούτε ένοιωθε καμμιά ενοχή γι αυτό. Αυτό που την είχε πληγώσει ήταν η συμπεριφορά των αντρών. Εδειχναν ολοφάνερα πως απλά τη χρησιμοποίησαν, δεν είχαν τη δύναμη να δείξουν τη χαρά τους, απλά και όμορφα. Εβαζαν ανάμεσα σε κείνη και τους εαυτούς τους μια κουρτίνα καθωσπρεπισμού, υποβιβάζοντας το δικό της ρόλο και, παράλληλλα, έδιναν στον καθένα τους το ρόλο του θύματος. Σχιζοφρενικό, αλλά κάπως έτσι ήταν, έτσι το ένοιωθε τουλάχιστον. Εκείνη ήταν η νεαρή τρελλοζωντοχήρα κι αυτοί τα άβγαλτα νεαρούδια. Εκείνη ήταν η μάγισσα κι αυτοί τα σχολιαρόπαιδα ή αυτοί ήταν τα αφεντικά κι εκείνη η υποταγμένη σκλάβα τους, που επιφορτίστηκε να ικανοποιήσει τις ορμές τους. Ούτε μια στιγμή δεν έδειξαν να συμβιβάζονται με την ιδέα κατανομής ρόλων ισότιμων μεταξύ τους. Ούτε αφέντες, ούτε δούλοι, ούτε μάγισσες, ούτε ξεπεταρούδια -κοτζάμ μαντράχαλοι! Το αίσθημα της ιδιοκτησίας στην πλήρη έκφρασή του, αυτό ήταν μάλλον που είχε υπερισχύσει σε αυτή την περίπτωση, ερήμην της. Η γυναίκα πρέπει στον έρωτα να είναι κτήμα και θύμα, έτσι είχαν μάθει.

Λίγες μέρες μετά την επιστροφή της, έλαβε τηλεφώνημα απο τον κομπάρσο που τη ρωτούσε αν είχε εμφανίσει το φιλμ της μηχανής της. Το είχε δώσει στο φωτογράφο, του είπε, αλλά δεν το είχε πάρει ακόμη. Μίλησαν αρκετή ώρα, εκείνος ήταν πολύ τρυφερός κι εκείνη προβληματιζόταν για τις προθέσεις του. Την άλλη μέρα πήρε το φιλμ και τις φωτογραφίες. Μεταξύ των τοπίων του νησιού με τις πόρτες, τα δρομάκια και τις αυλές, βρισκόταν η δική του φωτογραφία που φιγουράριζε πάνω στο βραχάκι ξεβράκωτος σε πλήρη στύση. Την έκοψε με το ψαλίδι σε χίλια κομμάτια μαζί με το αρνητικό της και ορκίστηκε πως δε θα του ξαναμιλήσει στο τηλέφωνο, κι αυτό έκανε συστηματικά, επί δυο μήνες κατέβαζε το ακουστικό χωρίς να απαντά όταν άκουγε τη φωνή του, μέχρι εκείνο το απόγευμα που γύρισε απο το γυναικολόγο. Χτύπησε το τηλέφωνο και το σήκωσε με αγωνία, βρισκόταν βλέπεις σε πρωτόγνωρη κατάσταση, να ξέρει πως μεγαλώνει ένα έμβρυο στα σπλάχνα της. Το ότι δε γνώριζε τον πατέρα του παιδιού δεν την απασχολούσε για την ώρα και τόσο, το πρόβλημα ήταν πως δεν ένοιωθε ώριμη για τη μητρότητα. Στο τηλέφωνο ήταν εκείνος. Του είπε στα γρήγορα για την εγκυμοσύνη της κι εκείνος, αντί να συμπαρασταθεί, άρχισε πάλι να βρίζει. Κατέβασε το ακουστικό, έπεσε με τα μούτρα στο πάτωμα, πάνω στα μαξιλάρια, κι άρχισε ένα κλάμα γοερό. Μούγκριζε και γρύλλιζε σα ζώο που το σφάζουν. Τόσος πόνος που δε μπορούσε να εξηγήσει την προέλευσή του, τόσος πόνος και πίκρα για τη γκαντεμιά της. Οταν συνήλθε κάπως, έβαλε τα πράγματα κάτω και λογάριασε. Δε μπορούσε, δε γινόταν να κρατήσει το παιδί και για πρακτικούς βιολογικούς λόγους, μαζί με το βασικό λόγο της ανωριμότητάς της. Ηταν αδύνατο να προσδιορίσει τον πατέρα. Αν ήταν ο κομπάρσος, όλα καλά, μα αν ήταν ο ξανθόψειρας ή ο ταξιτζής; Φανταζόταν να βγαίνει απο τη δική της κοιλιά ένα αντιπαθητικό πλάσμα που θα το λουζόταν για ολόκληρη τη ζωή της. Α, παπα, χίλιες φορές να μη γεννιόταν αυτό το παιδί. Τηλεφώνησε στην κολλητή της φιλενάδα και το άλλο πρωΐ πήγε για την έκτρωση.

Το απόγευμα της τηλεφώνησε εκείνος, προσπαθώντας να την πείσει να το κρατήσει, της ορκιζόταν πως δεν τον ένοιαζε καθόλου αν δεν ήταν δικό του, της ζήτησε να παντρευτούν, έκλαιγε μαζί του ακόμα και το σύρμα της συσκευής -τόσο ταραγμένος ακουγόταν. «Εκανα έκτρωση» του απάντησε ψυχρά και του έκλεισε το τηλέφωνο. Τότε, εκείνος έμπηξε τα νύχια του στα μάγουλά του κι έσκουξε ένα γοερό «όχι» και πάλι «όχι, όχι, όχι» φώναζε μέχρι που τον άκουσε ο πατέρας του και μπήκε στο δωμάτιο να δει τι συμβαίνει. «Δεν την πρόλαβα πατέρα» του είπε και αναλύθηκε σε λυγμούς «είμαι μαλάκας πατέρα» συνέχισε σκούζοντας χωρίς ντροπή. Οταν πλημμυρίζει ο πόνος την καρδιά δεν αφήνει χώρο για τη ντροπή του άντρα που -τάχα- δεν κλαίει. Ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος επειδή ακριβώς χρέωνε τον εαυτό του με ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την αποτυχία του να κρατήσει τη γυναίκα που λαχταρούσε η ψυχή και το κορμί του -το κορμί του κυρίως. «Αν τη θέλεις τόσο πολύ, υπάρχει ακόμα ελπίδα» είπε ο πατέρας και συνέχισε χτυπώντας τον στον ώμο «αρκεί να μπορέσεις να ξεχάσεις και να ξεκινήσεις απο την αρχή, σα να τη γνώριζες τώρα, μετά απο όλ’ αυτά». Σηκώθηκε όρθιος, προχώρησε προς την πόρτα, την άνοιξε, «δε μπορώ πατέρα, η έκτρωση θα βρίσκεται ανάμεσά μας, θα μας χωρίζει για πάντα» είπε, και βγήκε έτοιμος για νέες περιπέτειες.

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια, όταν η γυναίκα μπήκε σε ένα ταξί με το δεκάχρονο γιό της. Ζούσε στην Αθήνα πλέον, επιτυχημένη επαγγελματίας, νοικοκυρά, σύζυγος και μητέρα. Ενα σφίξιμο στην καρδιά την προειδοποίησε για τη μελαχροινή ματιά που έβλεπε στο καθρεφτάκι. Ο ταξιτζής, αφού ρώτησε για τον προορισμό, «τι κάνετε κυρία» της είπε, και «να σας ζήσει το παιδάκι, γιός σας;» εξακολούθησε πρόσχαρα. «Ναι, γιος μου» απάντησε συμπληρώνοντας -μαζί με τη διεύθυνση- και μια ερώτηση «εσείς έχετε παιδιά;» απο αυτές που δε χρειάζονται απάντηση, μια ερώτηση τυπική, στον αέρα. «Ναι, ένα γιο και μια κόρη» απάντησε ο ταξιτζής συνεχίζοντας αδιάφορα το δρομολόγιο. Η γυναίκα πλήρωσε και κατέβηκε, συνόδευε το γιο της στη γιορτή ενός μικρού του φίλου. Για μια στιγμή πέρασαν απο το νου της εκείνες οι τρεις παράξενες μέρες των διακοπών, που είχαν ως αποτέλεσμα να μάθει τόσα πολλά για τον εαυτό της, τις αντοχές της και τη λαγνεία της. Αφησε το μικρό στο πάρτυ και πήγε στο θέατρο που βρισκόταν εκεί κοντά για να περάσει δυο ευχάριστες ώρες. Στο ταμείο καθόταν ο ξανθόψειρας, που δεν έδειξε να την αναγνωρίζει. Στο πρόσωπο ενός ηθοποιού, που κρατούσε με επιτυχία ένα δεύτερο ρόλο στο έργο, αναγνώρισε τον κομπάρσο. Σπιρτόζος και πνευματώδης, γοητευτικότατος, τον είχε δει και σε κάποια εκπομπή στην τηλεόραση πριν λίγο καιρό. Κάποια στιγμή, ένοιωσε το βλέμμα του να την ξεγυμνώνει. Ηταν ιδέα της ή μήπως οι ηθοποιοί βλέπουν καθαρά στην πλατεία, αναρωτήθηκε. Τέλειωσε το έργο και αποφάσισε να ξεμείνει λίγο να δει, απο περιέργεια ή απο νοσταλγία για τη νεότητά της, τον εραστή που είχε απορρίψει. Μισοκρυμμένη στη σκιά των δέντρων του απέναντι απο την είσοδο του θεάτρου πεζοδρομίου, τον είδε τελικά να βγαίνει αγκαζέ με τον ταμία. Πέρασαν από μπροστά της χαριεντιζόμενοι χωρίς να έχουν αντιληφθεί την παρουσία της ή μήπως χαριεντίζονταν τόσο φανερά επειδή γνώριζαν πως ήταν εκεί και τους έβλεπε; Τι φάρσες σκαρώνει η ζωή, σκέφτηκε και προχώρησε σταθερά να παραλάβει το γιόκα της. Το παιδικό πάρτυ θα είχε πάρει πια τέλος.

______________________________
ΣΗΜ. Πρωτοαναρτήθηκε στη σελίδα
flytoistros.com στις 24/01/2004 και ανήκει στη συλλογή ΑΠΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

13 Φεβ 2006

ΕΡΓΕΝΗΣ ΔΙΑΚΟΠΩΝ


Ο Θόδωρος καθάρισε το λαιμό του και, φτύνοντας το καθημερινό του φλέμμα στο νιπτήρα, κατούρησε την πρωϊνή του στύση -στο νιπτήρα επίσης. Ολοι του οι δυνάστες λείπανε διακοπές κι είχε ξεμείνει μονάχος, οπότε, ποιον να φοβηθεί; Αλλωστε την παραμονή της επιστροφής τους θά 'παιρνε την παραδουλεύτρα να συγυρίσει τις βρωμιές και την ακαταστασία.

Πόσο το φχαριστιόταν, αυτές τις λίγες καλοκαιρινές μέρες, να μένει μόνος! Στο τηλέφωνο έπαιζε το δυστυχισμένο, η καρδούλα του όμως γελούσε απο μέσα σχεδιάζοντας τα επόμενα βήματα. Πρώτο βήμα η απόλαυση της γυμνής περιφοράς, να τριγυρνά δηλαδή θεόγυμνος χωρίς να υπάρχει καμμιά περίπτωση να θίξει την αιδώ κάποιου, των παιδιών, της μάνας του ή της γυναίκας του. Δεύτερο βήμα το κατούρημα στο νιπτήρα, που, φυσικά, ήταν απαγορευμένο δια ροπάλου, όπως και στο ντους. «Μυστήριες αυτές οι γυναίκες να θέλουν να γίνονται όλα με τα δικά τους μέτρα» αναλογίστηκε και προχώρησε στο τρίτο βήμα, την ολοκληρωτική κατάληψη του καναπέ. Απλώθηκε καταλαμβάνοντας όσο περισσότερο χώρο μπορούσε κι έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης. Φτου! Ξέχασε τον καφέ στην κουζίνα και ήταν υποχρεωμένος να σηκωθεί να πάει να τον φέρει, αναγνωρίζοντας το πρώτο μειονέκτημα της εργένικης ζωής που επιβάλλει να τα κάνεις όλα μόνος σου. Σε αντίθετη περίπτωση απλά θα φώναζε «Μαρία! Τον καφέ μου!» κι ο καφές θα 'ρχόταν φρεσκοχτυπημένος με τα παγάκια του άλιωτα. Θα τον έπινε όμως καθισμένος στην πολυθρόνα, μια και ο καναπές θα ήταν κατειλημμένος απο τη μάνα του, που στηνόταν με την τσίμπλα στο μάτι περιμένοντας τα πρωϊνάδικα στην τιβί. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα δηλαδή.

Για τσιγάρα είχε φροντίσει απο χτες το βράδυ, ευτυχώς. Απολαμβάνοντας λοιπόν τον καναπέ του, το φραπέ του και το σέρτικο τσιγαράκι του, άπλωσε το χέρι κι έπιασε το κινητό. Μεγάλη εφεύρεση αδερφέ μου! Πώς ζούσαν οι άνθρωποι τα προηγούμενα χρόνια χωρίς αυτό το μικρό μαντζαφλάρι, όπου μπορούν να κρυφτούν και να μείνουν φυλαγμένα, όλοι οι μύχιοι πόθοι, οι ανομολόγητες αταξίες και τα απύθμενα απωθημένα μιας επιφανειακά λουστραρισμένης μόστρας;

Το άνοιξε να δει τα μηνύματα που του έστελναν διάφορες αέρινες υπάρξεις που είχε γνωρίσει στο διαδίκτυο -μηνύματα με μια ατέλειωτη συνοδεία απο αρκουδάκια και καρδούλες- κι ένοιωσε σα μωρό που θηλάζει, εντελώς ανέμελος. Χμμ.. σκέφτηκε λίγο κι άρχισε να απαντά με όσο μπορούσε πιο έξυπνες ατάκες, μήπως τελικά του κάτσει κάποια απο αυτές. Απ' το πλήθος των γνωριμιών είχε καταφέρει να καταλήξει σε τέσσερις που φαίνονταν πρόθυμες να γνωριστούν μαζί του. Με το νου του έφτιαχνε το περιβάλλον όπου θα πήγαινε την καθεμιά τους. Τη Σόφι θα την πήγαινε κοντά στη θάλασσα σε κεντράκι με μουσική, την Τάνια κάπου στην Πλάκα, τη Φώφη θα την έφερνε σπίτι κατευθείαν, όντας σίγουρος πως -με τη λύσσα της- δε θα πρόσεχε την ακαταστασία. Το πρόβλημα ήταν με τη Μάρα. Αυτή όλο να μαθαίνει ήθελε, δεν είχε δώσει κανένα στίγμα για τον εαυτό της και τον δυσκόλευε να πλάσει την εικόνα της. Λες να είναι καμμιά στεγνή γεροντοκόρη; Αναρωτήθηκε, μα έδιωξε γρήγορα τη σκέψη. Η Μάρα ήταν η πιο τολμηρή απ' όλες, οπότε, αποκλείεται! Αυτή συδαύλιζε περισσότερο την έξαψη της φαντασίας του.

Οπως γυρόφερνε στο μυαλό του την ώρα και τον τόπο συνάντησης με καθένα απο τα ουρί του άϋλου διαδικτυακού παραδείσου, μια ιδέα του σφηνώθηκε εκτοξευμένη απο το μπαζούκας του χρονικού περιορισμού. Πως θα προλάβαινε να τις συναντήσει όλες τους μέσα στις λίγες μέρες που απέμεναν μέχρι την επιστροφή της οικογένειας; Η λύση ήταν μία: Να τις δει όλες μαζί! Φαντάστηκε την ώρα και τον τόπο αλλά και την ξεχωριστή δικαιολογία που θά 'λεγε στην καθεμία. Πρώτα θα καλούσε τη Σόφι στο κεντράκι το παραλιακό να πάρουν μαζί τον απογευματινό καφέ τους και θα την έκανε σύμμαχό του, πείθοντάς τη δηλαδή να δεχτεί να παίξει το ρόλο της δήθεν γραμματέως του στις υπόλοιπες. Απο την Τάνια θα αποσπούσε την υπόσχεση να παίξει το ρόλο της παιδικής του φίλης και να τον περιμένει σε ένα πλακιώτικο ταβερνάκι κατά τις οχτώ, όπου θα 'ρχόταν με τη γραμματέα του. Θα άφηνε μετά τις δυο τους να τον περιμένουν για λίγο και θά 'τρεχε στο ραντεβού με τη Φώφη στην πλατεία Συντάγματος, και, αφού της εκδήλωνε το θαυμασμό του, θα την έπειθε να παίξει το ρόλο της ζωηρής ζωντοχήρας συναδέλφου του απο την προηγούμενη δουλειά. Θα επέστρεφαν μαζί στο ταβερνάκι, όπου θα παιζόταν μια θεότρελλη φάση με τις τρείς τους κι αυτόν, πανευτυχή, ανάμεσά τους!

Το δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό με τη Μάρα, που, εκφράζοντάς της τηλεφωνικά την απόγνωσή του για τις γυναίκες του διαδικτύου που δεν τον αφήνουν σε χλωρό κλαρί, θα την παρακαλούσε να παίξει το ρόλο της συζύγου και να ενσκήψει στο ταβερνάκι κατά τις δέκα για να διαλύσει τη συντροφιά και να τον πάρει μαζί της, τάχα γλυτώνοντάς τον.

Το σχέδιο του φάνηκε μεγαλοφυές κι άρχισε να το βάζει σε εφαρμογή πληκρολογώντας απλά τα σχετικά μηνύματα. Η πολυπόθητη μέρα ορίστηκε σχετικά εύκολα και γρήγορα. Ηταν η επόμενη Δευτέρα. Η Σόφι είχε φτάσει πρώτη στον τόπο του ραντεβού και ήταν πραγματικά μια θεσπέσια ύπαρξη. Ψηλή και λεπτή, φυσική ξανθιά με μπλε μάτια, ρομαντική με όμορφο χαμόγελο και σωστή άρθρωση. Πήραν τον καφέ τους κι έτσι του 'ρχόταν να σταματήσει εδώ, να μη προχωρήσει στην εξέλιξη του υπόλοιπου σχεδίου και ν' αφήσει τις άλλες να πάνε να κουρεύονται. Ελα όμως που δεν τον άφηνε η περιέργεια και το αντρικό του δαιμόνιο που είχε φτάσει σε ύψη παροξυσμού! Ετσι λοιπόν, κατά τις εφτάμισυ ξεκίνησαν για την Πλάκα. Η Συγγρού είναι έρημη τον Αύγουστο, οπότε είχαν αρκετό χρόνο ακόμα μπροστά τους. Οχτώ παρά πέντε βρέθηκαν στο ταβερνάκι, όπου η Τάνια περίμενε κόβοντας βόλτες γύρω απο το τετράγωνο. Οχτώ ακριβώς, μπήκε και προχώρησε κατά το τραπέζι τους.

-Και πολύ κούκλα η γραμματέας σου δικέ μου! είπε στο Θόδωρο και τον φίλησε σταυρωτά, γέρνοντας αρκετά ώστε να αποκαλύψει δυο υπέροχα ζουμερά στήθη και να τον ζαλίσει με το άρωμά της.

-Ούτε ώρα δεν πέρασε από πάνω σου φιλαράκι μου! Τι κάνει η Θεσσαλονίκη; της απάντησε λες και ήταν πραγματικά κολλητάρια, και παλάμιασε τη λεπτή της μέση με τη χερούκλα του, φουντώνοντας απο την αίσθηση του σφιχτού της σώματος. «Τεφαρίκι κι αυτή!» σκέφτηκε.

Αρχισαν να μιλούν μεταξύ τους για δήθεν κοινές παιδικές αναμνήσεις κάπου στη Θεσσαλονίκη, ενώ η Σόφι έκανε χάζι. Στις οχτώμισυ, αφού παρήγγειλεν τα ορεκτικά, σηκώθηκε για να πάει να φέρει την παλιά του συνάδελφο τη Φώφη, που είχε χωρίσει πρόσφατα η καημένη, όπως τους εξήγησε, και ήθελε παρέα.

Η Φώφη βρισκόταν κολλημένη δίπλα στην πόρτα του κλειστού Ταχυδρομείου και ήταν ένα μανούλι άλλο πράγμα! Δίμετρη μελαχροινή με ένα κομματάκι μαύρο ύφασμα αντί για φουστάνι, με μαύρα σπορτέξ για να βαδίζει άνετα, όπως του είπε, επειδή είναι φαν της πεζοπορίας. Τρόμαζε ν' ακολουθάει τις απλωτές δρασκελιές της, του βγήκε η ανάσα μέχρι να φτάσουν στο ταβερνάκι και να καθήσει στην καρέκλα του. Εγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και καθεμιά τους έπαιζε το ρόλο της στην εντέλεια. Η καρδιά του Θόδωρου όμως κόντευε να σπάσει απο την αγωνία για το τι θα υνέβαινε κατά τις δέκα η ώρα. Μέχρι τώρα τα πράγματα είχαν κυλήσει καλύτερα απο όσο θα μπορούσε να τα φανταστεί και ο πιο διεστραμμένος συγγραφέας.

-Μπα μπα μπα! Ωστε εδώ είσαι πουλάκι μου!

Μια βαθειά φωνή χώθηκε απ' το χωνί των αυτιών μέσα για μέσα και κόντεψε να κάψει τις συνάψεις του εγκεφάλου του. Εστριψε προς τα πίσω κι αντίκρυσε ένα θεοκόμματο ντυμένο προκλητικά αλλά και πολύ κομψά συνάμα, πανύψηλο ουρί με προσεγμένο μαλλί καστανό και δυο κατάμαυρα κάρβουνα αστραφτερά στη θέση των ματιών. Τα μάτια αυτά λες κι έβγαζαν αληθινές φωτιές, τόσο έντονο ήταν το βλέμμα τους.

-Να σου εξηγήσω γλυκειά μου... αποπειράθηκε να ψελλίσει. Απο εδώ οι κυρίες... κυρίες μου η γυναίκα μου...

-Ασε τις συστάσεις, τώρα θα σε μάθω μπερμπαντάκο; Αντε, πλήρωσε και πάμε να φύγουμε! Να δω απο που θα σε μαζέψω την επόμενη φορά. Αν θα υπάρξει επόμενη φορά! τόνισε με νόημα.

Εβγαλε το πορτοφόλι του κι έριξε ένα μεγάλο χαρτονόμισμα στο τραπέζι, «τα ρέστα δικά σας κορίτσια, χάρηκα πολύ που τα είπαμε» είπε και σηκώθηκε άρον άρον. Με το μάτι έκοψε τη Μάρα, ήταν πράγματι γιγαντιαίων διαστάσεων, άξιζε που την άφησε τελευταία. Ο Θόδωρος είναι ένας άντρας ψηλός κι όπως όλοι σχεδόν οι ψηλοί έχει αδυναμία στα μικρά μεγέθη γυναικών, τον συναρπάζουν όμως και τα εξόχως μεγαλύτερα. Καλοφτιαγμένος και σχετικά αγύμναστος, θα ήθελε πολύ να καθρεφτιστεί κάπου με αυτό το πελώριο θηλυκό σε φάση έξαλλου σεξ. Ενα μικρό ανώδυνο βίτσιο που έχει είναι να απολαμβάνει στον καθρέφτη τις επιδόσεις του, να παίρνει μάτι τον εαυτό του δηλαδή.

Πήρε τη Μάρα απο τη μέση, χωρίς να χρειαστεί καθόλου να αλλάξει τη γωνία του πήχυ του, και ξεκίνησαν προς το άγνωστο. Περπατούσαν προς το πάρκινγκ για να πάρει το αυτοκίνητο και κοιταζόντουσαν στα μάτια κατευθείαν, μια και τα μάτια τους βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο. Η αίσθηση αυτή τον ξάφνιαζε αρκετά, του ήταν εντελώς πρωτόγνωρη. Μια γυναίκα στο ύψος του! Και το ύψος αυτό δεν ήταν και λίγο, ένα και ογδόντα πέντε παρακαλώ.

-Είσαι πολύ γλυκό μωρό μπούλη! Του ψιθύρισε στο αφτί ψιλοδαγκώνοντάς το κιόλας κι αυτό έκανε τη φαντασία του να πάρει μια απότομη στροφή προς τ' αστέρια.

-Κι εσύ, μάνα μου, δεν πας πίσω! Τι έτρωγε η μαμά σου πριν σε γεννήσει;

-Ο,τι έτρωγε κι η δική σου, αστέρι μου!

Δε μπόρεσε να περιμένει να φτάσουν στο αυτοκίνητο, έτσι, περνώντας απο ένα σκοτεινό δρομάκι, τη χούφτωσε για τα καλά αναζητώντας τα χείλη της. Ενα αξέχαστο φιλί με γλώσσα ως τον οισοφάγο, κόντεψε να τα παίξει τελείως. Τα χέρια του παλάμιαζαν αχόρταγα το κορμί της το σφιχτό, όταν όμως έφταναν κοντά στο επίμαχο σημείο εκείνη τον εμπόδιζε τεχνηέντως.

-Ελα μάνα μου, αφού θα το κάνουμε, δε θα το κάνουμε; Γιατί δε μ' αφήνεις να πάρω ένα ορεκτικούλι; Λίγο μονάχα, τόσο δα ν’ αγγίξω το μουνάκι σου...

-Αμα θες να το κάνουμε, μονάχα απο πίσω παρακαλώ, απάντησε η Μάρα και του έκοψε όλη τη φόρα, έχω περίοδο. Προφυλακτικό έχεις;

-Εχω απ' όλα κούκλα μου. Αλλά γιατί απο πίσω; Δε μ' ενοχλεί η περίοδός σου.

-Εμένα μ' ενοχλεί. Του τό 'κοψε απότομα.

Προβληματίστηκε κάπως ο Θόδωρος κι έβαλε το μυαλό του στην πρίζα. Μια γυναίκα που της λες πως δε σ' ενοχλεί η περίοδός της κανονικά θά 'πρεπε να πετάξει απο τη χαρά της. Ετούτη όμως να τον ξενερώσει έτσι απότομα... κάτι δεν του κόλλαγε. Την κοίταξε περισσότερο προσεχτικά κάτω απο το φανάρι της γωνίας, πριν μπούν στο πάρκινγκ, και τότε πρόσεξε καλύτερα το δέρμα του προσώπου της το πηγμένο στο μέϊκ απ. Πρόσεξε τους γεροδεμένους της ώμους που γυάλιζαν στο σκοτάδι. Πρόσεξε τα μακρυά της δυνατά δάχτυλα με τα βαμμένα νύχια, του έμενε όμως ακόμα ο πόθος σαν κακός σύμβουλος, κάτι μέσα του όμως τον πρόσταζε να προσέχει.

-Ελα, κούκλε, ποιό είναι το αμάξι; ρώτησε με τη λάγνα φωνή της.

-Εδώ το έχω αφήσει.. ή κάπου αλλού; Με σένα μάτια μου τά 'χω χαμένα. Απάντησε διπλωματικά, συνεχίζοντας: Δεν το βλέπω εδώ πέρα.. να θυμηθώ..

-Τελικά έχεις αμάξι μάγκα ή δεν έχεις; Αμα δεν έχεις, πες το, μη ντρέπεσαι, παίρνουμε το δικό μου.

Πρόσεξε τότε λίγο καλύτερα τη φωνή της. Αυτή η βαθειά λάγνα φωνή όταν θύμωνε άφηνε μερικά λεπτότερα κοκκοράκια. Παναγία μου! σκέφτηκε και η σκέψη του παραλίγο να εκφραστεί και με λόγια. Που έμπλεξα και πως θα ξεμπλέξω τώρα; Το πέρασμα απο την απόλυτη ευτυχία στην απόλυτη ξεφτίλα δεν είναι και λίγο! Εκατό στροφές το δευτερόλεπτο έπαιρνε το τσερβέλο το έρημο, αλλά απάντηση στο πρόβλημα δεν έδινε. Πως να δώσει το στίγμα πως είχε καταλάβει το παιχνίδι «της» χωρίς να γίνει το μπέρδεμα χειρότερο, ήταν και πολύ γεροδεμένη πανάθεμά τη, και δε ρισκάριζε ένα νυχτερινό ξυλοδαρμό.

-Ασε ρε Μάρα, ξενέρωσα με το θέμα της περιόδου. Αναψα τόσο και μετά μ' έριξες, ξέχασα και που έχω βάλει το αμάξι, θυμήθηκα και τη γυναίκα μου... Πρέπει να την πάρω τηλέφωνο τέτοια ώρα.. το ξέχασα με τούτα και με κείνα.

-Αστα, δεν περνάνε αυτά σε μένα. Είσαι ξύπνιο μαγκάκι αδερφέ μου. Πες πως δεν έγινε τίποτα! είπε με μεγαλοθυμία η Μάρα. Μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια. Είσαι για κανα καφέ να γλυκάνουμε τα ξύδια ή μου θέλεις κανα ουϊσκάκι; Γουστάρω παρέα απόψε, έχω βαρεθεί τα στεγνά γαμίσια.

Μπροστά στην ειλικρινή της εξήγηση, ο Θόδωρος ανάσανε με ανακούφιση και της απάντησε στα ίσια κι αυτός.

-Μέσα! Είσαι ξηγημένο παιδί. Πάμε σ' ένα μπαράκι που ξέρω εδώ κοντά, αλλά κομμένο το αγκαζέ, έτσι; Μη βγάλω κανα όνομα...

Πέρασαν μαζί σχεδόν ολόκληρη τη νύχτα συζητώντας διάφορα, εκτός απο τις τετριμμένες εξομολογήσεις των τραβεστί περί της άτιμης κοινωνίας και της οικογένειας που τους εξώθησε στην πορνεία. Η Μάρα αποδείχτηκε εξαιρετικός συζητητής, με οργανωμένη σκέψη, με θέσεις για τα πολιτικά ζητήματα και τα κοινωνικά προβλήματα του κόσμου. Δε χόρταινε να ακούει τη μπάσα φωνή της να αναλύει και να συνθέτει για ώρες ατέλειωτες, που δεν ήθελε να τελειώσουν. Είχε ο Θόδωρος πολλές αναστολές και προκαταλήψεις σχετικά με τους τραβεστί, έφυγαν όμως όλες μονομιάς, έγιναν καπνός μπροστά στην όμορφη και ζεστή παρέα της Μάρας. Μετά μίλησαν και για τις γυναίκες και εντύπωση του έκανε η γνώση του φύλου αυτού, του τόσο δυσανάγνωστου για κείνον, απο τη Μάρα. Του μίλησε εντελώς ανοιχτά δίνοντάς του και συμβουλές που θα έκαναν το γάμο του πιο ανεκτό κι επιτυχημένο. Ενα διαμάντι αυτή η κοπέλλα. Ετσι την έβλεπε, ως κοπέλλα, μια και ο φόβος του άγνωστου είχε υποχωρήσει μαζί με το φόβο του βιασμού του. Χώρισαν κατά τις πέντε το πρωΐ αφού έμειναν σύμφωνοι να τηλεφωνιούνται ταχτικά, όπως και πριν, και τράβηξε καθένας το δρόμο του.

Στην ψυχή του Θόδωρου είχε μείνει μια υπέροχη γλύκα ανακατεμένη με ανακούφιση. Και δεν είχε απιστήσει στη γυναίκα του, και είχε κάνει μια υπέροχη γνωριμία. Οχι μόνο μιας διαφορετικής «γυναίκας» που έκρυβε στο βάθος της ψυχής της ένα κανονικό άντρα, αλλά και ενός πλάσματος ενδιαφέροντος, που μαζί του μπορούσε να εκφράζεται ελεύθερα και να λύνει αιώνιες απορίες. Οταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού του, κατάλαβε κάτι ακόμα. Κατάλαβε αυτό το κάτι που πρέπει να παρέχει καθένας απο τη μεριά του για να έχει μια ζωή πλήρη, απαλλαγμένη απο το φόβο της μοναξιάς και της απαξίωσης. Ετσι, αποφάσισε να σέβεται τους γενικούς κανόνες συμβίωσης ακόμα και τώρα που έλειπαν όλοι οι «δυνάστες» του στην εξοχή. Δε θα ξανακατούραγε λοιπόν στο νιπτήρα, ούτε θα ξανακαθόταν στον καναπέ. Με πρώτη ευκαιρία θα τηλεφωνούσε στην παραδουλεύτρα να φροντίσει την καθαριότητα και την τάξη. Μερικές φορές συμβαίνουν στη ζωή του ανθρώπου πράγματα ανεξήγητα. Τίποτε απο όλα αυτά δε θα είχε συμβεί αν ο Θόδωρος σταματούσε π.χ. στη Σόφι ή, απλά, δεν άφηνε τη Μάρα ως τελευταία του επιθυμία. Δε μπορεί, κάποιο σχέδιο κοσμικό θα υπάρχει που ρυθμίζει τη ζωή μας... Με αυτή την τελευταία σκέψη έγειρε να κοιμηθεί για δυο τρεις ωρίτσες, ίσα να μη πάει στο γραφείο του σα μπαγιάτικο μύδι.