Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκεψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκεψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Δεκ 2020

η τελική μετάλλαξη του κορονοϊού

 Σήμερα λοιπόν, ξύπνησα με ένα όνειρο που θα μπορούσε να είναι και πραγματικό, με μια σκέψη που βασάνισε ολόκληρη τη νύχτα το μυαλό μου, μια σκέψη που είπα να την βάλω σε λέξεις, που ίσως να σώσουνε τον κόσμο από την τρέλλα που έχει πήξει την ατμόσφαιρα.

Πάμε λοιπόν.

Σε μια ασιατική χώρα ζει μια επιστήμων βιολόγος, με ελληνική καταγωγή φυσικά, η Ρίκα Κρις, η οποία έβαλε στόχο να βρει τη λύση στο πρόβλημα των κορονοϊών και όχι απλώς μια κάποια λύση, αλλά την καλύτερη λύση, και τη βρήκε! 

Μετά από πειράματα που κράτησαν μια δεκαετία περίπου, ένα πρωΐ, μετά από κάποιο όνειρο καθώς φαντάζομαι, δοκίμασε να στάξει λίγες σταγόνες από χυμό αβοκάντο στον πειραματικό σωλήνα όπου φύλαγε το πρόσφατο απόθεμα κορονοϊών. Κατόπιν, πήγε στη βεράντα κι άπλωσε την αρίδα της στην αγαπημένη της πολυθρόνα από μπαμπού. Εκλεισε τα μάτια για μισή ωρίτσα, περιμένοντας το αποτέλεσμα του πειράματός της.

Τη στιγμή που θεώρησε ότι ο χυμός του αβοκάντο ίσως να είχε αντιδράσει κάπως με αυτά τα σιχαμένα πλασματίδια, που ούτε πλασματίδια μπορούσε να τα πει κανείς, μια και αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία ειδών στον πλανήτη, επειδή ούτε ζώα είναι ούτε φυτά, σηκώθηκε από το προσωρινό χουζούρεμα, άνοιξε την πόρτα του εργαστηρίου και τι να δει! Οι μικροσκοπικοί κορονοϊοί, οι εντελώς αόρατοι και μυστηριώδεις, είχαν αποκτήσει ένα μέγεθος ικανό ώστε να διακρίνονται πλέον πεντακάθαρα: είχαν γίνει σαν χρωματιστοί βώλοι, σαν γκαζές μάλλον, επειδή γυαλίζαν κιόλας στις ακτίνες του ήλιου.

Η Ρίκα Κρις, ξετρελλάθηκε κι άρχισε να χοροπηδάει από τη χαρά της! Ενα Νόμπελ τουλάχιστον το είχε στην τσέπη, χώρια οι διάφορες άλλες διακρίσεις. Αυτά όμως θα ερχόντουσαν αργότερα, έδιωξε τις εγωϊστικές σκέψεις και στρώθηκε στη δουλειά. Επρεπε να συντάξει το συνοδευτικό άρθρο όπου θα εξηγούσε τη μέχρι τώρα εργασία της, όλο το σκεπτικό, το πώς, πότε και γιατί, όλα αυτά που κάνουν τους επιστήμονες να ανακαλύπτουν καινούργια πράγματα. 

Παράλληλα, θα έπρεπε να εξετάσει αν η ανακάλυψή της ήταν πραγματικά χρήσιμη για την ανθρωπότητα, βεβαίως. Αν ήταν άχρηστη ή, ακόμα χειρότερα, βλαβερή, δεν θα έβγαζε κιχ, που λένε, θα έθαβε το αποτέλεσμα σε βάθος τέτοιο που να μη την έβρισκαν οι έλικες της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου της στον αιώνα τον άπαντα!

Φόρεσε γάντια και μάσκα και, παράτολμα φερόμενη, βούτηξε τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού -ήταν αριστερόχειρας, βλέπεις- στο μπολ με τις φαινομενικές γκαζές. Ανάδευσε απαλά και ξεχύθηκαν υπέροχα αρώματα! Γνώριζε καλά από αρώματα η Ρίκα, επειδή η πρώτη της δουλειά στην Ασία ήταν σε εργοστάσιο παραγωγής αρωμάτων. Ωραία, είπε μέσα της, καλό αυτό, αλλά για να δούμε παρακάτω...

Ετοίμασε διάφορα αντιδραστήρια, ή όπως τις λένε τελοσπάντων αυτές τις μαγικές συσκευές που χρησιμοποιούν οι βιολόγοι για τα πειράματά τους, για να εξετάσει με τη σειρά τι μέρος λόγου είναι αυτά τα σφαιρικά πραγματάκια. Τα μπαλάκια άρχισαν να αποκαλύπτουν σιγά σιγά τα μυστικά τους, στην αρχή τί δεν ήταν: Πρώτα πρώτα, δεν είναι τοξικά, δεν περιέχουν κανένα δηλητήριο, δηλαδή. Αυτό είναι το βασικό, σκέφτηκε η Ρίκα κι έβγαλε τα γάντια.

Εβαλε ένα μπαλάκι στον πάγκο κι άρχισε να το κόβει σε φέτες, να δει τι έχουν μέσα, και βρήκε αέρα! Μάλιστα. Ηταν φούσκες, λοιπόν, δεν ήταν συμπαγή. Αχα! αναστέναξε κι άναψε τσιγάρο. Δεν ήταν συστηματική καπνίστρια, αλλά ένα τσιγαράκι στο τόσο βοηθάει τη σκέψη, αυτή ήταν ανέκαθεν η θεωρία της. Παρακολουθώντας από το ανοιχτό παράθυρο ένα πιθηκάκι να φέρνει τούμπες παίζοντας με μια πλαστική σακκούλα -μα πού βρέθηκε κι αυτή η σακκούλα; θα μάλωνε τον επιστάτη του εργαστηρίου γι αυτό, αλλά αργότερα- έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς τον πάγκο.

Αυτό που είδε, την αποσβώλωσε, ήταν εντελώς αναπάντεχο, κόντεψε να μείνει σέκος επιτόπου: ο καπνός του τσιγάρου της πήγαινε φυσέκι κατευθείαν προς το μπολ με τα μπαλάκια! Η ανακάλυψη του αιώνα, μη πω και της χιλιετίας! Τα μπαλάκια απορροφούν τους ρύπους του περιβάλλοντος, αυτό κι αν είναι έκπληξη πια!

Υστερα από αυτές τις ιδιοτητες, το άρωμα και την απορρόφηση των ρύπων, τι θα μπορούσε να την εκπλήξει; Εχοντας αφεθεί σε ονειροπολήσεις πρώτου μεγέθους, το πιθήκι πήδηξε μέσα στο εργαστήριο εξακολουθώντας να παίζει με την πλαστική σακκουλίτσα και, πριν προλάβει να το διώξει, η σακκουλίτσα είχε εξαφανιστεί: την έφαγαν τα κορονοϊομπαλάκια, εκβάλλοντας έναν ήχο μυστηριωδώς απολαυστικό!! 

Η Ρίκα δεν πίστευε στα μάτια, στη μύτη και, μόλις τώρα δα, στα αυτιά της. Οχι μόνο είχε καταφέρει, χάρη στην καλή της τύχη και μόνο, να εξολοθρεύσει τον μεγάλο εχθρό της ανθρωπότητας, αλλά να αποκαλύψει τα μυστικά του προτερήματα, τα ωφελιμότατα για τον πλανήτη και το είδος των ανθρώπων. Μάλιστα. Και όλα αυτά συνέβησαν μετά από ένα εμπνευσμένο όνειρο.

Τελικό συμπέρασμα: Μην υποτιμάμε τα όνειρα!

(συνεχίζεται, όταν μου κάνει ξανά κλικ ή όταν ονειρευτώ τη συνέχεια)

22 Ιουλ 2020

Ο χρόνος μου

Αλλη μια ήττα στο παθητικό μου. Με νίκησες χρόνε, το παραδέχομαι. Είσαι δυνατώτερος, πως να το κάνουμε; Μέσα στο νεφέλωμα των κουραμπιέδων κρύφτηκα αλλά με βρήκες και με ξετίναξες για τα καλά!

Ούτε τόση δα, λιγουλάκι ζαχαρίτσα δε μ’ άφησες!

Ολα για την πάρτη σου τα θέλεις κι έχεις δίκιο όπως τα βλέπεις τα πράγματα απ’ την κορφή που είσαι βαλμένος. Κι όσο για υλικό, ατέλειωτο είναι. Ολο φρέσκο αίμα να χορταίνει την πείνα σου. Ανθρωποι γεννιούνται καθημερνά, άνθρωποι γερνούν καθημερνά, άνθρωποι χάνονται στη χαοτική σου αγκαλιά. Κι όχι άνθρωποι μονάχα. Χάνονται κι άλλα πολλά. Μαζί με τα υλικά πράγματα, τα ζωντανά και τ’ άψυχα, χάνονται και άϋλα, όπως οι σκέψεις –όσες δεν αποτυπώθηκαν κάπου, σ’ ένα υλικό σώμα, ένα βιβλίο, π.χ. Χάνονται τα συναισθήματα, τα αισθήματα, οι ματιές, οι μυρωδιές, τ’ ακούσματα, τ’ αγγίγματα, τ’ αρώματα και τα χρώματα της ζωής. Χάνονται οι στιγμές κι αντικαθίστανται από άλλες παρόμοιες, εξ ίσου όμορφες, μυρωδάτες ή μελαγχολικές.

«Ο χρόνος θα δείξει» λένε κι έχουν δίκιο. Εσύ δείχνεις πάντα. Δε δείχνεις κάποιο δρόμο ν’ ακολουθήσουμε, δείχνεις μονάχα τη φθορά και το τι θα πρέπει ν’ αποφύγουμε στο μέλλον. Δείχνεις μονάχα τ’ αποτυπώματά σου, το παρελθόν δηλαδή. Τα μελλοντικά σου βήματα τα κρύβεις επιμελώς και λίγες φορές μπορεί κανείς να τα μαντέψει.
_________________
ΣΗΜ. ανεβασμένο στο Sadness.gr

17 Δεκ 2018

οι Περσείδες είναι γένους αρσενικού

Πέρασες και δεν σε είδα.
Διάττων ήσουν ή Περσείδα;

Δυο περιπαιχτικά στιχάκια, περιγράφουν στα γρήγορα μια εικόνα αστραπιαίας κίνησης. Θα μπορούσαν να ήταν μια παρήχηση του δέλτα, αν στη θέση της λέξης "πέρασες" βρισκόταν η λέξη "διάβηκες", αλλά το ρ. διαβαίνω είναι πιο προσγειωμενο και αργό από το ρ. περνάω. Η χρήση του (ανύπαρκτου) θηλυκού γένους της λέξης "Περσείδης" (δηλαδή, "Περσείδα") εκφράζει μάλλον ένα παράπονο, ανατρέποντας την κατεστημένη παραδοχή: γιατί να μην είναι θηλυκού γένους οι Περσείδες; Πάντως, νομίζω ότι αυτό που ήθελα να πετύχω το πέτυχα: να δώσω την εικόνα και να προβληματίσω!

19 Αυγ 2009

Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΩΜΟΛΟΧΙΑΣ

Σκέφτηκα να τοποθετήσω εδώ πέρα μερικές σκέψεις, όπως βάζουμε σε τραπεζικό λογαριασμό τα χρήματά μας, προτείνοντας να τις διαχειριστούμε όλοι μαζί. Η απόδοση των τραπεζικών καταθέσεων είναι σε πτώση αυτή την εποχή, ελπίζω όμως να μη συμβεί το ίδιο και με αυτές τις σκέψεις και να αποδώσουν κάτι τι!

Σκέφτομαι λοιπόν πως η βωμολοχία αναπτύσσεται κυρίως περί τη γενετήσια περιοχή του ανθρώπινου σώματος, καθώς και γύρω από τις πράξεις που σχετίζονται με αυτή. Λέμε (και γράφουμε) κώλος, μουνί, πούτσες μπλε, μουνόπανο, ψωλές, κλπ κλπ, υπονοώντας κάτι βρώμικο γενικώς ή ανάξιο λόγου ή, απλά, αντιαισθητικό.

Επικεντρώνω στη γενετήσια πράξη, χωρίς να θέλω να υποβιβάσω την ηδονή της αφόδευσης, επειδή η αφόδευση θεωρείται απο τους «υβριστές» σχετικά ανώδυνη, όπως π.χ. το συχνό «χέστηκα!»

Λέμε (και γράφουμε) «γαμώ το!», «θα του γαμήσω το σόϊ..», «γάμησέ τα!», «γαμήθηκα στη δουλειά», «φάε μια πούτσα», «να πα να γαμηθείς..» κλπ κλπ, υποβιβάζοντας τη γενετήσια πράξη, που αποτελεί πηγή υψίστης ηδονής, σε φτηνιάρικο υποκατάστατο λεκτικής βίας. Σε κατάσταση έξαλλη, υπο το κράτος υπερβολικού θυμού, οργής, απόγνωσης, ή «εν βρασμώ ψυχής», χρησιμοποιούμε παρόμοιες λέξεις και φράσεις, επιθυμώντας φυσικά να προσβάλλουμε τον «άλλο».

Αυτός ο περίφημος «άλλος» αντιδρά ανάλογα ή και χειρότερα, με κάποια βίαιη πράξη (μαχαίρωμα, μπουνίδια, πιστολίδια) πέρα απο λόγια δηλαδή, και.. γίνεται το «κακό»! Λέμε (και γράφουμε) μετά πως «έφταιγε η κακιά ώρα» ή ότι «η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει», υπονοώντας το μερίδιο ευθύνης του θύματος στο δικό του χαμό, δικαιώνοντας συχνά τον θύτη.

Τα τελευταία χρόνια η νέα γενιά, με τη σοφία που τη διακρίνει, τείνει να αντιστρέψει, υγειώς φερόμενη, όλα αυτά τα γενετήσια μπινελίκια. Η εξοικείωση με το γυμνό σώμα και η έκθεση στο μάτι των περαστικών όλων των «καλουδιών» που αναρτούν συστηματικά τα περίπτερα, μάλλον έχουν συνεισφέρει σε αυτό το φαινόμενο της απομυθοποίησης.
Η μικρούλα φράση που, επιδιώκοντας την αναγόρευση του «άλλου» σε ήρωα, χρησιμοποιείται κατά κόρον σήμερα είναι η: «μάγκα μου, είσαι και γαμώ!» Σιγά σιγά και σταθερά (βάρδα μη μας πέσει καμμιά πουριτανική λαγνοφοβία εκ δυσμών, όπως ενέσκηψε πρόσφατα η τρομολαγνεία) προχωρούμε προς την πλήρη απομυθοποίηση των δήθεν βωμολοχιών.

Θα μας τελειώσει ο Αριστοφάνης; Δε θα είμαστε ικανοί να αναγνωρίζουμε στο μέλλον τα «χοντρά» του αστεία; Θα σταματήσει ο Τύρναβος τα τρελλά του πεοστόλιστα αποκριάτικα έθιμα; Δε γνωρίζω τι θα γίνει... Σκέφτομαι πάντως στα σοβαρά, πόσο ενδιαφέρον θα ήταν αν μεθαύριο μας βρίσει κάποιος (εποχούμενος ή μη) με τη γνωστή φράση «να πα να γαμηθείς!», να απαντήσουμε χαμογελαστά «ευχαριστώ πολύ!»

Ενα ανατρεπτικό παράδειγμα έφερα και προτείνω την ευρεία εφαρμογή του! ΟΧΙ!! Δε θα μας τρελλάνουν!

Θέλω να σημειώσω πως καλό θα ήταν, να φροντίσουμε ώστε να αφήνουμε τα παιδιά μας να εκφράζονται ελεύθερα κατά την νηπιακή περίοδο -όπου η βωμολοχία είναι στο φόρτε της- ώστε να μη τους μείνουν κατάλοιπα για μελλοντικές ηλικίες και να μη περιμένουν να ξεστραβωθούν -πολύ αργότερα- μελετώντας Εμπειρίκο...

________________________
Σχόλιο του gall0ws_Bird -->>

Εχω την εντύπωση –όπως νομίζω είπε κι ο Μαλαρμέ– ότι έχουμε ξεχάσει ότι η ποίηση, ότι η λογοτεχνία γίνεται με λέξεις κι όχι με ιδέες. Κι ακόμα πως οι λέξεις έχουν τόσο πια χάσει το νόημά τους, που ανοίγεις ένα βιβλίο κι είναι λες και σκύβεις πάνω από μια χλιαρή μουνόσουπα. Τίποτα δεν σημαίνει τίποτα.

Ομως υπάρχουν ακόμα δυο τρεις λέξεις που μπορούν να κεντρίσουν την προσοχή του αναγνώστη, να τον πείσουν ότι όντως διαβάζει, όχι ότι απλά κοιτάει. Λέξεις που προφορικά περνούν απαρατήρητες και που αποκτούν στο χαρτί ομορφιά και δύναμη. Λέξεις μουνιά. Κι αν οι ίδιες αυτές λέξεις μπορούν να εγείρουν κανα δυο αντιδράσεις... ε, ίσως δεν μας έχει ολότελα καταχτήσει ο παχυδερμισμός των ημερών και ίσως μπορούμε να λέμε τριγύρω ότι έχουμε ένα μικρό κατάλοιπο ενεργητικότητας. Εξάλλου, για να παραποιήσω μια παροιμία της κολάσεως, if others had not been prudish, we should be so.

Η συνειδητή χρήση των βωμολοχιών στο γράψιμο δε συνιστά μονάχα περιφρόνηση της γενετήσιας πράξης: είναι κυρίως μια καλλιέπεια που βαριέται τον εαυτό της. Αυτό είναι σχεδόν αστείο. Κι αν οδεύουμε προς κάποια απομυθοποίηση των βωμολοχιών τότε την έχουμε –με συγχωρείτε– πουτσίσει. Γιατί ακόμα λιγότερα πράγματα θα μας προξενούν κατάπληξη, αηδία κι ότι άλλο προϋποθέτει ένα μικρό κατάλοιπο ενεργητικότητας.

Μπράβο στην Μ. Ρ. που ασχολήθηκε με το θέμα.

το κείμενο πρωτοανέβηκε εδώ: http://www.kivernologotexnia.com/modules.php?name=News&file=article&sid=118

καθώς και στις 01-08-2003 στο φόρουμ του http://www.flytoistros.com/modules.php?op=modload&name=Forum&file=viewtopic&topic=61&forum=38

όπου το σχόλιο από τον autopoet -->>

Για τη σεξιστική γλώσσα

Χαίρομαι που μια γυναίκα συγγραφέας προσπαθεί να ξαναδιαβάζει με νέο τρόπο τη σεξιστική γλώσσα των αντρών, αλλά και που παράλληλα αντιδρά έτσι απέναντι στην επίδειξη αντρικού αυταρχισμού και ανταγωνισμού που τον τελευταίο καιρό διαχέεται στον Ίστρο. Οφείλουμε στη δεύτερη γενιά του φεμινισμού, εκείνη στην οποία ανήκουν θεωρητικοί όπως η Λους Ιρίγκερε και η Τζούλια Κρίστεβα, την ανακάλυψη πως στη γλώσσα υπάρχει μια έντονη υποδήλωση του φύλου. Τέτοιες έρευνες συγκρότησαν τους πρόσφατους γλωσσολογικούς κλάδους της κοινωνιογλωσσολογίας και κυρίως της κοινωνιολογίας της γλώσσας. Έτσι, ενώ ο Ρολάν Μπαρτ θα ξεκινήσει στο «Βαθμό Μηδέν τη Γραφής» να συνδέσει την επανάσταση με τη σεξιστική γλώσσα, σήμερα γνωρίζουμε πως αυτό, στο βαθμό που οι συγκεκριμένες λέξεις αφορούν την επίδειξη του φύλου μέσω μιας συγκεκριμένης αξιολογίας σειράς λέξεων, θεωρούνται φαλλοκεντρικές και φαλλοκρατικές, ρατσιστικές απέναντι σε σεξουαλικές μειονότητες, αντιφεμινιστικές, πατριαρχικές και σεξιστικές, δηλαδή κάθε άλλο παρά επαναστατικές.

Η σεξιστική ύβρις συγκροτείται από λέξεις που προέρχονται από άντρες προκειμένου να επιδεικνύουν το φύλο τους και τη σεξουαλική τους ρώμη απέναντι σε άλλους άντρες, με το πρόσχημα της αναφοράς τους σε άλλα θέματα ή με το πρόσχημα της επαναστατικής γλώσσας. Η επίδειξη του φύλου συνυφαίνεται με την κοινωνική άνοδο στις οικονομικές σχέσεις και στην καθημερινή ζωή, όπου προωθούνται κυρίως άντρες που προτάσσουν με βάρος το φύλο τους. Οι γυναίκες συχνά έχουν αντιδράσει γι’ αυτή την τόσο σεξιστική γλώσσα μέσα στον Ίστρο που έχει δημιουργηθεί για άντρες προκειμένου να επιδείκνύουν τον αντρισμό τους ή τέλος πάντων τη σημασία τους απέναντι στους άλλους. Η λέξη που αναφέρεται στην ικανότητα του γαμέτη και που βέβαια δεν αποτελεί υποτίμηση για μια γυναίκα, είναι υποτιμητική αν σκεφτούμε πως δεν απευθύνεται παρά από άντρες σε άντρες. Όταν ένας άντρας πεί «θα σε γαμήσω» με αυτή τη μεταφορά: α) δηλώνει έμμεσα στους υπόλοιπους πως είναι υπερβολικά άντρας, άρα τη βεβαιότητα γι’ αυτό που είναι, β) δηλώνει πως είναι τόσο σεξουαλικά ενεργός ώστε θα μπορούσε να πράξει σεξουαλικά ακόμη και σε άλλους άντρες υπερισχύοντας επάνω τους σεξουαλικά, γ) δηλώνει ρατσιστικά πως ο άλλος δεν είναι τόσο ή καθόλου άντρας, πως είναι κίβδηλος άντρας, πως είναι γυναικωτός και άρα περιφρονητέος από την κοινωνία των γνήσιων αντρών. Οι σεξιστικές λέξεις, αν και μοιάζουν να βρίσκονται χαμηλά στην αξιολογική κλίμακα, μεταξύ αντρών δεν είναι καθώς δημιουργούν μια εξοικείωση μεταξύ των αντρών, και έναν κοινό μεταξύ των αντρών κώδικα.

Από την άλλη η γλώσσα αυτή δηλώνει έναν αντρισμό κατά βάθος καταπιεσμένο και δεσμευτικό, όπως τόσες γυναίκες θεωρούν ναό κάποιο πολυκατάστημα καλλωπισμού, παγιδευμένες στην εικόνα του πατριαρχικού αντρικού βλέμματος που βλέπει τη γυναίκα ως μετωνυμία, ως αντικείμενο της επιθυμίας. Ακόμη και καθημερινές λέξεις όπως «μαλάκα» αναφέρονται διαρκώς σε μια γλώσσα μεταξύ αντρών, σε αυτό που ονομάστηκε ομοκοινωνικότητα (δηλαδή στο πώς το ίδιο φύλο επικοινωνεί με τους ομοίους του). Η γυναίκα μέσα σε αυτή τη γλώσσα υπάρχει ως «γκόμενα», «μουνάκι», «πιπίνι», ως «ξανθιά», δηλαδή ως ένα αντικείμενο.

Η πατριαρχική γλώσσα είναι σεξιστική, ρατσιστική, απλουστευτική (της αρέσει να βλέπει τα πράγματα με απλότητα), εκλαμβάνει διαρκώς την εναλλακτική φωνή ως ανταγωνιστική. Και όλα αυτά γίνονται ως τέχνασμα, ως άμυνα, για να ενισχύσει την ασφάλειά της. Αναφέρεται διαρκώς σε διαρχίες, από τις οποίες η μία πάντοτε είναι η καλή, ισχυρή και γνήσια, την οποία αντιπροσωπεύει η πατριαρχία, ενώ η άλλη είναι η ασθενής, κακή και κίβδηλη, την οποία απορρίπτει, ξεχνώντας τεχνηέντως πως αυτό που περιθωριοποίησε είναι υπεύθυνο για την ψευδαίσθηση της ταυτότητάς της. Αυτή η τεχνική της διαρχίας συγκροτεί τον ιδεολογικό λόγο, όπως είπε αλλού η Ροδιά, και ονομάστηκε από την αποδόμηση «λογοκεντρισμός».

Η πατριαρχία όμως πληρώνει ακριβά αυτή τη βεβαιότητα στο κείμενό της. Αυτή την ανακάλυψη την οφείλουμε στην αποδόμηση: όσο πιο βέβαιο φαίνεται να δείχνει ένα πατριαρχικό κείμενο, τόσο πιο πολύ, αν το κοιτάξουμε πολύ προσεχτικά, φαίνεται να είναι αντιφατικό σε πολλά σημεία του. Ακριβώς γιατί η απόλαυση συγκρούεται με τις δεσμεύσεις που ασκεί στον εαυτό του ο συγγραφέας στο πεδίο της σημασίας, υποδηλώνοντας με μια κρυφή γλώσσα την καταπίεση κατά τη συγκρότηση του φύλου του, σαν να αφήνει με τη γραφή του κρυφά ανοίγματα εξαερισμού στην καταπίεσή του.

Επανάσταση απέναντι στην πατριαρχική καταπίεση δεν μπορεί να επέλθει με τα μέσα, με τα οποία η πατριαρχία ενισχύεται. Η σεξιστική γλώσσα δεν έχει σκοπό να ανοίξει διάλογο, αλλά να τον σταματήσει και να εκφοβίσει.

Την πιο ενδιαφέρουσα επαναστατική κίνηση που είδα από άντρα το τελευταίο διάστημα, θέλω να το πω κλείνοντας, είναι τα «αλβανικά σχόλια», που αντιπροτείνουν την ανατολική αισθητική τους στη δυτική κοινότυπη αισθητική που περιβρέχει αναπόφευκτα τον Ίστρο, και που προέρχονται φυσικά από κάποιον που η πατριαρχία εκφράστηκε πρόσφατα ρατσιστικά εις βάρος του, για άλλη μια φορά βέβαιη για τον εαυτό της, ακριβώς γιατί δεν κατάλαβε πως η δύναμη του καινούριου βρίσκεται σε ό,τι μέχρι σήμερα θεωρούσε περιθώριο.

http://users.forthnet.gr/ath/e-poetry
___________________________
ΣΗΜ. θυμήθηκα το κείμενο μετά από αυτό το άρθρο που διάβασα εδώ: http://cohen.gr/newsite/index.php?option=com_content&view=article&id=699:2009-08-18-13-38-03&catid=34:middle-east&Itemid=60
ΣΗΜ.2. διέγραψα όσα αναφέρονται σε απόψεις του σχολιαστή για καταστάσεις που επικρατούσαν (κατά τη γνώμη του) στο φόρουμ τότε.

22 Οκτ 2006

Εικόνες των ανθρώπων

Χτίζουμε την εικόνα μας
Με ταπεινά υλικά
Μετά τη μπογιατίζουμε
Πασπαλίζουμε με χρυσόσκονη
Κοιτάζουμε στον καθρέφτη
Λέμε: Ποιός είμ' εγώ!
Και βγαίνουμε στο δρόμο

Βρίσκουμε την εικόνα μας
Κάθε μέρα και κάπου αλλού
Ολο καινούργια βλέμματα
Μας αντικατοπτρίζουν
Πρέπει να κινούμαστε διαρκώς
Να μη τη χάσουμε

Βγάζουμε την εικόνα μας
Απ' το μπαούλο σκονισμένη
Την ξεσκονίζουμε
Μα φοβόμαστε να βγούμε
Δεν έχει μάθει στον ήλιο

Η εικόνα μας είναι βαλσαμωμένη
Την παραλαμβάνουμε απ' τους γεννήτορες
Που την έχουν παραλάβει απ’ τους δικούς τους
Και πάει λέγοντας...
Τη στήνουμε σ' ένα βάθρο
Προσκυνώντας τη καθημερινά
Δε χρειάζεται να κυκλοφορήσουμε
Οι άλλοι έρχονται σε μας
Σαν τα ζουζούνια στο μέλι

Η εικόνα μας πεταμένη στη λάσπη
Αυτοί που λέγαν πως μας αγαπούσαν
Την πέταξαν
Μόλις σκούριασε λίγο στην άκρη
Αντι να την περιποιηθούν,
Να τη φροντίσουν
Με λίγο, τόσο δα, αντισκωρικό...

Η εικόνα μας γίνεται λάβαρο
Σε χέρια άλλων, ξένα χέρια
Ούτε ξέραμε, ούτε θέλαμε
Ποτέ δε θέλαμε τίποτα
Οι άλλοι παίρνουν πάντα την εικόνα μας
Πότε τη βάζουν ψηλά
Πότε την κατρακυλούν στα τάρταρα
Και πάλι και πάλι απ' την αρχή

Η εικόνα του ποιητή
Πλάθεται κάθε μέρα
Κάθε ώρα αλλάζει απ' τον ίδιο
Εξ ού και ποιητής, ποιεί,
Δημιουργεί την εικόνα του
Και δείχνει κάτι λίγο
Απ' τις εικόνες που νοιώθει,
Τις άλλες εικόνες που ζουζουνίζουν
Με τρέλλα γύρω του
Εκτεθειμένες στον άνεμο
Προστατευμένες απ' τη βροχή...
Κι η ποίηση νάμα, πηγή, ποτάμι
Συντριβάνι, έλος,
Βόρβορος, οχετός,
Ολα ταυτόχρονα.

(19/10/2002)

30 Σεπ 2006

Τι ειναι ο συγγραφεας?



Κάτι που Δημοσιεύτηκε στις 02/12/2003 στο site ISTROS. Το είχα στείλει με το παρωνύμιο mixer, αλλά, όσο και αν είχα αλλάξει τον τρόπο της γραφής μου, με... ανακάλυψαν!


Μπορεί και να τα καταφερω να γινω συγγραφεας. Γιατι, τι ειναι ο συγγραφεας? Ειναι μια γυναικα που «αν μ' αγαπας, τότε μπορεις να μ' αγγιξεις» λέει, ή ένας άντρας που αλληλοξυλοκοπιεται στα αποδυτηρια των γηπεδων χωρις να του καιγεται καρφι πού (σε ποιο σημειο του σωματος) θα φαει -και θα δωσει- την ξυλια? Ενας συγγραφεας αγγιζει, δεν αγγιζεται. Αγγιζει μυαλα με το συναισθημα του -και σωματα καμμια φορα, μια και η αντιδραση του σωματος ξεκιναει απο το μυαλο. Αν αφηνοταν να αγγιχτει απο οτιδηποτε αλλο, εκτος απο τα δικα του συναισθηματα, θα ηταν απλα μια κατινα κουτσομπολα ή ενας χαμαλης υβριστης.


Ενας συγγραφεας λοιπον ειναι κατι το ουδετερο, όπως ενα μιξερ π.χ. που ομως δεν εχει αναγκη να τον βαζουν στην πριζα: Μπαινει μονος του, ή, μαλλον, ειναι στην πριζα μονιμως. Το υλικο που ανακατευει διαφερει καθε φορα μοναχα. Μια δοση γερη πονου μαζι με δυο κουταλιες της σουπας λυρισμο μπορουν να εχουν ένα πεντανοστιμο αυτοσαρκαστικο αποτελεσμα. Μπορουν να παραγουν επισης και μια αηδη σουπιτσα. Δεν εξαρταται λοιπον η γευση ενος εργου τόσο απο τη δοσολογια, όσο απο τον τρόπο αναμειξης των υλικων. Ουτε πολυ ανακατεμα ουτε λιγο. Το πόσο, το ανακαλύπτει κανεις γραφοντας. Για τουτο ο συγγραφεας δεν πρεπει να σταματα να γραφει. Εστω και αν γραφει σαχλαμπουρδες. Αυτες εκ των υστερων αξιολογουνται. Αν δεν γραφτουν, δε θα γνωριζει κανεις -ουτε ο ιδιος ο συγγραφεας- τι ειναι.


Συγγραφεας ειναι μονο λοιπον οποιος γραφει? Και βεβαια. Διαφορετικα, αν δεν εγραφε, πώς θα λεγοταν? Αγραφεας μαλλον! Γιατι λεγεται ΣΥΝγραφεας? Μαζι με ποιον αλλον γραφει? Αφου γραφει για να εκφραζει τον εαυτο του, χωρις να του υπαγορευει κανεις... Δεν ειναι ετσι! Ο συγγραφεας ειναι καποιος που εχει ανακαλυψει αυτη την εσωτερικη φωνη που του υπαγορευει τι να γραψει. Πότε ειναι μια φυλακισμενη κραυγη που δεν αντεχει να κρατηθει άλλο δεμενη μεσα του, πότε ειναι ψιθυρος που βγαινει σαν απαλό αερακι, πότε ειναι απλα μια φωνη. Φωνη διαρκειας. Δε σταματαει να απασχολει την ακοη του. Τοσο που κινδυνευει να παρασυρθει στο δρομο απο κανα οχημα, για τουτο και απαγορευεται να οδηγει. Ενα τεστ αναγνωρισης του συγγραφεα ειναι αυτο ακριβως: Ενας συγγραφεας ή θα ειναι οδηγος φορμουλας-1 ή δε θα εχει διπλωμα οδηγησης. Στην πρωτη περιπτωση για να σβηνει τις εσωτερικες του φωνες με το θορυβο (γγγρρρρ γγγρρρρ) και με την αδρεναλινη να του βραχυκυκλωνει τις καλωδιωσεις των νευρων, και στη δευτερη για να ακουει τα κλαξον, μη και γινει λυωμα στην ασφαλτο πριν προλαβει να γραψει!


Ενα μιξερ κραυγαζει ανακατευοντας. Ενας συγγραφεας κραυγαζει γραφοντας. Το μιξερ ακουγεται ετσι κι αλλιως. Ο συγγραφεας πρεπει να διαβαστει απο καποιον αλλο -εστω και έναν- για να «ακουστει». Ενας συγγραφεας ΔΕΝ ειναι συγγραφεας πριν εκδοθει? Οποιος γραφει και εκδοθει μετα θανατο, τοτε, πεθαμενος δηλαδη, γινεται συγγραφεας? Οξυμωρο: Γινεται (στο μελλον) συγγραφεας καποιος που ήταν (στο παρελθον) συγγραφεας αλλα και δεν ήταν ταυτοχρονα, αφου κανεις δεν το γνωριζε -ουτε ο ιδιος, εφόσον δεν αρκει ο εαυτος του ως μοναδικος αναγνωστης. Δε γινεται να σταματησω να γραφω. Το υλικο μου ειναι άπειρο. Δεν εχει τελος λοιπον, δεν υπαρχει επιλογος εδω. Θα μπορουσα να συνεχισω με τον αυτοσαρκασμο ως πηγη εμπνευσης και ως ερεθισμα, με τον αυτοσαρκασμο ως προδρομο και δασκαλο της αισθησης του (αμεταφραστου) χιουμορ. Δε θα το κανω τωρα. ΣΤΟΠ. Τα υλικα ξεχειλισαν απο το μηχανηματακι. Φρεναρω τη φορμουλα και παω για συνεργειο!

-----------------
...και.. το σχόλιο στον εαυτό μου:

Re: Τι ειναι ο αναγνώστης?
από Rodia στις 04/12/2003

Αλλο ένα επίμαχο ερώτημα. Ανα+γνώστης είναι κάποιος που "γνωρίζει ξανά", έτσι τουλάχιστον το ερμηνεύω ετυμολογικά (καμμιά αντίρρηση???)

Ο αναγνώστης λοιπόν αναγιγνώσκει ό,τι ήδη γνωρίζει αλλά δε μπορεί να το γράψει -δεν ξέρει τον τρόπο ή δεν τολμά. Γι αυτό συμφωνώ πως δύσκολα γράφει κάποιος αν δεν έχει διαβάσει προηγουμένως αρκετά...

Το κείμενο το διάβασα αναγνωρίζοντας τον αυτοσαρκασμό του εκπονητή του -το ίδιο πράττω άλλωστε συχνά!;-)- και δεν έχω παρά να συμφωνήσω στο ζήτημα της ανάμειξης. Αυτό μου είχε εξομολογηθεί ένας φίλος συνθέτης: "Η μουσική δεν είναι τίποτε άλλο απο ένα συνδυασμό απο νότες και παύσεις. Η καλή μουσική είναι ένας καλός συνδυσμός, αυτό που ψάχνουμε όλοι οι μουσικοί να πετύχουμε". Γιατί να μην ισχύει το ίδιο και με τη λογοτεχνία???
..και.. η πρακτική εξάσκηση είναι απαραίτητη παντού...
..και όσον αφορά τους συγγραφείς αλλά και τους αναγνώστες...

11 Αυγ 2006

ΜΑΥΡΟ



Απέναντί μου στέκεται ένα κομμάτι απο την κόλαση. Ενα κατάμαυρο έργο τέχνης. Ενας πίνακας ζωγραφικής. Απο όσο μπορώ να διακρίνω, μέσα στο μαύρο του σώμα βρίσκονται σπαρμένες μικρές κηλίδες ρόδινες και λευκές. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τι σκόπευε ο ζωγράφος να μεταδώσει, ποιο τάχα να είναι -αν υπάρχει- το κρυφό μήνυμα του πίνακα.

Αυτό που φαντάζομαι είναι μια απεραντωσύνη μαύρη, η μαύρη ήπειρος μάλλον, όπου η λιγοστή ελπίδα διάσωσης αχνοφαίνεται αμυδρά. Μπορεί όμως οι λευκές κηλίδες να είναι απαστράπτοντα δόντια σε πεινασμένα στόματα ή το ασπράδι των ματιών των μαύρων ανθρώπων που εκλιπαρούν το ενδιαφέρον μας.

Οι ρόδινες κηλίδες είναι το εσωτερικό απο τις παλάμες τους, που στέλνουν ένα σήμα απαγορευτικό: Οχι άλλες φωτογραφίες! Φτάνει πια! Η κακομοιριά μας οφείλεται σε σας αποκλειστικά λευκοί αδελφοί, σε σας που χωρίς σκέψη εκτροχιάσατε την πορεία μας προς τον πολιτισμό, σε σας που μας εμποδίσατε να κινηθούμε ελεύθερα με τα δικά μας οχήματα! Τώρα μας φωτογραφίζετε κερδίζοντας βραβεία σε διεθνείς εκθέσεις.. εκθέτοντας το ταλέντο σας υποστηριζόμενο απο τη δική μας αθλιότητα..

Σιγά σιγά σκοτεινιάζει και ο πίνακας απορροφάται, γίνεται ένα με τη νύχτα. Τα λευκά στίγματα λάμπουν σαν αστέρια σε έναν ουρανό κατάμαυρο χωρίς φεγγάρι και οι ρόδινες κηλίδες ούτε που φαίνονται πια. Η φαντασία μου εστιάζει στα λαμπυρίζοντα στίγματα προσανατολισμένη προς τις πιθανές νέες διεξόδους της ανθρωπότητας. Αραγε υπάρχει ζωή στον Αρη; Κι αν είναι να σβηστεί η ντροπή της ανθρωπότητας απο το χάρτη, η μαύρη ήπειρος δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανότητες -αν υπάρχουν- να ξαναβρεθεί κάπου στο διάστημα;

Ξημερώνομαι κοιτάζοντας προσεκτικά το έργο του παρανοϊκού ζωγράφου -γιατί μόνο κάποιος έξω απο τή συμβατική λογική θα μπορούσε να ζωγραφίσει κάτι παρόμοιο. Τώρα που ανατέλλει ο ήλιος κι ο πίνακας φαντάζει αποτρόπαιος, πως να ξεκινήσω τη μέρα μου με τόση πια μαυρίλα; Ας παρομοιάσω λοιπόν το έργο με ένα κατάμαυρο καφεδάκι διάστικτο με μικρές σταγόνες γάλακτος ή κρέμας που δεν έχει καλοδιαλυθεί κι ας το καταπιώ με μικρές γουλιές
.

(ως anaflexis)


24 Ιουν 2006

Η γλώσσα μας καλεί να την κρατούμε ζωντανή





Τυλίγει σε ρολά και τηγανίζει
τα συγγράμματα,
καταπίνει τόνους τόνων,
τρώει την ορθογραφία κομψά
-με μαχαιροπίρουνα χρυσά-
και ανεβάζει τη φούστα της.



Η γλώσσα ζεσταίνεται,
βγάζει το παλτό της,
καλεί να ικανοποιήσουμε
τις επιθυμίες της,
πρόθυμη και χορτάτη.




Εμείς μέσα στην άρνηση.
Νομίζουμε πως θα ασελγήσουμε πάνω της,
τη θέλουμε αιωνίως να μένει
αμόλυντη και παρθένα.


Χορευτικά σχόλια πάνω σε ένα μοναδικό ποίημα

-->> το πρωτότυπο ποίημα «Εκείνη-που-τρώει-τις-ψυχές»

ME λένε Εκείνη-που-τρώει-τις-ψυχές.
Είμαι μια πόρνη, άσεμνη πόρνη.

Μια δούλα που το σώμα μου άπληστο γεύεται κάθε ασέλγεια, καθεμιά λαίμαργη ηδονή.
Κοίτα τη γλώσσα μου πώς κροταλίζει, πόσο επιδέξια σαν όπως είναι, όπως η γλώσσα του φιδιού.
Είμαι τυφλή, τυφλή από πόθο κι έχω παραδοθεί, έχω ολόκληρη παραδοθεί σε αγγίγματα.
Είμαι ολόκληρη από πόθο, είμαι όλη μια λαίμαργη φλόγα, μια κόκκινη σάρκινη φλόγα
ολόκληρη από σώμα, ένα αχόρταγο κομμάτι κρέας
που αδηφάγα γλείφεται, ένα αχόρταγο σάρκινο σακί από πρόσκαιρο παράδεισο.

Τώρα όμως θα σου μιλήσω για βρέφη.

Οι ανθεμόσχιστοι κήποι σπαράζουνε τα βρέφη. Λαίμαργα τα καταβροχθίζουνε σαν έντομα.
Να προσέχεις πρέπει εκείνους τους κήπους αν δε θέλεις να σφαγιάσεις το παιδί σου.
Οι κήποι είναι παντού. Στα πιο αθώα όνειρά σου, παραμονεύουν σαν σκοτεινές φαρμακοδόχοι.

Τα σκοτωμένα βρέφη είναι αγκαθόσχημα όπως το μαχαίρι που τα σκότωσε.
Σε ακολουθούν όπου κι αν πας αυτά τα σκοτωμένα μικρά ζώα, πιστά και υπάκουα.
Στοιχειώνουνε το σώμα σου. Σε κατοικούν.
Έχουνε ξανθά μαλλιά και βλέφαρα μενεξεδένια.
Και είναι όμορφα.
Κι έχουνε κίτρινα νύχια και μακριά, όπως ο κάθε πεθαμένος.

Μπορείς να παίξεις λίγο μαζί τους και ύστερα –αν κουραστείς– να τα σπάσεις σαν καλάμια.
Κάνουν έναν αστείο ήχο όταν τους σπάζουνε τα κόκαλα.
Μέσα τους δεν τρέχει αίμα παρά της μάνας τους το γάλα•
γάλα πικρόσυνο σε σχήμα ανάστροφου σταυρού.

Αντανακλαστικό λευκό του ουρανού και πράσινο γλυκό
των λιβαδιών.

Πτώματα βρεφών που τρυφερά παίρνει το ρέμα.
Οι τροχοί του καροτσιού που τα φορτώνουν γράφουν στο λασπωμένο δρόμο μαχαιριές.
Τα βρέφη τώρα κοιτάζουν, όλα μαζί κοιτάζουν έντρομα
τις κανίβαλες αιχμές του πιρουνιού σου.
Τρόμος παραλύει τις γλώσσες τους, που πλαταγίζουν.
Όλες μαζί πλαταγίζουν, όλες μαζί πλαταγί-
Όλες μαζί– Βαριέμαι την αιωνιότητα. Μου φέρνει λόξιγκα.
Όλες μαζί κοιτάζουν έντρομα τις κανί-
Τις κανίβαλες αιχμές –όλες μαζί πλαταγή-
του πιρουνιού σου.

Τα βρέφη τώρα κοιτάζουν, όλα μαζί κοιτάζουν έντρομα
τις κανίβαλες αιχμές του πιρουνιού σου.
Τρόμος παραλύει τις γλώσσες τους που πλαταγίζουν
-μικρές της κόλασης φλογίτσες-
χωρίς σάλιο στο βάθος κατακόκκινων στομάτων.

Ο ουρανός σκουληκιάζει από εγκαταλελειμμένα χαμόγελα.

Γέρνει η ψυχή αργά, αργά οι ψυχές γερνούν.
Εμεταβλήθηκε το παν, όλα ανάποδα με παν.


ΣΧΟΛΙΟ 1.
-----------


Είσαι μια σεμνή πόρνη!

Μια κυρά που το σώμα της έχει χορτάσει την ασέλγεια και την ηδονή.
Κοιτάζω τη γλώσσα σου και φίδι δε βλέπω. Μονάχα πέταλα αλόγων ανθέων.
Μια κυρά ουδέποτε παραδίδεται οπουδήποτε και διορθώνει την όρασή της στον οπτικό της ορίζοντα.
Είσαι η μισή πόθος, η άλλη μισή πάγος. Φλόγα πουθενά.
Θα ήθελες πολύ να είχες σώμα, γιατί το πνεύμα ίπταται γυμνό και άσαρκο.
Καλύτερα όμως έτσι -παράδεισος για τα σώματα δεν υπάρχει.

Θα έπρεπε να σου είχαν ήδη μιλήσει για βρέφη. Θα το πράξω αμέσως.

Τα βρέφη είναι χαρούμενα και γελαστά και κανείς δεν τολμά να πειράξει την αρειμάνια όψη τους, παρεκτός απο κάτι ξερές γεροντοκόρες, που επιθυμούν να τσιμπήσουν τα φουσκωτά τους μάγουλα μέχρι να στάξει αίμα.

Η πολλή προσοχή βλάπτει τα βρέφη. Καλλιέργησέ τα σαν κοινά λουλουδάκια.
Αφησέ τα να αναπτυχθούν απλά. Χωρίς λίπασμα και σκυλοτροφές.

Τα βρέφη ζουν μέσα στα όνειρά μας και κανένα μαχαίρι δε μπορεί να αγγίξει τη δροσιά τους.
Εχουν ανάγκες κοινές, ικανοποίησέ τες με τρυφεράδα.

Μπορείς να παίξεις λίγο μαζί τους και ύστερα -αν κουραστείς- να τα κοιμίσεις με ένα νανούρισμα.
Αν κουραστούν εκείνα απο σένα, κοιμούνται μοναχά τους -χωρίς τραγούδι.

Καντιοζάχαρη και μέλι και γλυκό κυδώνι είναι το βλέμμα τους. Και σε λυώνει.
Αγνή ικεσία για το προχώρημα της ζωής.
Μια ιδέα είναι η ζωή.
Ενα τραγούδι.
Ενας οίστρος.

Φάε το πρωϊνό σου και τράβα να δουλέψεις κυρία μαρκησία. Οποιαδήποτε εργασία, αρκεί να αφήνεις τα βρέφη να αναπτύσσονται ελεύθερα -μακράν σου.

Καννιβαλίστρα κολασμένη -αγνή συνάμα- κυρά του νου και του κοινού, χάρισέ μας την αφροντισιά ενός βρέφους. Μόνο αυτό. Τίποτε άλλο.



Ο ουρανός χαμογελά από εγκατάλειψη. Συχνά, η εγκατάλειψη είναι άριστο δώρο.
Ας μη του φορτώνουμε βαρείς παραδείσους.


Στην Αμοργό
με βήμα αργό
στο λήθαργό
σου θα χωθείς
θα νυχτωθείς
και θα χαθείς.


ΣΧΟΛΙΟ 2.
-----------
Η μάχη του ποιητή με την ποίηση, τις λέξεις και τις ιδέες του.

Μετά την απάντηση που έδωσα λίγο νωρίτερα, θεωρώ υποχρεωτικό να συνεχίσω, προσπαθώντας μια αποκρυπτογράφηση του πονήματος του... Αντε_γεια_συγραφέα! ..και.. «Καλωσόρισες_ποιητή!» (χωρίς παρεξήγηση τα παιχνίδια μου με το νικ -ελπίζω)

Η «Εκείνη» μάλλον είναι η Ποίηση. Μεταφορά της άϋλης έννοιας της ποίησης σε κάτι τι το απτό, σε ένα πρόσωπο αποκρουστικό, ένα φελλινικό προσωπείο.

Μετά την αυτοπαρουσίασή της, οδηγεί ο ποιητής «Εχετε_γεια_βρυσούλες» την αδηφάγο βασανίστριά του στο ρόλο της δασκάλας και τη βάζει να του μιλά για ιδέες (αντικαθιστώντας τη λέξη «ιδέα» με τη λέξη «βρέφος»)

Προσωποποιώντας τις ιδέες, θέλει να τις απομυθοποιήσει, να βοηθηθεί στο να αποφεύγει να τις «σκοτώνει» (κάτι που κάποτε επιθυμεί με ζέση) επειδή τον βασανίζουν.

Παρακάτω, αντικαθιστώντας τους «κήπους» με τις «λέξεις» βλέπουμε την αγωνία του ποιητή «Αντε_και_στα_δικά_μας» για τις λέξεις που αλλοιώνουν συχνά το νόημα των ιδεών και την προσπάθειά του να μην επιτρέψει αυτό το ανοσιούργημα.
Παρουσιάζοντας/εκθέτοντας/αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο αυτό, ο ποιητής «Πίσω_και_σας_φάγαμε» δέχεται την ύπαρξη αυτού του φόβου.

Λίγο αργότερα, με την αντικατάσταση του εσωτερικού με το εξωτερικό περίβλημα (αντί αίμα-δέρμα και αντί γάλα-υμένας) και με τη θέση του πιρουνιού (όργανο λήψης τροφής) στη θέση του μυαλού (όργανο λήψης πνευματικής τροφής) παραλαμβάνουμε το σημαντικό νόημα της αγωνίας του.

Αγωνία βρίσκεται και στο σκουληκιασμένο ουρανό φυσικά. Είναι οι ιδέες που πλημμυρίζουν (χωρίς ελπίδα να εκφραστούν, έτσι νομίζει/πιστεύει -προσωρινά τουλάχιστον ο ποιητής) και θλίβεται μη ξέροντας τι να τις κάνει!

Το προηγούμενο πόνημά μου δόθηκε ως απάντηση στην αγωνία του ποιητή.
Με το τωρινό, θέλω να αποτρέψω τους υπόλοιπους αναγνώστες απο μια (πιθανή ή... απίθανη!) παρανόηση...

Παραθέτω ένα τρόπο ανάγνωσης και.. μη μου πει κανείς.. Αντε_για_βρούβες!

..............................................................................................

(...)
Τώρα όμως θα σου μιλήσω για ιδέες.

Οι ανθεμόστιχες λέξεις σπαράζουν τις ιδέες. Λαίμαργα καταβροχθίζουν αυτές, σαν έντομα.
Να προσέχεις πρέπει εκείνες τις λέξεις αν δε θέλεις να σκοτώσεις την ιδέα σου.
Οι λέξεις είναι παντού. Στα πιο αθώα όνειρά σου, παραμονεύουν σαν σκοτεινές φαρμακοδόχοι.

Οι σκοτωμένες ιδέες είναι αγκαθόσχημες όπως το μαχαίρι που τις σκότωσε.
Σε ακολουθούν όπου κι αν πας αυτά τα σκοτωμένα μικρά άϋλα ζώα, πιστά και υπάκουα.
Στοιχειώνουνε το πνεύμα σου. Σε κατοικούν.
Είναι λαμπερές και απαλές.
Και είναι όμορφες.
Κι αρπαχτικές, όπως κάθε βρυκόλακας.

Μπορείς να παίξεις λίγο μαζί τους και ύστερα -αν κουραστείς- να τις σκίσεις σα χαρτί.
Κάνουν έναν αστείο ήχο όταν τους σκίζεις το περίβλημα.
Απ έξω τους δεν υπάρχει δέρμα παρά ο υμένας του μυαλού σου.
υμήν πικρόσυνος σε σχήμα ανάστροφου σταυρού.

(...)

Πτώματα ιδεών που τρυφερά παίρνει το ρέμα.
Οι σελίδες των κειμένων που τις φορτώνουν αφήνουν στα σκονισμένα βιβλία χαρακιές/νυχιές.
Οι ιδέες τώρα κοιτάζουν, όλες μαζί κοιτάζουν έντρομες
τις κανίβαλες αιχμές της σκέψης σου.
Τρόμος παραλύει τις γλώσσες τους, που πλαταγίζουν.
Όλες μαζί πλαταγίζουν, όλες μαζί πλαταγί-
Όλες μαζί- Βαριέμαι την αιωνιότητα. Μου φέρνει λόξιγκα.

(...)


ΣΧΟΛΙΟ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΣΧΟΛΙΑ
-----------
Έχω γράψει κι άλλες φορές για τα εργα της Ροδιά και κάποια στιγμή (τώρα δηλαδή)θέλω να επισημάνω κάποια ξεχωριστά στοιχεία που έχουν σχέση με τα σχόλιά της και τη στάση της γενικώς.
Κατ αρχάς μιλάμε γιά ένα ευαίσθητο και διακριτικό άτομο που δεν θέλει να φέρει κανένα σε δύσκολη θέση και κυρίως είναι πάντα σε θέση να ανοίξει διάλογο και να μιλήσει γιά μία πληθώρα θεμάτων.
Τελευταίως μου αρέσει πολύ η στάση της να γράφει για τα ποιήματα των άλλων με είδωλα ποιημάτων, να προσπαθεί να συλλάβει το υφος και το πνεύμα του ποιητή και μετά να θέλει να πει τη δική της εκδοχή συμμετέχοντας με ένα πολύ προσωπικό τρόπο σ' αυτό που λέμε "σχόλια".
Έχω ξαναπεί ότι εδώ μέσα τα σχόλια πολύ συχνά θυμίζουν σχολική αίθουσα και πράγματι εκτός απο το υφος του διορθωτή απο τους σχολιαστές δεν υπάρχει κάποιος που να δίνει μία "εξωσχολική" οπτική γωνία σε όλα αυτά.
Η Ροδιά που ξεχωρίζει σ' αυτό το τομέα με έκανε να διαβάσω τα "βλοσύρια" του Λουκά αφού πρώτα είχα αφεθεί σε πολύ αυθόρμητα γέλια με τις εκδοχές της: "Κλωστύρια", "Ψηστήρια" και "Αλβανιστήρια". Φυσικά δεν παρέλειψα να διαβάσω και τα "κουρδοιστύρια" του Τσίρη .
Μετά κατάφερα να διαβάσω και τα βλοσύρια, πράγμα για το οποίο "ευθύνεται" η Ροδιά, διότι πάντα έχω μία αμφιβολία γιά ποιήματα τύπου "Ζαβαρακατρανέμια".
Λοιπόν πέρα απο το παιχνίδι με τα είδωλα ποιημάτων η Ροδιά πετάει απο θέμα σε θέμα, από κείμενο σε ποιήμα, γράφοντας, σχολιάζοντας και πειράζοντας με το διακριτικό της τρόπο σαν διαβολάκος, σαν να θέλει να δώσει αυτή τη χαρούμενη εκδοχή γιά τη ζωή χωρίς να δίνει και πολύ σημασία στις "βαρύγδουπες" αναλύσεις των "εξεταστών" του σάιτ.
Τελικά καταφέρνει κυρίως να γίνεται "εξωσχολική" και μετά να δείχνει αυτή τη σύγχρονή πλουραλιστική στάση υποδεικνύοντας με την απομυθοποιητική της στάση κάτι τέτοιο: "Μη μασσάτε, τα πράγματα δεν είναι και τόσο πολύπλοκα όσο νομίζετε".
τεο
(teopriji@in.gr)

-----------------------
Ολα αυτά έγιναν εδώ, όπου βρίσκεται και το σχολιασθέν πρωτότυπο ποίημα:

Istros: Αντί για συγγραφέα: Εκείνη-που-τρώει-τις-ψυχές

17 Μαΐ 2006

Η ΛΕΞΗ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ


Ενα λογοτέχνημα αποτελείται απο λέξεις. Η λέξη χαρακτηρίζει το λογοτέχνημα και όχι τα γράμματα. Η λέξη αποτελείται απο γράμματα. Ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα γράμματα συνδυάζονται δημιουργούν τη λέξη. Ο λογοτέχνης διαλέγει λέξεις για να συνθέσει ένα λογοτεχνικό έργο. Απο τον τρόπο με τον οποίο θα συνδυάσει τις λέξεις τις οποίες θα διαλέξει, θα χαρακτηριστεί το λογοτεχνικό έργο ως ποίηση ή άλλο είδος. Κάποτε, ο λογοτέχνης κατασκευάζει κάποια λέξη, όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη να καλύψει την ανάγκη της σύνθεσής του. Αυτή όμως η κατασκευή δε σημαίνει ότι ο δημιουργός έχει άμεση σχέση με το γράμμα, δεν αναιρεί τη βασική του σχέση με τη λέξη. Η λέξη και όχι το γράμμα αποτελεί λόγο, διαφορετικά... το λόγο θα τον είχαν τα επιφωνήματα! Το ευφυιολόγημα αυτό, φυσικά, δεν αποκλείει την περίπτωση όπου ένα επιφώνημα αποτελεί κυρίαρχο λόγο σε κάποιο κείμενο.

Μέχρι την εμφάνιση του διαδικτύου ως τόπου έκφρασης της τέχνης του λόγου, η λογοτεχνία αναπτυσσόταν -και συνεχίζει να αναπτύσσεται- σε δυο διαστάσεις, στο επίπεδο του γραπτού, στη σελίδα του βιβλίου, στο σύγγραμμα, στο αντίγραφο. Εξαίρεση αποτελεί η αρχαία γραφή, η οποία, ως ανάγλυφη, κάλυπτε τρείς διαστάσεις. Η διάσταση του βάθους της αρχαίας γραφής, δεν είναι δυνατό να παραλληλιστεί, βεβαίως, με τις σημερινές δυνατότητες ανάπτυξης ενός λογοτεχνήματος. Σήμερα, η λογοτεχνία είναι δυνατό να εξελιχτεί σε τέχνη του χώρου. Με τη βοήθεια της διευρυμένης φαντασίας και την καλλιέργεια της ικανότητας για σύλληψη εικόνων πέρα απο στενά συναισθηματικά όρια, ένα σύγχρονο λογοτέχνημα είναι δυνατό να απευθύνεται σε ανάγκες εικαστικής απόλαυσης, και να τις καλύπτει επιτυχώς.

Παραθέτω ένα εικονοποίημα:


Σπείρες ανελισσόμενες
σε τροχιές εκτροχιασμένες
συναντώνται,
συσπειρώνονται και ωθούνται,
εκτινάσσονται
ανελισσόμενες συνέχεια,
βιδώνοντας
το λεγόμενο "χάος"
προς διαφορετικές κατευθύνσεις,
ώσπου,
αεικίνητες να επανακάμψουν,
αενάως ανελισσόμενες,
ανελλιπώς
συσπειρούμενες μετά μανίας,
εκτροχιασμένες οπωσδήποτε!



Το διάλεξα επειδή η εικόνα με τις σπείρες είναι προφανής. Η έκφραση όμως παραμένει στατική όταν βρίσκεται αποτυπωμένη σε μια επιφάνεια. Καλείται το συναίσθημα και η φαντασία να συνδράμουν τη δημιουργικότητα του αναγνώστη, ώστε να αντιληφθεί σε βάθος την πρόθεση του δημιουργού λογοτέχνη. Αν μπορέσουμε να το φανταστούμε εκφρασμένο στο χώρο, απαστράπτον, χρωματισμένο και κινούμενο, ελισσόμενο ως σπείρα, η απόλαυση θα είναι σίγουρα πληρέστερη. Το λογοτέχνημα θα αποκτήσει ύψος, πλάτος, βάθος, μέσα του θα υπάρχουν κενά και πλήρεις όγκοι, θα λειτουργήσει ως γλυπτό στο χώρο.

Η αρχιτεκτονική του λόγου είναι δυνατό να λάβει και άλλες -πραγματικές, απτές- διαστάσεις, πέρα απο την απλή συγκινησιακή διάσταση, αυτήν την οποία επιτρέπει η μέχρι σήμερα γνωστή έκφραση. Η δυνατότητα πρόσθεσης χρωμάτων και λάμψεων στο κείμενο/ολογράφημα, θα επιτείνει την εκφραστικότητα της εικόνας. Η πιθανή κινητικότητα θα κάνουν την εικόνα αυτή ανταγωνιστική προς άλλες τέχνες, αυτή του κινηματογράφου και του βίντεο. Αν καταφέρουμε στο μέλλον να ορίσουμε κάθε στοιχείο των λέξεων, κάθε γράμμα δηλαδή, ως φορέα ενός ήχου διαφορετικού για το καθένα, τότε η τέχνη του λόγου θα πετάξει προς εντελώς νέους ορίζοντες.

Αυτά καταθέτω ως μια πρώτη προσέγγιση για τη δημιουργία μιας λογοτεχνίας του μέλλοντος. Αν τα έχουν εκφράσει και άλλοι προηγουμένως, αυτό σημαίνει τότε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο! Αρκεί ο λογοτέχνης του μέλλοντος να αποφασίσει να γίνει και λίγο χειρωνάκτης, ώστε να κατασκευάζει -και όχι μόνο να συλλαμβάνει- τις ιδέες του...

28 Απρ 2006

ΤΟΚΟΥ ΤΑΚΙ

τοκου τακι ανι ξετο
κιτα μεσα ξεχα σετο

ανα νιξεις τοκου τακι
ζαχα ριτσα κουλου ρακι

μακα ρονια ντομα τακια
περι εχουν τακου τακια

κατα πιετο φαγη τοσου
νασε δωνα μεγα λωνεις

νασε δωκαι ναθε ριεβεις
ναγι γαντο αντρι εβεις

μισε λιωνει αγο νια
τσακι σετο στιγο νια

αδεια σετο τοκου τακι
πετα τομε ταστο χομα

αδεια σμενο δενα ξιζει
μεα ερα ναγε μιζει


TOKOY TAKI (greecklish poetry)
tokou taki ani kseto
kita mesa ksexa seto

ana niksis tokou taki
zaxa ritsa koulou raki

maka ronia ntoma takia
peri exoun takou takia

kata pieto fagi tosou
nase dona mega lonis

nase doke na8e riebis
nagi ganto antri ebis

mise lioni ago nia
tsaki seto stigo nia

adia seto tokou taki
peta tome tasto xoma

adia smeno dena ksizi
mea era nage mizi


TOKOY TAKI ANI KSETO
KITA MESA KSEXA SETO
ANA NIKSIS TOKOY TAKI
ZAXA RITSA KOYLOY RAKI
MAKA RONIA NTOMA TAKIA
EXOYN TAMI KPAKOY TAKIA
KATA PIETO FAGI TOSOY
NASE DONA MEGA LONIS
NASE DOKE NA8E RIEBIS
NAGI GANTO ANTRI EBIS
MISE LIONI AGO NIA
TSAKI SETO STIGO NIA
ADIA SETO TOKOY TAKI
PETA TOME TASTO XOMA
ADIA SMENO DENA KSIZI
MEA ERA NAGE MIZI


to koytaki anikse to
kita mesa ksexase to
an aniksis to koytaki
zaxaritsa koyloyraki
makaronia ntomatakia
exoyn ta mikra koytakia
katapie to fagito soy
na se do na megalonis
na se do ke na 8eriebis
na gigantoantriebis
mi se lioni i agonia
tsakise to sti gonia
adiase to to koytaki
peta to meta sto xoma
adiasmeno den aksizi
me aera na gemizi


***

Oniro moy esi gliko an girisis
Ela anikse ta matia
Ke tin psixi moy klise

-ke tin psichi moy klise(?)

Ston kosmo soy to magiko
Ton eonon ionos agrafos

-twn ewnwn iwnos agrafos(?)
-twn aiwnwn oiwnos agrafos(?)


Κανόνες βασικοί γραφής και προφοράς:
01. ι,η,υ,ει,οι,υι = Ι, i
02. Οχι τόνοι
03. ε,αι = Ε, e
04. ΟΥ, ου = ΟΥ, oy
05. ο,ω = Ο, ο
06. Β, β = Β, b
07. Ξ, ξ = ks
08. Ψ, ψ = ps
09. Δ, δ = D, d
10. ΝΤ, ντ = ΝΤ, nt (D,d)
11. ΜΠ, μπ = ΜΡ, mp (B,b)
12. Γ, γ = G, g
13. Ρ, ρ = R, r
14. Θ, θ = TH, th
15. Φ, φ = F, f (PH, ph)???
16. Χ, χ = CH, ch, (Χ, x)???
17. Σ,σ,ς = S, s
18. Ω,ω = W, w (?)
19.

__________________________
Περισσότερα υπάρχουν εδώ: ΛογοΠειράματα και εδω, με πινακες.

Update: 12/08/2009
Μεταφέρω σήμερα ένα σχόλιο, που με τιμά πολύ:

TOKOY TAKI
by anarxia on Tuesday, March 09 @ 00:47:32 GMT

Πριν από κάποιο χρονικό διάστημα ο Βαγγέλης Δαρδαντάκης με αφορμή τους δικούς του πειραματισμούς αυτό τον καιρό μου μίλησε για την ανάγκη δημιουργίας μέσω του πειραματισμού μιας πιο συνεπούς γλώσσας, πιο ιδιολεκτικής, πιο προσαρμοσμένης δηλαδή στις ανάγκες του δημιουργού. Αυτό που ονομάστηκε ποιητική γραμματική του κειμένου από τη θεωρίς της λογοτεχνίας φαίνεται πως είναι και μια διαδικασία που στο επίπεδο του πειραματισμού διογκώνεται και γίνεται ακόμη πιο παρατηρήσιμη από τον αναγνώστη. Το να επαναλάβει με λίγα λόγια ένας δημιουργός στο κείμενό του τη λέξη "λουλούδια" είναι κάτι στο οποίο θα δώσουμε μέση ή και καθόλου σημασία, καθώς πρόκειται για μια αυτοματοποιημένη λέξη, μια λέξη δηλαδή συνηθισμένη στα λογοτεχνικά κείμενα. Η συστηματική γραμματική του πειραματισμού όμως περνά από το στάδιο της αποαυτοματοποίησης στο στάδιο της ανα-αυτοματοποίησης, ενώ δηλαδή μας ξαφνιάζει αρχικά, τη συνηθίζουμε σταδιακά αν εμφανίζεται με συνέπεια και μας περνά στο επίπεδο μιας εναλλακτικής τάξης της ανάγνωσης.
Στη Μαρίνα Ροδιά λοιπόν, στο έργο αυτό, υπάρχει μια τέτοια ανα-συστηματικότηα, ανα-αυτοματοποίηση της ανάγνωσης. Πιο απλά μαθαίνουμε να διαβάζουμε με μια εναλλακτική τάξη, πράγμα που μας βοηθά να εγείρεται το μυαλό μας, να σκέφτεται εναλλακτικά (αυτό είναι άλλωστε και το νόημα του πειραματισμού όπως το προωθούμε εδώ). Η Ροδιά επινοεί ένα εναλλακτικό πειραματικό αλφάβητο. Το αλφάβητο αυτό δε στηρίζεται απλώς στα greeklish αλλά και σε αυτό που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν φωνολογική ορθογραφία, σε μια ορθογραφία δηλαδή που γράφεται όπως ακούγεται και που σύμφωνα με τους γλωσσολόγους είναι ακριβέστερη της ιστορικής (η ιστορική προφερόταν αρχικά) και μάλιστα στη γλωσσολογία γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες.
Η Μαρίνα Ροδιά ξαναγράφει ξανά και ξανά το ίδιο κείμενο με το πρόσχημα του παιχνιδιού, σε ένα work in progress εξετάζοντας βαθύτερα αυτή τη μεταγραφή. Είναι πολύ εντυπωσιακό το ότι μας παρέχει συνάμα και τον πηγαίο της, ας το πούμε έτσι κώδικα, το αλφάβητό της, είναι επίσης εντυπωσιακό πως αφήνει μεταγραφές μη οριστικές αλλά συχνά βάζει ένα ερωτηματικό για να δηλώσει την αμφιβολία της αλλά και την τάση της προς το διάλογο (η συνεργασιακή δημιουργία είναι άλλο ένα από τα δημιουργικά χαρακτηριστικά της). Το έργο αυτό είναι ένα πραγματικά open source έργο, υπό την ευρεία έννοια, που περιλαμβάνει τόσο το κείμενο όσο και την προγραμματικότητά του, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το φωνητικό αλφάβητο που εκθέτει. Πέρα από την τρυφερότητά της ως πειραματικής μαμάς (θα μπορούσε να είναι ένα τραγουδάκι για τα παιδιά της), το έργο αυτό είναι από τα σημαντικότερα που μας έχει μέχρι σήμερα παρουσιάσει και ένα εξαιρετικό έργο concrete poetry.

8 Ιαν 2006

Το διαδίκτυο σαν παραμύθι


Μια φορά, ήταν ένα ψαράκι που κολύμπαγε αμέριμνα στον απέραντο χώρο του διαδικτύου. Ηταν ένα πανέμορφο ψαράκι, με ευέλικτα πτερύγια σε χρώμα μενεξεδί και μια παιχνιδιάρικη ουρίτσα που το βοηθούσε να παίρνει γρήγορες σβουρηχτές στροφές, να κάνει πλονζόν προς το βάθος του απέραντου αυτού χώρου, αλλά και να αναδύεται θεϊκά στην επιφάνεια. Το ψαράκι μας ήταν ευτυχισμένο και πολύ χαρούμενο, τριγύριζε απο συντροφιά σε συντροφιά χωρίς να δίνει και πολλή σημασία στα άλλα πλάσματα που συναντούσε, απορροφημένο απο τη δική του παρουσία, γιατί, ξέχασα να σας πω, ήταν πολύ συγκεντρωμένο στον εαυτό του και πρόσεχε περισσότερο τη δική του σκέψη παρά τα λόγια των άλλων.

Στον απέραντο χώρο του διαδικτύου κυκλοφορούν πολλών ειδών πλάσματα, άλλα σαν νερένιες υπάρξεις που κάθε φορά λαβαίνουν το σχήμα που άλλοι τους δίνουν, άλλα σα χαρούμενα ξωτικά που σκοπό τους έχουν να μετριάζουν τα προβλήματα των άλλων μεταδίδοντας όση χαρά περισσότερη μπορούν, άλλα που στέκουν σα βράχια ακλόνητα και η γνώμη τους δεν αλλάζει με τίποτα, άλλα που δρουν καταλυτικά ανάμεσα στα διαφορετικά είδη προσπαθώντας να συμβιβάσουν ακόμα και όσα δε γίνεται να συμβιβαστούν και άλλα που ενσκήπτουν πότε πότε σα χιονοστιβάδες αφήνοντας άφωνα όλα τα υπόλοιπα πλάσματα με το μέγεθος της σοφίας που εκλύουν, πριν αποσυρθούν ξανά στα απάτητα ιδιαίτερα χωράφια τους.

Υπάρχουν και πλάσματα φοβισμένα, που σπάνια εμφανίζονται δειλά δειλά για να αφήσουν μια τρυφερή κουβεντούλα σε μια γωνίτσα κι όποιος προλάβει να τη δει την είδε, υπάρχουν και πλάσματα που και αυτά εμφανίζονται σπάνια απλά όμως για να καταθέσουν τον αποδεκτό ή όχι λόγο τους ίσα ίσα για να δίνουν το παρόν σε δύσκολες στιγμές. Μερικά πλάσματα αδιαφορούν για τα άλλα και αυτά είναι τα περισσότερα, μια και ο χώρος αυτός προσφέρεται για αυτοθαυμασμό, μερικά αποκτούν λάμψη απο τις αντιδράσεις των άλλων πλασμάτων, κάπως σα να καθρεφτίζονται και να παίρνουν τη μορφή του καθρέφτη τους, που δεν είναι απαραίτητο να είναι πάντα ο ίδιος.

Ανάμεσα στα ξωτικά πλασματάκια υπάρχουν και μερικά πλάσματα που τους αρέσει το σκληρό παιχνίδι, ένα παιχνίδι που ευτυχώς δεν είναι το κυρίαρχο σε αυτό τον απέραντο χώρο, αλλά που υπάρχει, όπως υπάρχουν τόσα και τόσα παιχνίδια στην άϋλη αυτή ζωή. Σε αυτά τα πλάσματα αρέσει να φέρνουν ταραχή και να προσπαθούν να ανατρέπουν που και που την ηρεμία που υπάρχει. Καταφέρνουν έτσι να κλυδωνίζουν το απέραντο φανταστικό υλικό, κάτι που ευτυχώς δε διαρκεί για πολύ. Χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να πετύχουν το σκοπό τους, για τον οποίο πιθανότατα μπορεί και να μην έχουν απόλυτη γνώση. Πιστεύουν συχνά δηλαδή, πως η πρόθεσή τους είναι η καλύτερη και απορούν που τα περισσότερα πλάσματα δε μπορούν να την αντιληφθούν αποφεύγοντας τις πιο πολλές φορές να συζητήσουν μαζί τους.

Το ψαράκι με τα μενεξεδιά πτερύγια λοιπόν έφερνε τις βόλτες του περνώντας απο διάφορες γωνιές, στρίβοντας και ανεβοκατεβαίνοντας στα μήκη και τα πλάτη, αμέριμνο μέσα σε αυτή τη γεμάτη εκπλήξεις άϋλη απεραντοσύνη. Μια μέρα, εκεί που κολυμπούσε θαυμάζοντας τον τρόπο που έφερνε τις σβουρηχτές του στροφούλες, έπεσε πάνω σε μια παρέα απο διαδικτυακές πεταλουδίτσες που γεμάτες κέφι χαχάνιζαν σπέρνοντας μπόλικη χαρά, όση περισσότερη μπορούσαν βέβαια, ταγμένες να ελαφραίνουν τα βάρη των ψυχών όλων των πλασμάτων, μια και οι ίδιες γνώριζαν πολύ καλά και απο πρώτο χέρι τι σημαίνει βάσανο και πόνος και θλίψη και πόσο αυτά τα τρία κακά φέρνουν τις ψυχές σε απελπισία. Το ψαράκι στάθηκε αρκετά μακρυά τους φοβούμενο πως εκείνες θα έπαιρναν κάτι απο τη δόξα που επιφύλασσε για τον εαυτό του. Ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε πως το απέραντο διαδίκτυο μπορεί να χωρέσει τόσα κι άλλα τόσα κι ακόμα περισσότερα πλάσματα και πλασματάκια.

Ούτε μπορούσε να καταλάβει ότι στο χώρο αυτό καθένα πλάσμα δίνει απο αυτό που έχει, άλλο δίνει χαρά, άλλο προβληματισμό, άλλο σκοτούρες και άλλο ειρωνεία. Υπάρχει και αυτό το φρούτο στο απέραντο αυτό περιβόλι και δύσκολα διαχωρίζεται απο την αγνή πρόθεση της αναίτιας πρόκλησης γέλιου. Με το μυστικό αυτό όπλο της ειρωνίας μερικά πλάσματα προσπαθούν να βάλουν κάτω απο τον έλεγχό τους τα υπόλοιπα, όσα δηλαδή «μασάνε» για να χρησιμοποιήσω μια μάγκικη λέξη που ταιριάζει εδώ πέρα.

Το ψαράκι πίστευε πως δε «μασούσε» γενικά, αλλά μπροστά στον υποτιθέμενο κίνδυνο περιορισμού της εμβέλειάς του «μάσησε» για τα καλά και μάλιστα κατάπιε ολόκληρο το δόλωμα που του έριξε κάποιο άλλο πλασματάκι πονηρούλικο, που του άρεσε να παίζει σκληρά παιχνιδάκια αποφεύγοντας να χρησιμοποιεί απευθείας τις δικές του δυνάμεις. Τότε το ψαράκι ξεσπάθωσε εναντίον της χαράς που σκόρπιζαν απλόχερα οι πεταλουδίτσες πιστεύοντας πως έτσι μάχεται για ένα καλύτερο μέλλον του απέραντου διαδικτυακού χώρου.

Το πονηρούλικο πλασματάκι έτριβε τα χέρια του απο χαρά επειδή τα ζιζάνιά του βρήκαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξή τους. Οι χαρούμενες πεταλουδίτσες πέταξαν παραπέρα χαχανίζοντας με τη γνωστή τους αμεριμνησία και ο χώρος ξαφνικά μίκρυνε. Αυτό είναι το βασικό γνώρισμα του απέραντου διαδικτυακού χώρου. Μεγαλώνει όσο περισσότερα πλάσματα συμμετέχουν σε αυτόν καθένα με τη διαφορετικότητά του και μικραίνει όσο λιγότερα και ομοιογενή πλάσματα κολυμπούν μέσα στα φιλόξενα νερά του.

Ο απέραντος διαδικτυακός χώρος, που φουσκώνει ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα των πλασμάτων που φιλοξενεί, αποτελείται άραγε απο φωτιά, απο αέρα, απο γη ή απο νερό; Κανείς δεν έχει απαντήσει σε αυτό το ερώτημα. Η δική μου γνώμη είναι πως για να κυκλοφορούν τόσων ειδών πλάσματα μέσα του, μάλλον το φανταστικό υλικό του ανανεώνεται διαδοχικά και αενάως. Ολα τα υλικά της φαντασίας συνυπάρχουν εκεί μέσα άλλοτε αρμονικά, άλλοτε αλληλοσυμπληρώνοντας το ένα το άλλο και άλλοτε αντιμαχόμενα μέχρι να βρίσκουν, κάθε στιγμή, την ποθητή τους ισορροπία.

Η ισορροπία είναι στιγμιαία και δεν υπάρχει κανένα φάρμακο, κανένας νόμος ή κανόνας για τη διατήρησή της. Αλλωστε, αυτή είναι η χάρη και η πρόκληση, να γεύονται τα άϋλα πλάσματα της φαντασίας αυτή την ταυτόχρονη αίσθηση απεραντοσύνης και στριμώγματος, χωρίς να ξεχνούν πως αυτή η ταυτόχρονη αίσθηση πηγάζει μονάχα απο τη φαντασία του καθενός και πως το αντικαθρέφτισμα είναι και αυτό εντελώς φανταστικό. Κανένα μα κανένα πλασματάκι δεν είναι υπεύθυνο για τα όσα κρύβει η φαντασία του άλλου και κανένα μα κανένα δεν είναι δυνατό να επιβάλλει ο,τιδήποτε στο χώρο αν ο χώρος και τα υπόλοιπα πλάσματα αρνηθούν να το δεχτούν.

Πρόκειται για μια φανταστική κοινωνία ιδανική με τα μέτρα των σημερινών κοινωνιών ή μια κοινωνία απλά ελεύθερη έως ασύδοτη; Ο χρόνος θα δείξει αν οι στιγμές του μπορούν να συνδυαστούν γραμμικά ή κυκλικά, αν οι ίδιες στιγμές μπορούν να συνυπάρχουν ταυτόχρονα, αν και πόσο το άϋλο μπορεί να γίνει κατανοητό, αν με τη συμμετοχή του σε αυτό το εναλλασσόμενο στιγμιαίο παιχνίδι, το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να γίνει σοφότερο ή απλά να καταρρακωθεί.

Απρίλης 2002

5 Ιαν 2006

Ο άνθρωπος με τη στολή


omhroi.gr
Pοδιά, Πέμπτη 17 Απριλίου 2003

Όταν φορά στολή ο άνθρωπος γίνεται ένα με αυτή. Ζει όπως η στολή του υποδεικνύει, οι δραστηριότητές του είναι σύμφωνες πάντα με τη στολή του, ο χαρακτήρας του ακόμα κι αυτός διαφοροποιείται ανάλογα με τις επιταγές της στολής, όταν αυτή βρίσκεται φορεμένη απο τον άνθρωπο. Ο ένστολος άνθρωπος όταν βγάζει τη στολή γίνεται άλλος άνθρωπος που λέμε. Οταν φορά τη στολή χάνει τον εαυτό του. Καμμιά φορά συμβαίνει και να τον βρίσκει βέβαια, όταν σκοπός της ζωής του είναι η στολή και ο,τιδήποτε αυτή σημαίνει. Σε αυτή την περίπτωση, όταν τη βγάλει νοιώθει γυμνός, ασήμαντος. Ο άλλος, αυτός που βρίσκει τον εαυτό του χωρίς τη στολή, όταν τη φοράει δικαιολογεί τις πράξεις του ως υπαγορευόμενες απο τη στολή του και διώχνει τις ευθύνες για ο,τιδήποτε πράξει που τυχόν είναι αντίθετο απο αυτό που ο δικός του χαρακτήρας υπαγορεύει.

Δέχεται συχνά, όταν φοράει τη στολή, να κάνει πράξεις αποτρόπαιες, που σε καμμιά περίπτωση θα έπραττε ως άνθρωπος χωρίς στολή, ακόμα και πράξεις που ο ίδιος, χωρίς τη στολή, θα χαρακτήριζε εγκληματικές. Λάθος έκανα που χρησιμοποίησα το ρήμα «δέχεται» επειδή ούτε καν σκέφτεται τι πράττει ως ένστολος. Τότε, απλά εκτελεί διαταγές/εντολές. Δεν τίθεται θέμα να προβληματιστεί αν θα δεχτεί ή όχι να πράξει ο,τιδήποτε διαταχθεί. Οπότε, η ευθύνη για όλες αυτές τις πράξεις δεν τον αγγίζουν καν, αφορούν απλά εκείνους που δίνουν τις εντολές.

Ας δούμε και τον άλλον άνθρωπο, εκείνον που χωρίς τη στολή του νοιώθει ένα «τίποτα» δηλαδή. Αυτός έχει δεχτεί πριν τη φορέσει την ιδεολογία που αυτή εκφράζει/σημαίνει. Οπότε, οι πράξεις που θα πάρει εντολή να εκτελέσει, τον βρίσκουν εκ των προτέρων σύμφωνο. Είναι στα νερά του, που λέμε. Η ζωή του ρυθμίζεται απο την ιδεολογία της στολής, δεν είναι απαραίτητο να σκέφτεται ο,τιδήποτε, απλά είναι ένα «όργανο» και νοιώθει ως «όργανο» επίσης. Ετσι, συμβαίνει συχνά, όταν αφαιρεί τη στολή του να μη μπορεί να συμπεριφερθεί διαφορετικά, ως απλός άνθρωπος. Βλέπουμε λοιπόν να εκδηλώνεται βίαια ή με κάποιο τρόπο ακατανόητο για τους πολλούς.

Ο άνθρωπος αυτός μάλλον νοιώθει χαμένος και δυστυχής, επειδή δε διδάχτηκε ποτέ, δε μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι σημαίνει ο εαυτός του. Το όνειρο που πραγματοποίησε, να φορέσει δηλαδή τη στολή, του καταβρόχθισε κάθε έννοια ανθρωπιάς, ο άνθρωπος αυτός έπαψε να είναι άνθρωπος, απλά έγινε στολή.

Χρήσιμο είναι να μπορούμε να διακρίνουμε αυτές τις δυο περιπτώσεις ανθρώπων. Εκείνος που μπορεί να διαχωρίζει τον εαυτό του απο το περιτύλιγμά του, έχει την ικανότητα να τον βρίσκει. Ο άλλος, του οποίου ο εαυτός είναι το περιτύλιγμα, έχει χάσει τον εαυτό του και στην ουσία δε γνωρίζει ποιός ακριβώς είναι. «Υπάρχει» και «είναι» ανάλογα με τις εντολές που λαβαίνει.

Ας μη ξαφνιαζόμαστε. Αυτή η διάκριση δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους «με» ή «χωρίς» στολή. Κάθε μέρα συναντούμε γύρω μας ένα σωρό πρόσωπα και προσωπεία, διαφόρων ειδών στολές ορατές ή και αόρατες, εικόνες ανθρώπων, αντικατοπτρισμούς, απλούς εντολοδόχους. Καλό είναι να μάθουμε να συνυπάρχουμε με όλες αυτές τις ανθρώπινες εικόνες και να εκπαιδευτούμε ώστε να ξεχωρίζουμε εκείνες που ταιριάζουν με αυτό που αναζητούμε κάθε φορά.



δυο σχόλια που μου άρεσαν:

1. Το "ένδυμα"


Το να φοράς ένα ένδυμα, θαρρείς πως είσαι αυτό που φανερώνει το ένδυμα, αυτοτοποθετείσαι στο ρόλο που επιλέγει το ένδυμα,
και τελικά γίνεσαι ΕΣΥ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ..

(έλεγε κάποτε ο Χατζηδάκις)

και όπως είχε πει πιο ποιητικα ο Μιχάλης Κατσαρός:

Είχα ένα συναίσ8ημα μελαγχολικόν
κα8ώς αναχωρώ για απόψε
κρίμα, τί τύχη,
το 8έμα μου χαμένο
ευρέ8η στην κρεμάστρα
κρεμασμένο

pyranhas



2. Οι περισσότεροι υιοθετούμε μία στολή, ένα περιτύλιγμα, μια πλαστική σημαία, ένα ιδανικό, ένα σύστημα αξιών. Πες το όπως θες. Το φοράμε και μας αναγνωρίζουν.


Υπαρχει όμως και η περίπτωση να φτιάξει κανείς τη ίδια του τη στολή. Τότε δεν ξέρεις που αρχίζει ο άνθρωπος και που τελειώνει το περιτύλιγμα.

Νομίζω ότι οι περισσότεροι φτιάχνουμε μια δικιά μας στολή, από ετοιματζίδικα κομμάτια. Από κοντά δείχνει πολλές φορές κουρελιασμένη και διάτρυτη. Δεν πειράζει όμως, εμείς άλλωστε προτιμάμε να κοιτάμε και να σχολιάζουμε τις στολές των άλλων
:)


anti

24 Νοε 2005

το μέτρο και πώς να το αποκτήσετε


Μια ζωή έψαχνα το Μέτρο. «Παν Μέτρον Αριστον» είπε ο Αριστοτέλης αλλά δεν εννοούσε το μέτριο, τη χρυσή μετριότητα που λένε κάποιοι γονείς και δάσκαλοι -τρομάρα τους. Το τι ακριβώς εννοούσε αυτός το ξέρει καλύτερα αλλά πού να τον βρούμε να μας φωτίσει. Η γνώμη μου είναι ότι μάλλον ήθελε να εκφράσει πως όλα έχουν ένα κάποιο μέτρο. Ολα είναι μετρήσιμα δηλαδή.
Μετά απο μακρά πορεία στον πλανήτη -τρόπος του λέγειν μακρά γιατί σύντομη είναι η πορεία όλων μας εδώ πέρα- φωτίστηκα περί του μέτρου και σκέφτηκα να μεταλαμπαδέψω τη γνώση που με βρήκε κατακέφαλα. Μέτρο λοιπόν δεν υπάρχει. Πουθενά. Αμέτρητα είναι όλα. Οσο και αν επιμένουμε να τα μετρήσουμε, όλο και ξεφεύγουν. Τα άστρα, τα άτομα, τα ηλεκτρόνια, πρωτόνια, τα νετρόνια, οι πυρήνες. Ασε που ένα συμπούρμπουλο είμαστε όλοι και όλα και αν δεν υπήρχε το ψευδές των αισθήσεών μας δεν θα ξεχωρίζαμε τίποτα απο τα πέριξ πράγματα που τώρα τα θεωρούμε απτά και υπαρκτά.
Φανταστείτε ένα κόσμο απο άπειρα δισεκατομμύρια σωματίδια -αόρατα για μας φυσικά- να μπερδεύονται μεταξύ τους, να κολυμπούν σε ένα σύμπαν μυστήριο. Μπλεγμένα τα απειροελάχιστα σωματίδια που μας αποτελούν με τα απειροελάχιστα σωματίδια κάθε είδους ύπαρξης -ζωντανής ή τεχνητής- που μας περιβάλλει. Το σώμα μας ξεχωρίζει απο το τραπέζι της κουζίνας μονάχα κατά την πυκνότητα της ύλης. Ενας εξωτερικός παρατηρητής -αν θα μπορούσε να υπάρξει και αν θα μπορούσε να αντιληφτεί τον κόσμο χωρίς τις δικές μας περιορισμένες αισθήσεις- θα έβλεπε ή μάλλον δεν θα έβλεπε τίποτε.
Τίποτα δεν θα ξεχώριζε. Σύμπαν, άστρα, πλανήτες, ζώα, φυτά, άνθρωποι, κτίσματα, έπιπλα, όλα ένας αχταρμάς. Κάτι τι συγκεχυμένο σαν το γαλαξία που βλέπουμε απο μακρυά να ξετυλίγεται στον ουρανό σαν ένα πακέτο μπαμπάκι ή σαν σύννεφο. Αυτά για σήμερα και έπεται συνέχεια. Θα γράψω ο,τιδήποτε σκέφτομαι, απο στίχους μέχρι μυθιστόρημα. Πατ πατ, καλό μου κουράγιο!:) Επίσης! (για όποιον αποφασίσει να διαβάζει, ε)