Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικα-σεναρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεατρικα-σεναρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Αυγ 2020

ένα σενάριο που δεν έγινε ταινία

σε τρεις εικόνες:

1,έτρεχε ανεμίζοντας

ένα γυμνό κωλαράκι αναβόσβηνε κάτω από το αέρινο ρουχαλάκι
-τσαφ τσαφ-
όσο κατηφόριζε τρέχοντας
να φτάσει, αχ, να προλάβει να προφτάσει το πλοίο
να προφτάσει να τον δει, να του μιλήσει,
έστω να προλάβει να κουνήσει το μαντίλι
και να σιγουρευτεί πως την είδε

2.εκείνος όμως

ήταν πίσω της, δεν είχε φύγει,
ξημερώθηκε ξάγρυπνος μετά τον καυγά
κι αποφάσισε να μη φύγει
έτσι κίνησε για το πλοίο,
να πει στον καπετάνιο την απόφασή του
έστω και την τελευταία στιγμή
να μη φανεί ασυνεπής
την έβλεπε λοιπόν, έβλεπε το κωλαράκι της
να πηγαίνει πέρα δώθε το φουστανάκι πάνω του
και να το μισοκρύβει και
«πού πας μωρή ξεβράκωτη;» ήθελε να φωνάξει
αλλά έμενε άλαλος μπροστά στη θέα
αυτηνής της θεάς που πιλάλαγε
λες κι είχε πιάσει φωτιά το μουνί της
κι έτρεχε να το σβήσει στη θάλασσα

3.σαν σύννεφο

σκέπαζε τα μάτια του εκείνη η φιγούρα
η αέρινη που έτρεχε σαν σύννεφο έτοιμο για βροχή
τα ένοιωθε τα δάκρια να έρχονται
μια φουρτούνα δάκρια θα σκάγαν όπου νά'ναι
τα ένοιωθε και κείνη τα δάκρια να έρχονται
μια μαυρίλα, ένα συννεφομπούκωμα την έπνιξε
όταν είδε το πλοίο σαλπαρισμένο
«ξεκίνησαν κιόλας, αχ!» βόγγηξε κι έπεσε τα μπρούμυτα
πάνω στο πλακόστρωτο έπεσε και τό 'βρεχε
με δάκρια και αίμα
-γιατί αίμα;-
«το μωρό μας!» έσκουξε αυτός κι από πίσω
βρέθηκε πλάι της να την έχει αρπάξει αγκαλιά
την κανάκευε σαν μωρό και σκέπαζε όσο γινόταν
με τό'να χέρι το κωλαράκι να μη φαίνεται
και με τ'άλλο χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό της
κι εκείνη «όχι, όχι, μάλλον δεν ήμουν έγκυος» και
«αχ, τι καλά που δεν έφυγες!» έλεγε μπερδεμένα
τη μια φράση μετά την άλλη και ξανά και ξανά
κι εκείνος τη σήκωσε ψηλά
-ξεβράκωτο σύννεφο το μουνάκι της
έβρεχε αίμα πάνω στα μπράτσα του-
και πήγαν σπίτι να σκαρώσουν νέα σχέδια
η μπόρα πέρασε
οι κεραυνοί σταμάτησαν
όλα μπήκαν στη θέση τους
και το σύννεφο φόρεσε βρακί
______________
ΣΗΜ. 1. προτεινόμενος τίτλος: «σύννεφο ξεβράκωτο»
ΣΗΜ.2. γράφτηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2000

27 Φεβ 2010

Metamorphose

Ολα άρχισαν τη μέρα που ο Δημοσθένης παραβίασε τη πόρτα του λουτρού. Μάλλον θα είχε κυλήσει ο σύρτης προς τα κάτω, γιατί ήταν αμπαρωμένη από μέσα. Μπερδεύτηκε στα πόδια του το πενιουάρ της Μπέρτας. Το κλώτσησε. Η Μπέρτα έλειπε, έτσι έφευγε μετά το σεξ τον τελευταίο καιρό, δεν τον αποχαιρετούσε. Μισούσε τους αποχαιρετισμούς, έτσι έλεγε, μα ένα "γεια, φεύγω" τι πείραζε να ειπωθεί; Να ξέρει, να κλειδώνει την εξώπορτα τουλάχιστον.

Θυμάται καλά πως εκείνη τη μέρα πρόσεξε την αράχνη που ήταν γραπωμένη στο σιφώνι της μπανιέρας. Ηταν τεράστια για αράχνη, λεία και κάτασπρη σαν το ασπράδι ενός ραγισμένου αυγού που βράζει. Μέτρησε τα πόδια της, όταν αυτή βγήκε εντελώς απο το σιφώνι και άρχισε να περπατά μέσα στη μπανιέρα: ήταν οχτώ, άρα αράχνη.

Δεν ήθελε να σκοτώσει ένα τόσο παράξενο πλασματάκι, πήρε ένα μικρό γυάλινο βάζο από μαρμελάδα, την έκλεισε μέσα και τη πήγε στο φίλο του τον Αχιλλέα, το βιολόγο. Εκείνος θα ήξερε τί να κάνει με δαύτην. Ο Αχιλλέας ενθουσιάστηκε με το δωράκι και του είπε ότι θα το εξετάσει και θα τον πάρει τηλέφωνο να του πει λεπτομέρειες.

Η Μπέρτα, περπατώντας μια μέρα σε απαγορευμένους δρόμους, δρόμους όπου βρισκόντουσαν μαγαζάκια μεταναστών και όπου κυκλοφορούσαν γυναίκες με μπούρκα, είδε μια επιγραφή που την εντυπωσίασε «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε στο μαγαζί -τι μαγαζι, μια τρύπα ήταν- να ρωτήσει τί υλικά είναι αυτά και ποια εικόνα αφορούν.

Μια γυναίκα με μπούρκα ήταν πίσω από το πάγκο. Μπορεί να ήταν και άντρας, η φωνή ήταν καταχθόνια, αλλά με καλή άρθρωση. Της έδειξε μερικές σκόνες χρωματιστές και της είπε ότι, λαβαίνοντας μια μικρή ποσότητα από μια ειδική σκόνη, μπορούσε να αποκτήσει την εικόνα της αρεσκείας της, να μεταμορφωθεί δηλαδή στο πλάσμα που ήθελε. Αν ήθελε π.χ. να γίνει λιοντάρι, αρκούσαν δυο κουταλιές του γλυκού σκόνη πορτοκαλιά σε ένα ποτηράκι με κονιάκ, ενώ, αν ήθελε να γίνει ένα μικρό ζωϋφιο, μισό κουταλάκι άσπρη σκόνη σε νερό έφτανε και περίσσευε κιόλας. Η Μπέρτα ψώνισε την άσπρη σκόνη. Οχι επειδή πίστεψε πως η σκόνη αυτή ήταν ικανή να κάνει αυτά που της είπε η γυναίκα (ή άντρας, άγνωστο αυτό) με τη μπούρκα. Τη ψώνισε επειδή, γενικά, της άρεσε να ψωνίζει για να ενισχύει οικονομικά τους φουκαράδες τους ξένους. Της άρεσε να παραμυθιάζεται κιόλας, κι έτσι, με τη σκονίτσα στη τσάντα της, είχε την ευκαιρία να ζήσει για λίγο μέσα σε ένα ακόμα παραμύθι.

Πέρασαν αρκετές μέρες από τότε και η σκόνη έμενε ξεχασμένη στο τσεπάκι της τσάντας της, μέχρι που τη θυμήθηκε το απόγευμα που πήγε στου Δημοσθένη για να γαμηθούν. Ο Δημοσθένης ήταν η αδυναμία της, είχε το καλύτερο εργαλείο, μόνο που της έμενε μια απορία: Τί να έκανε άραγε όταν έμενε με τις ώρες μέσα στο λουτρό, όπου πήγαινε μετά από κείνη, αφού είχαν ξεσκιστεί στο κρεββάτι; Αν έλυνε αυτή την απορία, θα μπορούσε να σκεφτεί ακόμα και το γάμο μαζί του, επειδή δεν ήθελε με τίποτα να παντρευτεί κάποιον που της έκρυβε τα μυστικά του. Αυτή η φάση με το λουτρό την είχε αναγκάσει να φεύγει αμέσως μετά αμίλητη, χωρίς καν να του λέει ένα "γειά".

Ετσι, ένα απόγευμα αποφάσισε να καταπιεί την άσπρη σκόνη και να ζήσει το παραμύθι της, ότι δήθεν θα γινόταν ένα μικρό ζουζούνι και θα έβλεπε με τα μάτια της αυτό που εκείνος της έκρυβε. Δυστυχώς, ξέχασε να βγάλει το πενιουάρ της πριν καταπιεί τη σκόνη -μάλλον δεν είχε πιστέψει πως όσα υποσχόταν το μαγικό αυτό ήταν αληθινά- και το πενιουάρ έπεσε στο πάτωμα, όταν εκείνο το απόγευμα η Μπέρτα έγινε ένα άσπρο παχουλό ζωϋφιάκι. Μόλις άκουσε τα χτυπήματα στη πόρτα, έτρεξε να κρυφτεί στη μπανιέρα και, όταν ο Δημοσθένης μπήκε μέσα, μισοχώθηκε στο σιφώνι, όπου εκείνος την είδε και την έχωσε στο μικρό γυάλινο βάζο -μάλλον από μαρμελάδα.

Ο Δημοσθένης ακούμπησε το βαζάκι στο ράφι και άρχισε την αγαπημένη του ασχολία. Η Μπερτα με την αλλαγμένη μορφή τον έβλεπε καθαρά με τα τεράστια μάτια της και μάλιστα εις διπλούν, καθρεφτισμένο στο καθρέφτη του λουτρού, μια και ο καθρέφτης έφτανε ίσαμε το πάτωμα. Εβλεπε τον εραστή της, πότε καθισμένο στο μπιντέ και πότε όρθιο, να αυνανίζεται μέχρις αίματος. Χωρίς να κρατά πορνοπεριοδικό, χωρίς να έχει κάποια εικόνα για βοήθημα, ο Δημοσθένης αυνανιζόταν με κλειστά τα μάτια.

Κάποια στιγμή, εκείνος έβγαλε ένα υπόκωφο ουρλιαχτό -κάτι σαν βογγητό που έμοιαζε με ψίθυρο- και στράγγιξε τη τελευταία ποσότητα σπέρματος στο νιπτήρα. Μετά, πλύθηκε και βγήκε.

Η Μπερτα-ζωϋφιο, ήξερε πως πάει να φτιάξει καφέ και να κάτσει στο καναπέ να τον πιεί διαβάζοντας τα ποδοσφαιρικά νέα. Η ίδια δεν αισθανοταν και τόσο βολικά στο βαζάκι, γλίστραγαν τα πλάγια και μόνο στον πάτο μπορούσε να βρει άνεση, δεν είχε συνηθίσει κιόλας το καινούργιο της περίβλημα. Ανακάλυψε κάτι μικρές βεντούζες στα ποδαράκια της και κατάφερε να κάνει μερικές βόλτες στη περίμετρο του μικρού βάζου. Μα.. δεν έβρισκε κι αυτός ένα μεγαλύτερο βάζο να τη χώσει; Ούτε στιγμή, βέβαια, δεν της πέρασε από το νου πως θα μπορούσε να την είχε στείλει στον άλλο κόσμο -κοινό για ανθρώπους και ζωάκια- με ένα ζούληγμα του δαχτύλου του ή με μια παντοφλιά.

Ο Αχιλλέας συνήθιζε επίσης να βολτάρει στις απαγορευμένες συνοικίες και, κάποιες φορές, ανακάλυπτε ένα σωρό μυστήρια πράγματα που τον βοηθούσαν στις έρευνές του. Συνήθως τα μυστήρια υλικά που ψώνιζε ήταν αντίδοτα σε κάτι, όπως π.χ. αντίδοτο σε δάγκωμα φιδιού ή σε τσίμπημα σφήκας. Εχοντας το παράξενο ζωϋφιο, που του είχε φέρει ο φίλος του ο Δημοσθένης στο βάζο, πάνω σε ένα πάγκο του εργαστηρίου του, έψαχνε τρόπο να το κάνει να του αποκαλύψει τα μυστικά του χωρίς να το πληγώσει. Αν δεν τα κατάφερνε, θα προχωρούσε σε τομές με το μικρό του νυστέρι. Είχε προχωρήσει αρκετά στην εξέταση του πλάσματος αυτού και είχε βρει πως μάλλον επρόκειτο για χταπόδι και όχι για αράχνη, θέλοντας όμως να βρει πρόσθετες πληροφορίες αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στα παράξενα μαγαζάκια των αλλοδαπών μήπως ανακαλύψει κάτι τι επιπλέον που θα φώτιζε περισσότερο την έρευνά του.

Βρέθηκε έξω από το μαγαζάκι με τη ταμπέλα «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΟΥ» και μπήκε μέσα. Συζητώντας με έναν ωραίο μελαμψό νεαρό, έμαθε ότι για όλες τις μαγικές σκόνες που διέθετε το κατάστημα υπήρχε ένα και μοναδικό αντίδοτο και το ψώνισε. Την ώρα που το αγόραζε δεν είχε καμμιά ιδέα για το πού θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει, το πήρε απο συνήθεια, επειδή τον γοήτευαν γενικά τα αντίδοτα.

Ο Δημοσθένης περίμενε μια βδομάδα τηλέφωνο από το φίλο του, τον Αχιλλέα, να μάθει τί έγινε με το ζωϋφιο, τι ράτσα αράχνης ήταν τελοσπάντων, και, μια και δεν τηλεφωνουσε εκείνος, σήκωσε το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό του. Το θέμα με το ζωϋφιο ήταν το πρόσχημα, ο Δημοσθένης ήθελε να μιλήσει σε κάποιον γιατί ήταν απαρηγόρητος: η Μπέρτα είχε εξαφανιστεί από τη ζωή του μετά από εκείνο το απόγευμα με τη λευκή παχουλή αράχνη.

Ο Αχιλλέας ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες για το απόγευμα εκείνο και ο Δημοσθένης, αν και δυσανασχετώντας επειδή δεν έβλεπε το λόγο να παίρνει η συζήτησή τους τέτοιες προεκτάσεις, διηγήθηκε στο φίλο του με το νι και με το σίγμα τις κινήσεις του στο λουτρό, την αμπαρωμένη από μέσα πόρτα, πώς τη παραβίασε και μπήκε, το πενιουάρ της Μπέρτας στο πάτωμα, όλα.

Ενας καλός βιολόγος οφείλει να διαθέτει άφθονη φαντασία και ο Αχιλλέας ήταν πολύ καλός βιολόγος, αυτό να λέγεται. Μετά το τηλεφώνημα λοιπόν, έτρεξε στο εργαστήριό του, άνοιξε το καπάκι του μικρού βάζου όπου τεμπέλιαζε το ζουδάκι -μπορεί να ήταν και εξαντλημένο από τη πείνα, γιατί δεν ήξερε τι να το ταΐσει. Το ράντισε με λίγο από το αντίδοτο που είχε προμηθευτεί πρόσφατα και πήγε να κάνει ένα φραππέ, να πίνει κάτι περιμένοντας μια πιθανή αντίδραση.

Οσο κούναγε το φραππέ του, άκουσε ένα κρότο στο εργαστήριο σαν να σπάνε τζάμια και αμέσως μετά ένα γδούπο. Ετρεξε αλαφιασμένος και βρήκε τη Μπέρτα στο πάτωμα, ξερή, τη συνέφερε με το φραππέ που της έδωσε να πιει, έχοντας στάξει μερικές στάλες δυνατό ποτό μέσα, και την ξάπλωσε στο καναπέ τυλιγμένη με μια στρατιωτική κουβέρτα της αεροπορίας. «Πάω να σου ψήσω μια μπριζόλα, μάτια μου» της είπε και πήγε στη κουζίνα να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Μετά τη μπριζόλα, η Μπέρτα συνήλθε εντελώς και τον ρώτησε αν αυνανίζεται μετά το σεξ. Ο Αχιλλέας απάντησε λίγο πειραγμένος για την ερώτηση αυτή «όχι βέβαια, μαλάκας είμαι;» και της εξομολογήθηκε ατάκα κι επιτόπου ότι τη γουστάριζε τρελλά και αν το ήθελε κι εκείνη να τα φτιάξει μαζί του, αν τον προτιμούσε από το Δημοσθένη φυσικά. Ηξερε καλά ότι δεν φέρονται έτσι οι φίλοι, αλλά ο Δημοσθένης δεν ήταν και τόσο φίλος, μια και μονάχα όταν είχε την ανάγκη του τον πλησίαζε, να του κλαίγεται ή να ζητά να του λύνει απορίες. «Οχι, δεν είναι φιλία αυτό» είπε από μέσα του και αγκάλιασε τη Μπέρτα, που δεν ήταν πλέον ούτε αράχνη ούτε χταπόδι αλλά μια όμορφη κανονική γυναίκα.

«Αν δεν ήμουν τόσο ρέστος από χρήμα θα σε ζήταγα σε γάμο» της πέταξε την ατάκα και η Μπέρτα την έπιασε στο φτερό και δέχτηκε, μια και η ίδια είχε τον τρόπο της με τα οικονομικά: είχε κληρονομήσει ένα ρολτόπ τίγκα στις μετοχές και στα ομόλογα. Φυσικά, δεν του αποκάλυψε το έχειν της, τον άφησε να νομίζει ότι ήταν και αυτή μια πτωχή πλην τίμια κόρη -μερικά πράγματα πρέπει να τα κρατούν μυστικά οι γυναίκες, έτσι δεν είναι;

Και γίναν γάμοι και χαρές και ξεφάντωσες πολλές
Ούτε'γώ ήμουν εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε! :)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πολύ αργότερα, όταν τα ξαναβρήκαν ο Δημοσθένης με τον Αχιλλεα -γιατί "μια γυναίκα δεν μπορεί να καταστρέψει μια αντρική φιλία"- συζητούσαν για τη Μπέρτα, που είχε γίνει εντωμεταξύ μητέρα των παιδιών του Αχιλλεα. Ο Αχιλλέας ρώτησε το φίλο του γιατί αυνανιζόταν μετά το σεξ (η Μπέρτα του τα είχε πει όλα για το Δημοσθένη, χαρτί και καλαμάρι που λένε, επειδή είχε εκδηλώσει επιστημονικό ενδιαφέρον να μάθει πώς και τί ένοιωθε εκείνη ως ζωϋφιο) και ο Δημοσθένης απάντησε ότι με τον τρόπο αυτό είχε τη γυναίκα των ονείρων του με όποιο τρόπο ποθούσε, έκανε με κείνην ό,τι ήθελε, χωρίς να νοιώθει ενοχές και χωρίς να μπαίνει στον κόπο να της ζητά πράγματα για τα οποία πιθανότατα να λάβαινε άρνηση, ίσως και περιφρόνηση. «Α, κατάλαβα» απάντησε ο Αχιλλέας συμπληρώνοντας «αλλά η Μπέρτα τα κάνει όλα, ξέρεις, ηφαίστειο σκέτο η άτιμη, δεν τη προλαβαίνω λέμε!» και τότε ο Δημοσθένης χτύπησε το κεφάλι του στο τοίχο κι έπεσε το ντουβάρι και τρέχαν μετά για χτίστες και σοβατζήδες...
________________________
-->> με μικρες διορθωσεις μετα το πρωτο γραψιμο στις 23 Φεβρουαριου 2010 εδω

18 Οκτ 2007

ΤΟ ΤΕΣΤ ΤΗΣ ΝΤΟΜΑΤΑΣ

ΤΟ ΤΕΣΤ ΤΗΣ ΝΤΟΜΑΤΑΣ (προσχέδιο για θεατρικό)

ΠΡΟΣΩΠΑ

1. Μάριον: θεια της Κάθριν και της Ντόροθυ (συγγραφέας) -> νικνέιμ: Sara
2. Τζώρτζης: υποψήφιος πατέρας (ζωγράφος) -> νικνέιμ: Straton
3. Κάθριν: υποψήφια μητέρα (κοινωνιολόγος)
4. Λαλέ: ανάδοχη μητέρα (γλύπτρια) -> νικνέιμ: Astride
5. Ντόροθυ: αδελφή της Κάθριν (γιατρός)
6. Σούζαν: μητέρα της Κάθριν και της Ντόροθυ
7. Γιόχαν Αμκοραντ: φίλος και πελάτης του Τζώρτζη
8. δόκτωρ Ντριού: ειδικός μαιευτήρας γυναικολόγος
9. Σέργιος: ειδικός ψυχολόγος
10. ....


ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ


Η θεία Μάριον (Sara) γνωρίζει στο διαδίκτυο και επικοινωνεί συχνά μέσω Μessenger και ΡΙΜ με τον Τζώρτζη (Straton) ένα νεαρό ζωγράφο που περιμένει να γεννηθεί το παιδί του σε λίγες μέρες. Μεταξύ τους έχει δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης και αλληλλοεκτίμησης.

Ο Τζώρτζης κατάγεται απο την Πάτρα, μια πόλη της Πελοποννήσου όπου γνώρισε την Κάθριν κατά τη διάρκεια των σπουδών της. Εχει δεσμό με την κοπέλα αυτή, με την οποία υπεραγαπιούνται και έχουν αποφασίσει να αποκτήσουν παιδί.

Επειδή όμως η Κάθριν, η κοπέλα του, ετοιμάζει το διδακτορικό της στην εφηρμοσμένη κοινωνιολογία, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν «δανεική μητέρα» ώστε να βρουν το μωρό έτοιμο μόλις η Κάθριν τελειώσει με τις εξετάσεις της και πάρει το ντοκτορά της.

Η «δανεική μητέρα» είναι η Λαλέ (Astride) με την οποία η θεία Μάριον επικοινωνεί επίσης στο διαδίκτυο και μαθαίνει την ιστορία του Τζώρτζη και απο μια άλλη πλευρά.

Η Λαλέ εξομολογείται στη θεια Μάριον ότι είναι τρελλά ερωτευμένη με το Τζώρτζη απο τα χρόνια των σπουδών της στη σχολή καλών τεχνών, όταν εκείνος ήταν βοηθός στο μάθημα του ελεύθερου σχεδίου και εκείνη πρωτοετής σπουδάστρια.

Η Λαλέ προέρχεται απο φτωχή οικογένεια και για να αποκτήσει οικονομική ανεξαρτησία έχει ήδη προσφέρει τη μήτρα της για τη γέννηση ενός παιδιού σε ένα πλούσιο ζευγάρι, τους Αμκοραντ, οι οποίοι είναι πελάτες του Τζώρτζη.

Απο αυτούς έμαθε ο Τζώρτζης για τη Λαλέ -ως «δανεική μητέρα»- και πρότεινε στην Κάθριν να αποκτήσουν παιδί με αυτό τον τρόπο, επειδή βιαζόταν να γίνει πατέρας και επειδή ήθελε οπωσδήποτε να ενώσει τα γονίδιά του με αυτά της αγαπημένης του Κάθριν.

Ο Τζώρτζης με την Κάθριν επισκέπτονται τη Λαλέ στο σπίτι της όπου συμφωνούν τις λεπτομέρειες (πότε, πού, πόσα) για το μωρό τους το οποίο θα κυοφορήσει εκείνη, αν συμφωνεί φυσικά. Η Λαλέ συμφωνεί χωρίς πολλή σκέψη και δέχεται να γίνει η επέμβαση εμφύτευσης του εμβρύου στη μήτρα της.

Σιγά σιγά όμως αναζωογονείται ο έρωτας που έτρεφε η Λαλέ για το Τζώρτζη και, όσο μεγαλώνει το έμβρυο, τόσο μεγαλώνουν τα τρυφερά της αισθήματα για εκείνον, καθώς και η ανάγκη εκπλήρωσής τους. Ετσι, αποφασίζει να κάνει το παν για να τον κατακτήσει.

Ο Τζώρτζης, κατόπιν συμβουλής του ειδικού ψυχολόγου Σέργιου, φέρεται τρυφερά προς τη «δανεική μητέρα» Λαλέ, εν γνώσει και της Κάθριν φυσικά. Η συμβουλή του ειδικού περιλαμβάνει τη συμπεριφορά και των δυο υποψήφιων γονέων προς τη «δανεική μητέρα», η Κάθριν όμως -εξαιτίας των σπουδών της- απέχει συχνά, δεν είναι τόσο τακτική στις επισκέψεις και φροντίδες προς τη Λαλέ, τις οποίες έχει αφήσει να ασκεί κυρίως ο Τζώρτζης.

Ο Τζώρτζης πάλι, στην προσπάθειά του να αναπληρώσει και το ρόλο της Κάθριν, υπερβάλλει και, με τον τρόπο αυτό, μπαίνει γερά στη ζωή της «δανεικής μητέρας» Λαλέ. Ψωνίζει, μαγειρεύει, περνά πολλές ώρες μαζί της καθημερινά, συζητούν πολλά θέματα, μαθαίνουν πολλά ο ένας για τον άλλον. Σε μια επίσκεψη μάλιστα, στα πλαίσια της εκδήλωσης τρυφερότητας εκείνου προς το αναμενόμενο βρέφος, ο Τζώρτζης χαϊδεύει -ξεκινώντας απο την κοιλιά- ολόκληρο το σώμα της Λαλέ και εκείνη του ανταποδίδει με στοματικό έρωτα.

Η θεία Μάριον συμβουλεύει τους δυο εραστές χωρίς να γνωρίζει πως πρόκειται για παιχνίδι που παίζεται σε βάρος της ανηψιάς της Κάθριν. Συμβουλεύει λοιπόν απο τη μια τη Λαλέ να διεκδικήσει τον άντρα που αγαπά και, απο την άλλη, τον Τζώρτζη να προτιμήσει τη γυναίκα που τον αγαπά περισσότερο, «ζωγραφίζοντας» με λέξεις το χαρακτήρα της Λαλέ.

Κάποια μέρα, η Κάθριν τηλεφωνεί στη θεία Μάριον και την παρακαλεί να παρίσταται στη γέννηση του μωρού της απο τη Λαλέ, μια και είναι υποχρεωμένη να βρίσκεται στην Πάτρα για να δώσει εξετάσεις για το διδακτορικό δίπλωμά της.

Η θεία Μάριον βρίσκεται σε μια οικογενειακή συγκέντρωση όπου συναντά το Τζώρτζη, την Κάθριν, την αδελφή της Ντόροθυ και τη μητέρα τους Σούζαν. Η Σούζαν διαφωνεί με τον τρόπο απόκτησης του εγγονού της και θυμώνει με την κόρη της Κάθριν αποχωρώντας συγχισμένη, ενώ η Ντόροθυ προφασίζεται διάφορα για να μην είναι παρούσα κατά τη γέννηση του μωρού έχοντας αναπτύξει συναίσθημα σφοδρής ζηλοφθονίας για την αδελφή της, την οποία φθονεί για την τόλμη της.

Η Κάθριν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την όλη κατάσταση σαν υπόθεση ρουτίνας και αναχωρεί για Πάτρα με τον εναέριο σιδηρόδρομο.

Η θεία Μάριον δέχεται μετά χαράς να παραστεί στη γέννηση του μωρού και συμπαραστέκεται στο Τζώρτζη, ο οποίος είναι ο μόνος που αγγίζεται συναισθηματικά απο το μυστήριο της γέννησης.

Περπατούν οι δυο τους (Μάριον και Τζώρτζης) προς την κλινική όπου θα γεννηθεί το μωρό και τότε η θεία Μάριον καταλαβαίνει μετά την διήγηση του Τζώρτζη, που της εξομολογείται τα συναισθήματά του για τη Λαλέ, ότι πρόκειται για τους διαδικτυακούς φίλους της Straton και Astride.

Η θεία Μάριον, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά της, κρατεί μια στάση που ξαφνιάζει το Τζώρτζη, προτείνοντάς του να κρατήσει εκείνη το νεογέννητο, αφήνοντάς τον ελεύθερο να ζήσει τον έρωτά του με τη Λαλέ. Οταν φτάνουν στην κλινική, το μωρό έχει ήδη γεννηθεί.

Ο Τζώρτζης πηγαίνει να συναντήσει τη Λαλέ και η θεία Μάριον πάει στο γραφείο του ειδικού γυναικολόγου για να κανονίσει τις λεπτομέρειες υιοθεσίας του μωρού απο εκείνη. Ο γυναικολόγος είναι μια έκπληξη για τη θεία Μάριον. Είναι ο παιδικός της φίλος Ντριού. Βρίσκουν μαζί ένα τρόπο να υιοθετήσουν το μωρό και να ξαναφουντώσουν το νεανικό τους έρωτα.

Ο τρόπος που προτείνει ο Ντριού είναι ένα ειδικό τεστ, το τεστ της ντομάτας. Με το τεστ αυτό αποδεικνύεται εύκολα και γρήγορα τίνος γονίδια υπερτερούν σε ενέργεια. Ο Ντριού έχει μια μικρή μανία ως επιστήμων, να προσθέτει δηλαδή και δικό του γονιδιακό υλικό σε κάθε επέμβαση που πραγματοποιεί, κάτι που προβλέπεται απο ειδικό νόμο. Ο Νόμος αυτός επιτρέπει το συμπλήρωμα γονιδιακού υλικού απο τον επιστήμονα που διενεργεί την επέμβαση με οικονομικό αντίτιμο μια έκπτωση της τάξης του 30% στο συνολικό κόστος της αμοιβής του. Ο γιατρός ενημερώνει σχετικά τους υποψήφιους γονείς, οι οποίοι συνήθως το δέχονται.

Ο δόκτωρ Ντριού έχει εφεύρει ένα ειδικό τεστ για τον εντοπισμό των δικών του γονιδίων με την αντίδραση του υλικού αυτού σε ντοματόζουμο. Εφόσον αποδειχτεί με το τεστ η υπεροχή της ενέργειας των δικών του γονιδίων, έχει δικαίωμα ο ειδικός επιστήμων να διεκδικήσει το γεννημένο πλέον παιδί αφού καταβάλλει την αμοιβή της «δανεικής μητέρας» αυξημένη κατά 50%.

Η τελευταία πράξη του έργου διαδραματίζεται στο αμφιθέατρο της κλινικής, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι οι ενδιαφερόμενοι ο Τζώρτζης, η Κάθριν, η Λαλέ, η θεία Μάριον, η Σούζαν, η Ντόροθυ και ο δόκτωρ Ντριού. Καθένας αναπτύσσει τα επιχειρήματά του για την κατοχή ή την απόρριψη του μωρού. Το τεστ της ντομάτας πραγματοποιείται σε ένα μεγάλο δοχείο γεμάτο ντοματόζουμο, όπου ρίπτεται μια σταγόνα αίμα απο το μωρό. Αν το υγρό αναβράσει, σημαίνει ότι το γονιδιακό υλικό του δόκτορα υπερτερεί, οπότε το μωρό ανήκει στο δόκτορα, αν όχι, το μωρό παραμένει στο Τζώρτζη και την Κάθριν και το διαχειρίζονται όπως εκείνοι θέλουν, το κρατούν ή το δίνουν στη θεία, ή...

Το τεστ της ντομάτας πετυχαίνει, το ντοματόζουμο αναβράζει, οπότε το μωρό ανήκει στο Ντριού, ο οποίος αγκαλιάζει την αγαπημένη του Μάριον και όλοι τελικά αισθάνονται ευτυχείς και απελευθερωμένοι!..
..καθένας για τους δικούς του λόγους, τους οποίους έχει εκθέσει ήδη..

____________________
ΣΗΜ. το θεατρικό είναι μισογραμμένο.


13 Νοε 2006

ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΜΕ ΤΑ ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΕΝΤΟΜΑ


(Θεατρική κωμικοτραγική παράσταση)


Πρόσωπα


1. Αντώνης
(πατέρας, μεσόκοπος συνταξιούχος, παραιτημένος απο τις χαρές της ζωής, πικρόχολος)
2. Αννα
(μητέρα, μεσόκοπη, ουδέτερο θηλυκό, άχαρη, ανέκφραστη)
3. Αρης
(γιός, νευρώδες σώμα και πνεύμα)
4. Βαρβάρα
(κόρη, παχουλή, ανέραστη νέα, δείχνει μικρότερη από την ηλικία της)
5. Γιάγκος
(περιπτεράς, 40άρης, πολυδιαβασμένος αλλά με άστοχο χιούμορ)
6. Ρούλα
(γειτόνισσα, μεσόκοπη αλλά νεάζουσα, συνταξιούχος καθηγήτρια ή κάτι τέτοιο)
7. Αβραάμ
(ηλεκτρολόγος, 40άρης, τεμπελάκος για όλες τις δουλειές της γειτονιάς, νεανική εμφάνιση, έξυπνος παρ’ όλ’ αυτά)
8. Λάρρυ
(ευρωπαίος τουρίστας, μουσικός, «ρεμάλι» της Τέχνης)
9. Αμάντα
(30άρα νεαρή σερβιτόρα της κοντινής ταβέρνας, έξυπνη, μέσα για μέσα στη ζωή)
10. Αρετή
(ταμίας του μπακάλικου, φίλη κολλητή της Αμάντας, κάπως ωμή και κάπως μεγαλύτερη)


Σκηνικό

Σε μια μικρή πλατεία, πόλης, χωριού, οπουδήποτε. Με παγκάκια, φωτιστικά δρόμου, φυτά, πιθανόν και συντριβάνι.

πρώτο πλάνο (εμπρός)

Αριστερά: Ενας τοίχος με μπαλκόνι χαμηλό, π.χ. ημιορόφου (κάπως λοξά βαλμένος, σχετικά με την πλατεία)
Κρέμονται παπλώματα, σεντόνια, κλπ.
Στρωμένο τραπέζι για πρωϊνό.

Δεξιά: Ενα περίπτερο (η μια του πλευρά απ’ όπου φαίνεται ο περιπτεράς, όταν βρίσκεται μέσα)

δεύτερο πλάνο (πίσω)

ταβέρνα + μπακάλικο (ζωγραφισμένα στο βάθος της σκηνής)


Ηχοι


Ακούγονται ήχοι δρόμου σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, παράλληλα με τις ατάκες των ηθοποιών.
Κορναρίσματα, λεωφορείο που κάνει στάση, τραγούδια απο τζουκ-μποξ, φωνές, ομιλίες, γαυγίσματα, παιδιά που παίζουν, κλπ. Η ένταση αυξομειώνεται ανάλογα με τις συζητήσεις. Ο σκηνοθέτης αποφασίζει για το είδος και το πλήθος των ήχων.


Σκηνή 1η


Είναι πρωΐ. Λιακάδα.

α) στο μπαλκόνι

Η Αννα (μάνα) βγαίνει στο μπαλκόνι να τινάξει τα σεντόνια. Παίρνει ένα, το τινάζει ελαφρά και το μαζεύει τυλίγοντάς το.
Μουρμουρίζει βραχνά κάτι σαν τραγούδι. Στρώνει τραπέζι για πρωϊνό.
Κινεί τα χέρια στον αέρα, λες και σκοτώνει κουνούπια.
Εμφανίζεται δίπλα της ο Αντώνης (πατέρας). Μετά, τα παιδιά τους, (Αρης και Βαρβάρα) καθένα με τη σειρά του. Κάποτε βρίσκονται όλοι μαζί στο μπαλκόνι, κάποτε τρείς απο αυτούς, πότε εμφανίζονται δυο δυο και πότε ένας μόνος του.
Πότε κάθονται και πότε στέκουν όρθιοι.

β) στο περίπτερο

Ο Γιάγκος ταχτοποεί τις εφημερίδες, κλπ, έξω απο το περίπτερο. Φτάνει ο Αβραάμ και πιάνουν την κουβέντα.

γ) στην πλατεία, γενικά

Περνούν διαδοχικά διάφορα πρόσωπα, η Ρούλα, ο Λάρρυ, η Αμάντα, η Αρετή. Μιλούν μεταξύ τους, αλλά και με τους ενοίκους του μπαλκονιού (Αρης, Αννα, Βαρβάρα, Αντώνης), καθώς και με τον περιπτερά (Γιάγκος) και τον ηλεκτρολόγο (Αβραάμ)

Γενικές σημειώσεις για την 1η σκηνή

1. Οι διάλογοι μπερδεύονται μεταξύ τους και είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιος μιλά σε ποιον, ποιος ρωτά και ποιος απαντά και σε τί ακριβώς. Οσοι βρίσκονται στην πλατεία κινούνται καθώς μιλούν, καθώς επίσης και όσοι μένουν στο διαμέρισμα με το μπαλκόνι -μπαινοβγαίνουν.

2. Γενικά, ο Αντώνης απευθύνεται στην Αννα, που δεν του δίνει σημασία. Κανείς δεν του δίνει σημσία. Ολοι απευθύνονται στην Αννα. Πιστεύουν ότι η Αννα έχει τις απαντήσεις για όλα. Η Αννα όμως βρίσκεται στον κόσμο της, καθώς και τα παιδιά της.

3. Ολοι τους χρησιμοποιούν λέξεις των οποίων -είναι φανερό- ότι δεν γνωρίζουν το ακριβές νόημα, σαν να θέλουν να επιδείξουν γνώσεις που δεν έχουν. Επίσης, παίζουν ένα παιχνίδι εντυπωσιασμού, παράλληλλα με το παιχνίδι λέξεων που παίζουν με τη Βαρβάρα.

4. Ο Γιάγκος το παίζει σοφολογιώτατος.
Ο Αβραάμ, διαβασμένος, ερωτύλος.
Η Ρούλα κάνει τη χαζούλα.
Ο Λάρρυ μιλάει ξενικά και συμπληρώνει τα κενά.
Η Αμάντα βάζει καίρια ερωτήματα.
Η Αρετή δίνει καφτές απαντήσεις.
Ο Αρης είναι συνεπής με την εικόνα του, ο μόνος αυθεντικός.


ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ

Η Αννα βγαίνει στο μπαλκόνι και στρώνει το τραπέζι για πρωϊνό. Τα σκεπάσματα ήδη κρέμονται για να αεριστούν.
Μετά την Αννα βγαίνει ο Αντώνης.
Ο Γιάγκος βρίσκεται έξω απο το περίπτερο, όταν έρχεται (από δεξιά) ο Αβραάμ. Στη συνέχεια, μπαινοβγαίνει ταχτοποιώντας τις εφημερίδες.

Αννα: Σιδερένια έντομα! Πανάθεμά σας! (κυνηγά κουνούπια)

Αντώνης: Τίποτα για σήμερα. Νεκρός. Ετσι Αννα; (τεντώνεται με χασμουρητό)

Αβραάμ: ’Οξινος ηλεκτρισμός μετάλλου... (κοιτάζει την Αννα, αλλά μιλά στον περιπτερά Γιάγκο)

Γιάγκος: (διαβάζει τίτλους εφημερίδων) Ο πρώϊμος νοήμων διαφθορέας διαρρηγνύει τα ιμάτιά του. Κοίτα πράγματα! Ο μανάβης Απόστολος πνίγηκε στη θάλασσα... Τι γίνεται εκεί βρε Αβραάμ; (στρέφει προς το μπαλκόνι)

Αβραάμ: Η οργή είναι πιο γλυκειά από τον έρωτα.

Γιάγκος: Ο έρωτας είναι πιο οργισμένος από το θυμό.

Αβραάμ: Ο έρωτας χωρίς πρόσωπο.

Αννα: Ο έρωτας... Πφφ... Λαστιχένιο πλάσμα, όξινο πλαστικό. Καλημέρα Γιάγκο. Καλά δεν τα λέω Αβραάμ;
Ξύπνησες αγοράκι μου; (στον Αρη που βγαίνει)

Αρης: Η εσκεμμένη συμπύκνωση των υπολειμμάτων του περιεχομένου, μπορεί να αποβεί επικίνδυνη ή μοιραία για την αποχέτευση! Καλά τα λες μάνα. Μάνα είναι μόνο μία. (τη χαϊδεύει στην πλάτη)

Η Αννα και ο Αντώνης μπαίνουν στο διαμέρισμα. Στο μπαλκόνι μένει ο Αρης. Κάθεται σε μια καρέκλα. Λίγο αργότερα, βγαίνει και η Βαρβάρα κρατώντας τετράδιο και μολύβι, όπου κάτι σημειώνει κάθε τόσο.


Αβραάμ: Ελαστικό λιπγκλός, συνθετικο τίποτα, νάϊλον,
πλέξιγκλας, τεχνητό φως. Εχει κάτι απο αυτά το περίπτερο; ’Η πρέπει να πάω στο μπακάλη;


Μπαίνει η Ρούλα από αριστερά, πίσω απο τον τοίχο με το μπαλκόνι. Πηγαίνει προς το περίπτερο σχεδόν χοροπηδώντας.


Ρούλα: χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα (ξεκαρδίζεται στα γέλια) Καλημέρα Γιάγκο! ’Ηρθε η εφημερίδα μου;
Γεια σου Αβραάμ με τα τρελλά σου!
Πότε θά ’ρθεις για κείνη την πρίζα;

Αρης: (μονολογεί) Εσπασα και χάθηκα... Τώρα είμαι ένας χαζός ποντικός που δεν ξέρει αν είναι ψάρι ή πουλί...

Αβραάμ: Και βέβαια θά ’ρθω ζουμερή μου γοργόνα!

Γιάγκος: Η εφημερίδα σου.. η εφημερίδα σου... (ψάχνει)


Βγαίνει η Βαρβάρα στο μπαλκόνι και μονολογεί σαν να παίζει ένα παιχνίδι, σημειώνοντας διαρκώς στο τετράδιό της:


Βαρβάρα: smile +(συν) σμίλη = (ίσον) σμιλεύω χαμόγελο
smallsmile = (ίσον) μικρό εργαλείο γλυπτικής για χαμογελαστά αγάλματα
nice party! = (ίσον) Να η Σπάρτη!

Γιάγκος: action s.t. = (ίσον) 'Aξιον Εστί! (φωναχτά για να ακουστεί καλά)

Βαρβάρα: όταν ένας ποντικός πιστεύει ότι είναι ψάρι ή πουλί παραμένει ποντικός; (στον Αβραάμ)

Αβραάμ: αλουμίνιο!

Ρούλα: αλουμινένιος ποντικός!

Αβραάμ: αλουμινένιο ψάρι ή πουλί!

Ρούλα: σκέψεις αλουμινίου!

Γιάγκος: σκεπτικός ποντικός!

Βαρβάρα: ανοξείδωτη σκέψη!

Αρης: Πόσο παράξενος θάνατος. Να πνιγεί τώρα που τα φρούτα πήζουν την αγορά... Τα πράγματα αντιστρέφονται και επιστρέφουν στον εαυτό τους. Τα φρούτα τρώνε το ένα το άλλο.

Αβραάμ: Ανοξείδωτη μνήμη! (συνεχίζει το παιχνίδι)

Βαρβάρα: φρούτα κανιβαλίζοντα!

Αρης: Καλή φάση! Το μυαλό... Είσαι μακριά... ρε... ξύπνα!!! Δεν είναι αργά!!!

Βαρβάρα: Τα φρούτα θα μας φάνε. Εμείς..;

Αρης: ’Ακαρδο μυαλό ή χαζή καρδιά, δεν έχει σημασία, έχεις την καταστροφή μέσα σου, αγαπάς πολύ τον εαυτό σου, φυγόπονο ζώο.

Βαρβάρα: αυτοκαταστροφικό αλουμίνιο

Ρούλα: ανοξείδωτο ξυπνητήρι!

Βαρβάρα: φυγόπονο φρούτο!

Γιάγκος: Το μήλο το έφαγε η Εύα, το φίδι τι έτρωγε όμως κι έγινε φίδι;

Αβραάμ: Οφιούχος Εύα!

Βαρβάρα: Δε γνωρίζω τι έτρωγε το φίδι. Πάντως είχε ιδέες! Πιθανό να έτρωγε ξυπνητήρια...

Αρης: Τα φίδια τρώνε ξυπνητήρια!

Αβραάμ: Κι όμως! Τα αληθινά ξυπνητήρια μπορούν να φάνε κάθε λογής φίδια.

Ρούλα: Τα ψεύτικα ξυπνητήρια τρώνε ανθρώπινο χρόνο!

Γιάγκος: Τα ρολόγια του Νταλί επανέρχονται στη φυσική τους κατάσταση και οι άνθρωποι στρεβλώνονται σε ερπετά...

Βαρβάρα: Τα ρολόγια του ο Νταλί τα πήρε μαζί του...

Γιάγκος: ύπατα πατώματα! (συνεχίζει το παιχνίδι)

Αβραάμ: πατώ σε επίφοβα πατώματα!

Βαρβάρα: η ’Υπατη Αρμοστία του ΟΗΕ πάσχει απο κίρρωση του ήπατος!

Αβραάμ: ΗΠΑ-τος (τονίζει το ΗΠΑ)

Βαρβάρα: ΗΠΑ-τώνουμε... μη πνιγούμε κιόλας!

Αρης: ή πάτος ή άνως. Ο Απόστολος πήγε στον πάτο πάντως...

Ρούλα: Η Παταγονία ή πάτα γωνία ύπατη αγωνία!

Βαρβάρα: Να σβήσω και κάτι! Γράφω ΚΑΙ ανοησίες! (σβήνει)

Αβραάμ: Βλέπω την τέχνη σοβαρά μα φοβάμαι τη λογοκρισία. Κάθε φορά που κλαδεύω, λογοκρίνω πρωταρχικά εμένα. Ας καθοδηγήσουμε το ποτάμι μέσα μας μοναχοί μας. Σαν ρεύμα ηλεκτρικό.

Βαρβάρα: Νοιώθω την τέχνη σαν παιχνίδι.

Αβραάμ: Σοβαρό παιχνίδι!

Ρούλα: Παίζω υπεύθυνα για τον άλλο!

Βαρβάρα: Παίζω. Μου αρέσει να παίζω. Το παιχνίδι είναι κάτι τι σοβαρό. Εχει κανόνες, γι αυτό.

Ρούλα: ΗΠΑ-τίτιδα!

Βαρβάρα: ΗΠΑ-ξίππα!

Αβραάμ: Πανώρια στέππα!

Ρούλα: στεπππάσου!!! Χαχαχαχαχαχα (χασκογελάει)

Βαρβάρα: Παίζω υπεύθυνα για μένα. Ο «άλλλος» απλώς... δεν παίζεται!

Αβραάμ: ο άλλλος που ποτέ για μας δεν έχει σταθερή ορθογραφία

Βαρβάρα: Ο άλλλος έχει άλλλη ορθογραφία. Με πολλά -λ-.

Ρούλα: ΟΥΑΟΥ!!!

Αρης: ΥΟΑΥΟ!!!

Αβραάμ: ΥΟΑΥΟ σημαίνει επιφώνηση από το αντίστροφο είδωλο του κόσμου. Μια επιφωνηματική επινόηση για εκείνο που δεν ειπώθηκε.

Γιάγκος: εκείνο_που_δεν_ειπώθηκε = (ίσον) ήχος_δίχως. Καλό;

Αβραάμ: Υπάρχουν πράγματα που δεν ειπώθηκαν, μόνο και μόνο επειδή δεν τόλμησαν να ειπωθούν.

Βαρβάρα: Πράγματα ή πλάσματα;

Αβραάμ: Πλάσματα. ’Ομως τι είναι πραγματικό;

Βαρβάρα: Πραγματικό είναι η εικόνα που φτιάχνουμε.

Ρούλα: Η εικόνα είναι πριβέ. Πρέπει να πάρουμε λουλούδια για τον τάφο του Απόστολου.

Αβραάμ: Πολλά κιλά λουλούδια για τη βιομηχανία των αρωμάτων. Η εικόνα του Απόστολου χάθηκε. Πνίγηκε μαζί του.

Βαρβάρα: χίλια κιλά = (ίσον) λουλούδια με τόννο! (σημειώνει)

Αρης: ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ ..ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ ΝΑ ΣΟΥ ΟΥΡΛΙΑΖΩΩΩΩ!!!

Βαρβάρα: Γ Ι Ο Υ Ρ Γ Ι Α ! ! !

Αρης: Θέλω να μιλήσω αλλά οι λέξεις νεκρές.

Βαρβάρα: ουρλιαξεμουαρη (ισοπεδωμένος τόνος φωνής)

Αρης: ΟΥΡΛΙΑΖΩ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΣΤΙΣ 6:00 ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΟΥ ΜΥΡΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΣΟΥ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΔΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΦΩΤΙΑ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΚΟΛΛΗΣΗΣ... (σταθερά δυνατός τόνος)
ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Βαρβάρα: Αννα, να ένα μήλο!

Αβραάμ: Ας επανεφεύρουμε τη γλώσσα ξαναδιαβάζοντας ασυμμόρφωτα τα αλφαβητάρια μας. Κάθε σφάλμα στην ανάγνωση του παλιού εμπεριέχει κάτι καινούριο. Σαν τον έρωτα. Σαν να ερωτευόμαστε ξανά και ξανά.

Βαρβάρα: Αννα να ένα πόδι!

Αρης: ...θελω πολύ να αλλάξω nickname: ΑΑΑΑΑΑΑ... ίσως μόνο τότε,κάποιος κάπου να με ακούσει. Θα αλλάξω nickname και θα απλώσω τα χέρια μου στην οθόνη....

Βαρβάρα: Αννα, να ένα χέρι!

Αρης: ΑΝΝΑ ΝΑ ΕΝΑΣ ΝΕΚΡΟΣ


Μπαίνει ο Λάρρυ. Ερχεται από το βάθος της σκηνής. Φορά πέδιλα και τσαλακωμένα ρούχα. Είναι αξύριστος. Μιλά με ξενική προφορά.


Λάρρυ: Φοβισμένα αντρωπάκια... μας χαλάτε... Τα σας φάνε τα παιντιά σας... εκντίκηση τα πάρουνε...

Βαρβάρα: Αννα, να ο Λάρρυ!

Αβραάμ: Αννα! το καλώδιοοοοοο!!!

Λάρρυ: Αννα, να ένα nickname: Καλώντιο!

Βαρβάρα: Αννα, ο φόβος υπάρχει;

Αρης: Αννα - Μάνα, δώσε την απάντηση. Πόσο πολύ φοβάσαι κάθε βράδυ. Οταν σιδερώνεις το μυαλό σου στην κουζίνα σου...

Αντώνης: (ακούγεται από μέσα) Το δικό μου το μυαλό το έκαψες... Θυμάσαι Αννα; ...που το ξέχασες το σίδερο στο μυαλό μου...

Βαρβάρα: (σημειώνει) «...Αρη σε φοβάμαι, είπε η Αννα και άλλαξε πλευρό...
Μετά, πήγε στην κουζίνα και έβγαλε το σίδερο απο την πρίζα. Το μυαλό είχε καεί αρκετά.
Για τούτο αφήνω το μυαλό μου ασιδέρωτο.»

Λάρρυ: Αντώνη, ντεν έκεις ντικαίωμα να ανατινάζεις το τρύπιο στομάκι σου... το κοιλιά σου τεσπάντων. Φτάνει πια με τον μέσα κόσμο. Σε περιμένουμε έξω...

Αρης: Ποιός είμαι και τι θέλεις από σένα; (παραλογίζεται)

Ρούλα: το ΜΗ και το ΘΑ τα σκοτώνει ο ΜΥ-ΘΟΣ

Αρης: MH ΘΑ ΝΑ ΤΑ ΝΤΑ ΝΤΑ Η ΘΑΛΑΤΤΑ.

Βαρβάρα: O υπερσυντέλικος είναι πολύ βαρύς... περισσότερο κι από τον παρακείμενο. Μόνο ντοπαρισμένοι τον ανατρέπουν (σημειώνει)

Λάρρυ: ΝΤΟ ΝΤΟ ΝΤΟ ρε μι φα σολ λα σι... Γιάγκο είντες το κιτάρα μου; Εντώ το άφησα εκτές... Στο παγκάκι.

Γιάγκος: Οχι Λάρρυ, δεν το είντα το κιτάρα σου! (κοροϊδευτικά) Εδώ την έχω.. μη τρομάζεις βρε... Τι σκάρωσες πάλι; Κάνα τραγουδάκι αντιπολεμικό; Πότε θα μας το πεις;

Λάρρυ: Μετά το κηντεία ή πριν; Πότε είναι πιο καλά; (παίρνει την κιθάρα του με λαχτάρα και κάθεται στο παγκάκι)

Αννα: (βγαίνει στο μπαλκόνι, τινάζει ελαφρά ένα σεντόνι, το τυλίγει γύρω από το χέρι της και ετοιμάζεται να ξαναμπεί μέσα στο διαμέρισμα) Πες τι θα δούμε για να ξέρουμε αν αξίζει τον κόπο. Θα είναι καλή η κηδεία ή θα τσιγγουνευτούνε το κονιάκ;

Λάρρυ: Τα παιντιά σου Αννα, παρά τη μετάλλαξη, έκουν ανάγκη ακόμη από ψυγκείο.

Γιάγκος: Σε χωματερές κλεισμένες τα φρούτα σαπίζουν αβίαστα. Καλά που τα αφήνει να βγαίνουν στο μπαλκόνι δε λες;

Ρούλα: Δεν είναι ανάγκη να λέγονται όλα... Αρκεί η μπόχα να κρατιέται μακριά.

Αντώνης: ΑΝΝΑΑΑΑ (φωνάζει από μέσα)

Αβραάμ: (συμπληρώνει γελώντας) βγάλε τα παιδιά απο την κατάψυξηηηη

Ρούλα: (συνεχίζει την ατάκα του Αβραάμ γελώντας και αυτή) ...και βαλε τον ιπποπόταμοοο

Αρης: Αυτοκαταπίεση Ολέ!

Λάρρυ: Και αυτολογκοκρισία... αλλά ντεν είναι ανάγκη να λέγκονται όλα...


Ερχονται η Αμάντα με την Αρετή από το βάθος, πιασμένες χέρι χέρι. Προχωρούν προς το περίπτερο.


Αμάντα: Ποιος αντέχει την αλήθεια, ποιος ξεβολεύεται για χάρη της;

Αρετή: Η αλήθεια είναι το απλούστερο πράγμα. Βοηθά να θυμάσαι τι έχεις πει.

Γιάγκος: Γιατί λοιπόν να «ξεβολεύει» η αλήθεια; Επειδή το ψέμμα είναι βολικό;

Αβραάμ: Καλώς τα τα κορίτσια! Τα μάθατε για τον Απόστολο... Θα ’ρθείτε στην κηδεία έτσι; Φρίκη... και να μην ήξερε κολύμπι... να πω... ’Ηταν και χειμερινός κολυμβητής πανάθεμα! Ωχ! (δαγκώνεται για την απρέπεια)

Ρούλα: Αλλωστε, καθένας έχει μια δική του ξεχωριστή αλήθεια να εκφράσει.

Αβραάμ: ΤΟ ΑΫΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΦΗΜΕΡΟ. ΑΑΑΧΧΧ

Βαρβάρα: Το εφήμερο της Υλης σταυρώνει τις αλήθειες!

Αρετή: Το άϋλο και το εφήμερο εξημερώνουν την αλήθεια.

Αμάντα: Αρετή, φοβάσαι; Τι φοβάσαι; Γιατί φοβάσαι;

Αρετή: Αυτό που θα μπορούσα να φοβηθώ ειναι οι δικές μου εικόνες. ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΕΣ ΜΑΣ ΕΙΚΟΝΕΣ... ιδίως ο φόβος.

Βαρβάρα: Δηλαδή... όταν δεν σχηματίζω την εικόνα του φόβου στο μυαλό μου, δεν έχω τίποτα να φοβηθώ..; Να το σημειώσω... (σημειώνει)

Ρούλα: Ο μπαμπούλας κρύβεται προσεχτικά στα πιο όμορφα πράγματα. Λες να φοβάται;

Αρης: Φόβος-Φενάκη-Εικόνες- Δειλία-Τεμάχια Ανάμνησης. Δεν έχετε άδικο τελικά! Φοβάμαι όμως πάλι... Πάμε απ’ την αρχή: Φόβος, φενάκη, εικόνες, δειλία... (ο ήχος της φωνής του σβήνει βαθμηδόν)

Αβραάμ: Ο φόβος, όπως και η επιθυμία, είναι... και κάτι πριν τη σκέψη... δεν έπεται μόνο αλλά και προηγείται. Είναι σε μεγάλο βαθμό εγγενής. Αναβλύζει, όπως και η επιθυμία, άλαλος.

Γιάγκος: Ο φόβος όπως και η επιθυμία δεν μπορούν να στοχευτούν εύκολα από τη σκέψη, οι σκέψεις αναβλύζουν από το φόβο. Ο φόβος είναι σαν ένας προβολέας που φωτίζει τη συνείδηση.

Αρης: ΦΟΒΑΚΙ ΜΟΥ ΚΑΛΟ ΦΕΓΓΕ ΜΟΥ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΩ...

Βαρβάρα: ο φόβος ειναι σκοτΑδι (το Α βαθύ, μια οκτάβα κάτω)

Λάρρυ: Η Φύση ντίνει το κρώμα ο άντρωπος το κρήμα.. τα λεφτά ντηλαντή... που ντεν έκουν κρωματάκι...

Αρετή: Ο άνθρωπος δίνει το χρώμα στην «εικόνα» η Φύση στο «πραγματικό».

Αμάντα: Τι σημαινει ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ..; ο φόβος είναι κάτι τι «πραγματικό»; Τι χρώμα έχει;

Αρης: Δεν υπάρχει φόβος... Υπάρχουν άδεια δωμάτια μόνο, χαλασμένα πρωτοβρόχια και βουβά ραδιόφωνα... Υπάρχει το πτώμα του κυρ Απόστολου... και περιμένει να θαφτεί...

Αμάντα : Tα σκυλιά μυρίζουν το φόβο! Δεν είναι πραγματικός..;

Αβραάμ: Οταν πλησιάσω τη φλόγα του αναπτήρα ξαφνικά μπροστά στα μάτια σου δε θα τρομάξεις; Στο φόβο υπάρχει μια ενστικτώδης αρχή αυτοσυντήρησης που θέτουμε ως άλλοθι για την παθητικότητα.

Ρούλα: (επαναλαμβάνει σαν ηχώ του Αβραάμ)
Οταν πλησιάσω τη φλόγα του αναπτήρα ξαφνικά μπροστά στα μάτια σου δε θα τρομάξεις; Στο φόβο υπάρχει μια ενστικτώδης αρχή αυτοσυντήρησης που θέτουμε ως άλλοθι για την παθητικότητα.

Αμάντα: Ο φόβος είναι κάτι βαθύτερο απο τη ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ τρομάρα... και... τα σκυλιά μυρίζουν τις εκκρίσεις μας. Οταν δεν φοβόμαστε δεν αλλάζει η μυρωδιά μας. Ετσι δεν είναι;

Αρετή: Φόβος δεν σημαίνει αυτοσυντήρηση. Συντηρώ καλύτερα τον εαυτό μου όταν δεν του επιβάλλω το μαρτύριο του φόβου.

Βαρβάρα: Τι θα γίνει με το παιχνίδι μας; Ντρέπομαι να σας το θυμίζω.. αλλά.. πρέπει να το τελειώσω...

Λάρρυ: Τα πάμε όλοι μαζί στο κηντεία του Απόστολος; Εντάξει;

Βαρβάρα: O φόβος αναπτύσσεται όπου η λειτουργία των νεφρών είναι προβληματική. Το διάβασα μόλις πριν από λίγο.. το είπε και η τηλεόραση.. Το σημείωσα: ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΣΑΣ!

Γιάγκος: Μου αρέσει αυτό το κουτάκι επειδή με περιορίζει.

Αρης: Φοβάμαι!!! τα νεφρά μου!!!

Αντώνης: (μισοβγαίνει στο μπαλκόνι) Δεν μου αρέσει εδώ.. Αυτή η γειτονιά με χαλάει... Εχω κλειστοφοβία.

Αρετή: Να αποφεύγετε τα νεφρά. Είναι λιπαρά.

Λάρρυ: Με τα λόγκια φαίνεται πως έκουμε λύσεις γκια το φόβο. Φτιάκνουμε μύτους γκια το τι είναι και τι ντεν είναι...

Βαρβάρα: «Τα λόγια είναι όπλα, οι σκέψεις οχυρά.» Κάποιος το είπε και το έχω σημειώσει.. Νάτο! (δείχνει το τετράδιό της)

Αρετή: Το μικρό μυαλό φρακάρει απο το φόβο, για τούτο ας φροντίζουμε για την ανάπτυξή του.

Αντώνης: Αννα, να μια κατσαρίδα! Μεταλλική μάλιστα...

Βαρβάρα: Αρη, φοβάσαι τις σιδερένιες κατσαρίδες;

Αρης: Δεν φοβάμαι τη βλάττη, φοβάμαι τις γαρίδες... Οι γαρίδες άραγε τρώνε ανθρώπινα κρέατα;

Βαρβάρα: Αρη, το παραξήλωσες! Τι είναι η βλάττη; Να ανοίξω λεξικό; Α! Βλάττη, κοινώς κατσαρίδα...

Αντώνης: Αννα, να μια... κατσαβίδα! (καγχάζει δείχνοντας τα αχαμνά του)

Αρης: Σημείο, σχήμα, εικόνα, μαγική αξία, συνθηματική Πίστη. Ξέρει κανείς το τροπάριο... αυτό που ψέλνουν στις κηδείες δηλαδή...

Αμάντα: Φοβάστε τις λέξεις;

Αρης: Να μια λέξη φοβερή: Ζαβαρακατρανέμια!!!

Αρετή: Και ο φόβος έχει σημεία στίξης,να κάτι κοινό με τις λέξεις. Παρενθέσεις, αγκύλες, σταυρουδάκια..

Αρης: «ΑΥΤΗ Η ΑΓΑΠΗ ΓΛΑΣΤΡΑ ΚΑΤΕΒΑΖΕΙ» χιχιχι (κρατά μια γλάστρα, έτοιμος να την εκσφενδονίσει καθώς λέει τραγουδιστά -σε σκοπό γνωστού τραγουδιού- την φράση, σκάζοντας ειρωνικό γελάκι) Αννα, να την πάμε στον τάφο;

Βαρβάρα: Αννα - Μάνα, ποια λέξη φοβάσαι; Πες τη να τη σημειώσω...

Αμάντα: Ποιο σημείο στίξης σας προκαλεί πανικό;

Αβραάμ: Ερωτευτείτε τα ερωτηματικά σας..!

Λάρρυ: Η τελεία μέτε-λειώνει και η παύλα μέσκο-τώνει! χαχαχαχαχα (ξεκαρδίζεται στα γέλια) Σωστά ντεν το είπα; Ντεν έκανα ούτε ένα λάθος! Λαλαλα

Ρούλα: Η τελεία με σκοτώνει και η παύλα με ξενερώνει... δώσ’ μου κόμμα με λατρεία και ας είν’ και στην κηδεία... Μπορεί και στη δική μου... Αχ, βρε Απόστολε τι πήγες κι έκανες..!

Γιάγκος: (βγάζει το κεφάλι του απο το περίπτερο)
Με τρείς τελείες που ένωσες... Με μιά σου παύλα μ’ αποξένωσες. Καλό;

Αρης: Το δηλητηριασμένο μυαλό αποδέχεται γλυκούς περιορισμούς... Παρενθέσεις... τελείες... εισαγωγικά...

Αβραάμ: Φοβάμαι το θαυμαστικό γιατί μου θυμίζει τη λέξη που με πανικοβάλλει περισσότερο απ’ όλες... «απεραντωσύνη»!

Βαρβάρα: Εμένα με φοβίζει το λατινικό ερωτηματικό.

Ρούλα: Κι αν ερωτευτώ, με ένα ερωτηματικό... θα ερωτηθώ για τον έρωτα αυτό... ή θα σωριαστώ σαν το ναυαγό... στην παύλα μου να κρεμαστώ... κι έτσι να θαυμαστώ..; χιχιχι (χαζογελάει)

Αρης: Μη κρεμαστείς στην παύλα.. Δεν αντέχει! (ωμά)

Βαρβάρα: Φοβάμαι το λατινικό ερωτηματικό, γι αυτό το χρησιμοποιώ. Κάνω απομυθοποίηση. Καλό, ε;

Αρης: Τα σσσσφάξαμε τα ερωτηματικά! Μείνανε μόνο κόμματα και εμείς. Από την σύγκρουση κομματιάστηκαν και οι παύλες σε τελείες....

Ρούλα: Να ερωτευτούμε το φόβο μας για να ξεδηλητηριαστεί το μυαλό μας.

Αμάντα: Πόσες τελείες πρέπει να κολλήσουμε για να έχουμε μια παύλα;

Αρης: Τόσες όσες φορές σφαδάζει η γλώσσα για.. για να ξεστομίσει ενα ερωτηματικό!

Βαρβάρα: ΑΝΝΑ! η γλώσσα σφαδάζει! αποτελειώστε τη!


Αρης: Δεν ξέρω τί φταίει... Η γλώσσα δεν τεμαχίζεται, διαλύεται μόνο σε λάθος χρώματα. Κάθε φορά που ξεκινά... ξεγλυστράει! Σαν το ψάρι... Χρειάζεται καμάκι να την καμακώσεις για να σταθεί ακίνητη. Οι καλύτερες γλώσσες είναι οι νεκρές. Σανσκριτικά ας πούμε. Μόνο που δεν τρώγονται τηγανητά... χαχαχα (γελά και αμέσως μετά συννεφιάζει)
Και του Απόστολου η γλώσσα είναι νεκρή τώρα, αν και, μόλις προχθές, λαλούσε σαν πουλάκι...

Βαρβάρα: ΓΛΩΣΣΑ ΓΛΥΣΤΕΡΗ ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΗ (σημειώνει)

Αμάντα: Δεν κοιτάζουμε τα μούτρα μας ταχτικά στον καθρέφτη.. γι αυτό δεν τα αναγνωρίζουμε..; χμμμ...

Αρετή: ΟΜΙΧΛΗ... (υπόκωφα) ο καθρέφτης θόλωσε...

Ρούλα: Ολα τα κατάπιε η ομίχλη... ο χαρακτήρας έλυωσε... χάθηκε σαν ποτέ να μην υπήρξε... (με ποιητική διάθεση)

Βαρβάρα: ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ (σημειώνει)

Αβραάμ: Eχουμε ακόμη τις αναμνήσεις ενός παλιού ειδώλου του ανθρώπου και της κοινωνίας του, που θεωρούσαμε απλό και ξεκάθαρο.

Αρης: Ψηλαφίσματα, προσανατολισμοί, ψίχουλα, συντρίμμια, κομμάτια πριονιού, κάποια παράφρονα παραληρήματα... Ολα μπορούν να βοηθήσουν να αποκατασταθεί το χαμένο μήνυμα (μονολογεί απευθυνόμενος στον εαυτό του)

Βαρβάρα: Η ομίχλη καλύπτει τα χρώματα και τα γυαλιά δε βοηθούν την όραση. ΒΟΗΘΕΙΑ!!! ΔΕ ΒΛΕΠΩΩΩΩ
Πώς θα γράψω τώρα;

Αρης: Αυτό το γραπτό δεν εξαιρείται, παρά κάνει -όπως όλα τα γραπτά- μια παράλογη και αηδιαστική προσπάθεια να κάνει εντύπωση σ’ έναν κόσμο ακίνητο και άπληστο. (συνεχίζει τον παράξενο μονόλογό του)

Λάρρυ: Ο κορός αρκίζει. Σκουλήκια ασυντόνιστα πάλλονται παράφωνα, το κατένα με το ντικό του τέμπο... Κορευτικά κύματα καράς. Πάμε παιντιά; Τα κάσουμε το κηντεία.

Αρης: Και δεν πάμε..; Μάζα μ’ αγαπάς; (προς όλους)
Αννα, να η μάζα! (δείχνει προς την πλατεία)

Αρετή: Βαρβάρα, το βρήκα! Το χαμένο μήνυμα βρέθηκε! Ειναι το ΜΗ-νήμα των λέξεων που συντίθενται ΑΠΟ-χωριζόμενες. Σημείωσέ το!

Βαρβάρα: Αννα, ΝΑΤΟ το μήνυμα! (σημειώνει)

Αρετή: Ask me, ask me, ask me about everything! Ask me about skull and bones

Λάρρυ: I bye I bye I bye I bye I bye

Αρης: Μπλα μπλα μπλα μπλα και μπλα

Βαρβάρα: Blue, blue, blue, blue and blue

Αμάντα: Αντε πια! Κατεβείτε να πηγαίνουμε!..


Φεύγουν όλοι μαζί με το Λάρρυ να πηγαίνει μπροστά με την κιθάρα του, το Γιάγκο να κατεβάζει τα ρολά του περιπτέρου, τον Αβραάμ να κρατά τη Ρούλα αγκαλιά, την Αρετή με την Αμάντα αχώριστες, την Αννα να κρεμιέται από το μπράτσο του Αρη, τη Βαρβάρα να περπατά σημειώνοντας πάντα, και τον Αντώνη τελευταίο να προχωρεί παραπατώντας.


Κλείνει η ΑΥΛΑΙΑ ενώ ακούγεται να τραγουδούν το τραγούδι*:

Ζωγραφίζω το κόκκινο
βλέπω αίμα αντί χαρά
ζωγραφίζω το ρόδινο
βλέπω σπλάχνα ανοιχτά.
Ζωγραφίζω γαλάζιο
γύρω μελανιασμένα πτώματα
πράσινο βάζω της ελπίδας
στο χορτάρι χολή.

Μαύρο έβαλα στο τέλος
μ’ ένα μικρό αστράκι
ν’ αχνοφέγγει στα βάθη
κατακίτρινο φωτεινό.

Ο ήλιος μίκρυνε αλλά ήλιος πάντα μένει...
Ο ήλιος μίκρυνε αλλά ήλιος πάντα μένει...


*Είναι μελλοποιημένο.

Σκηνή 2η


Είναι βράδυ.

α) στο μπαλκόνι

Η Αννα στέκεται όρθια στο μπαλκόνι και κυνηγά κουνούπια με το γνωστό τρόπο.

β) στο περίπτερο

Ο Γιάγκος ταχτοποιεί τις εφημερίδες, κλπ, έξω απο το περίπτερο. Τις ντανιάζει δεμένες. Το περίπτερο ανοιχτό, φωτισμένο.

γ) στην πλατεία

Η πλατεία είναι φωτισμένη. Ενα μεγάλο τραπέζι στο κέντρο της, όπου κάθονται οι ήρωες, εκτός από την Αννα και τον Λάρρυ.
Ο Λάρρυ κάθεται στο παγκάκι και γρατσουνά την κιθάρα του. Μιλούν μεταξύ τους για την κηδεία του Απόστολου.
Ο τρόπος που κάθονται, καθώς και η θέση του καθένα, μένουν στην έμπνευση του σκηνοθέτη.


Γενικές σημειώσεις για την 2η σκηνή


1. Γίνεται κάτι σαν μνημόσυνο του Απόστολου. Ψάχνουν να βρουν την αιτία της αυτοκτονίας του. Επειδή ο Απόστολος αυτοκτόνησε, όπως αποκάλυψε η γυναίκα του, η Ελπίδα.

2. Οπως στην πρώτη σκηνή ο Απόστολος ήταν ένας αφανής πρωταγωνιστής, έτσι στη δεύτερη είναι η γυναίκα του, επίσης αφανής, πρωταγωνίστρια. Ολοι μιλούν για λογαριασμό της χωρίς να είναι παρούσα, αν και ζωντανή.

3. Οι διάλογοι είναι σαφείς και δεν μπερδεύονται πια μεταξύ τους. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ποιός μιλά σε ποιόν, ποιος ρωτά και ποιος απαντά και σε τι ακριβώς.



Αβραάμ: Ωραία κηδεία!

Ρούλα: Ναι, πολύ κυριλέ...

Αμάντα: Μα... έχω μια απορία...

Αρετή: Και ’γώ!

Αμάντα: Για πες...

Αρετή: Οχι, πρώτα εσύ.

Αρης: Να πω εγώ;

Ολοι μαζί: Ναι!

Αρης: Να... γιατί το πτώμα ήταν ακέφαλο;

Αβραάμ: Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα...

Αντώνης: (φωνάζει) Αννα!!! τι λες..;

Γιάγκος: Ασ’ την αυτήν. Αν δε σκοτώσει και το τελευταίο κουνούπι, δεν κατεβαίνει!

Βαρβάρα: Να του τό ’φαγε κανας καρχαρίας...

Γιάγκος: Καρχαρίας στη Βάρκιζα..; Θα τό ’χαν γράψει οι εφημερίδες.

Ρούλα: Θα τό ’χε πει η τηλεόραση!

Αρης: Εγώ ακούω ραδιόφωνο.. δεν είπαν τίποτα.

Βαρβάρα: Τότε..;

Αβραάμ: Η γυναίκα του, η Ελπίδα, έδωσε κάποια εξήγηση;

Αντώνης: Τι να ξέρει η γυναίκα!

Αβραάμ: Κι όμως, κάτι θα ξέρει. Για θυμήσου το ύφος της... Πώς μας κοίταζε...

Αρετή: Ναι... το βλέμμα της έκρυβε κάποιο μυστήριο... Κυρία πάντως με τα όλα της... δεν τσίριζε όπως γίνεται συνήθως.

Αμάντα: Τελικά, ο κυρ Απόστολος αυτοκτόνησε..;

Λάρρυ: (στρέφει προς τους άλλους) Μπορεί... αλλά μπορεί και όκι... Γκιατί να το κάνει αυτό στον εαυτό του; Μια καρά πήγκαινε το μαγκαζάκι του... το μανάβικο...

Αβραάμ: Νά ’τανε χειμώνας, να πω... αλλά... καλοκαιριάτικα..;

Γιάγκος: Σωστά. Το καλοκαίρι είναι η εποχή των μανάβηδων!

Αντώνης: Επασχε από τα νεφρά του.

Γιάγκος: Δύσκολος ο κολικός του νεφρού.

Αβραάμ: Μήπως είχε καρκίνο;

Ρούλα: ...Εητζ...

Αβραάμ: Αντε βρε! Οικογενειάρχης άνθρωπος! Ακου, έητζ...

Ρούλα: Γιατί; Μπορεί κάπου να τσιλιμπούρδιζε...

Αντώνης: Ποιος; Ο Απόστολος; χαχαχαχα ας γελάσω!

Ρούλα: Αν είχε κάνει κάποια μετάγγιση... άσε που κολλάει και στον οδοντίατρο...

Αβραάμ: Σώωωωωπα! Μια χαρά ήταν ο άνθρωπος!

Ρούλα: Τότε;

Αμάντα: Ε, θα το μάθουμε σε λίγο. Υπομονή.

Αρετή: Σωστά. Γιατί μαζευτήκαμε εδώ πέρα; Επειδή μας παρακάλεσε η Ελπίδα. Θα στείλει κάτι, είπε, που αφορά όλους μας.

Ακούγεται ήχος από μηχανή που μαρσάρει και, αμέσως μετά, χτυπά το κινητό τηλέφωνο του Γιάγκου. Το σηκώνει και απαντά.


Γιάγκος: Ναι... Α! Μάλιστα. Θα κοιτάξω αμέσως. (κλείνει και απευθύνεται στους υπόλοιπους)
Είναι ένα δέμα πίσω από το περίπτερο. Η Ελπίδα ήταν. Μόλις άφησαν ένα δέμα για μας κι ένα γράμμα... Πάμε να δούμε!

Αρης: Δεν είμαι περίεργος.

Βαρβάρα: Θα ήθελα να δω το γράμμα. Αν έχει καμμιά καινούρ-ι-α λέξη. «Και + (συν) νι, χάριν ευφωνίας, + (συν) ούρια = (ίσον) και ευτυχισμένη λέξη...»
(σημειώνει, πάντα στον κόσμο της)


Σηκώνονται ο Αβραάμ και ο Αντώνης και πάνε μαζί με το Γιάγκο να κοιτάξουν πίσω από το περίπτερο. Επιστρέφουν σηκώνοντας με κόπο ένα μεγάλο δέμα.
Ο Αντώνης κρατά ένα φάκελλο. Τοποθετούν το δέμα πάνω στο τραπέζι. Ο Αβραάμ, ξετυλίγει το -καλά συσκευασμένο- δέμα και αποκαλύπτει έναν μεγάλο, μαύρο σιδερένιο τέντζερη με καπάκι. Ξεχύνεται μια μυρωδιά ψητού. Μετά, δίνει το γράμμα στην Αμάντα.


Αβραάμ: Πάρε. Κοιτάξτε.. «Αμάντα» γράφει απ’ έξω.

Αμάντα: Γράφει και κάτι άλλο: «Να ανοιχτεί και να διαβαστεί από την Αμάντα, επειδή έχει ωραία φωνή και επειδή δουλεύει στην ταβέρνα. Επίσης, όταν ανοιχτεί αυτό το γράμμα, να μη λείπει κανείς από τους αγαπητούς μου γείτονες και φίλους. Να είναι όλοι παρόντες, εκτός από την Ελπίδα, την αγαπημένη μου γυναίκα.» Μάλιστα...
(στρέφει προς το μπαλκόνι και φωνάζει)
Αννα!!! Κατέβα επιτέλους!

Ολοι μαζί: Αααανννναααα!!!!

(πριν τελειώσουν, η Αννα είναι ήδη στην πλατεία και κάθεται δίπλα στον Αρη, το γιο της. Ο Λάρρυ αφήνει την κιθάρα του στο παγκάκι και παίρνει θέση κι αυτός στο τραπέζι.)

Αμάντα: Απαρτία λοιπόν. (σκίζει το φάκελλο) Προσοχή τώρα. Διαβάζω:
«Αγαπημένοι μου γείτονες και φίλοι,
Θα απορείτε σίγουρα πώς μου ήρθε να πάω να πνιγώ στα καλά του καθουμένου. Και μάλιστα, σε μια εποχή που το μαγαζάκι μου πήγαινε τόσο καλά, τα οικονομικά μου ήταν ανθηρότατα και η γυναικούλα μου, η Ελπίδα μου, με λάτρευε.
Για τούτο ακριβώς λοιπόν πήγα και φουντάρησα! Τι δηλαδή, να περιμένω να καταντήσω χούφταλο, με προβλήματα στην καρδιά και τα νεφρά, ένας γκρινιάρης γέρος, ένας γεροξεκούτης και γεροπαράξενος;
Γιατί διάλεξα να πνιγώ; Επειδή, όπως ξέρετε, λατρεύω τη θάλασσα... Ηθελα να χαθώ στη γαλάζια της αγκαλιά. Απλούστατο δεν είναι;
Μη βάλετε στο νου σας τίποτα κακό. Υγιέστατος είμαι μέχρι τώρα που γράφω αυτές τις λέξεις, μια μέρα πριν πεθάνω δηλαδή.
Στη ζωή μου δεν έβλαψα κανένα, ήμουνα τίμιος και σωστός. Παρ’ όλ’ αυτά, έκανα μια μικρή περιουσία. Στην Ελπίδα μου άφησα ένα μεγάλο μερίδιο για να συνεχίσει τη ζωή της όπως θέλει. Αν θα κρατήσει το μανάβικο ή αν θα το πουλήσει, αυτή θα το κρίνει.
Σε σας, αγαπημένοι μου γείτονες και φίλοι, σκέφτηκα να αφήσω το μυαλό μου και το αριστερό μου πόδι. Επειδή κρίνω ότι αυτά σας χρειάζονται για να καταφέρετε κάτι καλό στη δική σας ζωή, αυτή που σας απομένει δηλαδή...»

Αβραάμ: Τι θα πει αυτό..; Πως δηλαδή... θα...

Ολοι μαζί: Σταμάτα! Ασε να το διαβάσει όλο η Αμάντα!

Αμάντα: (η Αμάντα συνεχίζει) «..το μυαλό μου, επειδή αυτό με βοήθησε να είμαι σωστός και τίμιος και να κάνω καλούς λογαριασμούς και το πόδι μου το αριστερό, επειδή, όπως θα θυμάστε, είμαι αριστερόχειρας.. (σχόλιο Αμάντας: ζερβοκουτάλας που λένε.. χαχαχα!) ..και το αριστερό πόδι είναι πιο δυνατό από το δεξί και αντέχει στο τρέξιμο.
Η ζωή θέλει τρέξιμο και σκέψη. Θα σας παρακαλούσα λοιπόν να δοκιμάσετε ένα μεζεδάκι από μένα..! Αλλωστε, και ζωντανός που ήμουνα, θα με τρώγατε ευχαρίστως! Σας αφήνω την ευχαρίστηση να με δοκιμάσετε και να ωφεληθείτε κιόλας. Στο δέμα που ετοίμασε η αγαπημένη μου γυναικούλα, βρίσκονται καλομαγειρεμένα αυτά τα ακριβά εδέσματα. Αφού με φάτε, μπορείτε να ανοίξετε το επόμενο φακελλάκι, που βρίσκεται μέσα στον τέντζερη, για να περάσετε στο επόμενο βήμα. Σας παρακαλώ πολύ να εκπληρώσετε την επιθυμία μου, για να αναπαυτεί η ψυχούλα μου.
Καλό υπόλοιπο ζωής σε όλους σας,
Απόστολος.»


Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθένας εκδηλώνεται με το δικό του τρόπο:
Ο Γιάγκος κουνιέται κάθε τόσο στο κάθισμά του, η Ρούλα χασκογελάει, ο Αβραάμ λέει σιγανά «γιατί μας τό’κανες αυτό ρε φίλε; Θα ξεράσω», η Αρετή έχει σκύψει ήδη και κάνει εμετό, ο Αντώνης φαίνεται πρόθυμος να αρχίσει να τρώει λέγοντας «Εδώ είναι το μυστικό φαίνεται!», η Βαρβάρα σημειώνει λέξεις (τη στιγμή που εκφωνούνται) «ανθηρότατα, φουντάρησα, χούφταλο, γεροξεκούτης, μερίδιο, μεζεδάκι, καλομαγειρεμένα, ψυχούλα», ο Αρης έχει τεντώσει τα αφτιά του να ακούει καλύτερα, η Αννα δείχνει αδιάφορη, ο Λάρρυ μιλά πρώτος.



Λάρρυ: Εγκω ντεν τέλει μεζεντάκι.. ντεν ήταν και τόσο φίλος.. ντεν τον γκνώριζα και πολύ το κυρ Απόστολος.. Ντεν πεινάει κιόλας... Ντεν ειμαι και κανίβαλο.. ε..; Ντεν τέλει φάει μυαλουντάκι και πονταράκι κυρ Απόστολος. Οκι, ποτέ!

Αμάντα: Ούτε ’γώ θα βάλω μπουκιά ανθρώπινο κρέας στο στόμα μου. Ούτε πιστεύω στην ανάπαυση της ψυχής του κυρ Απόστολου. Είναι δυνατό να αναπαυτεί μετά το χουνέρι που μας έκανε;

Αρης: ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ!!! (εκρήγνυται)

Βαρβάρα: Τα ξέπλεκα μαλλιά του γέμισαν αλμύρα.. μύρα.. μύρα... μύρα... (σημειώνει)

Αρετή: Εγώ θα φάω τελικά! Πρέπει να χάσουμε το κεφάλι μας για να μπούμε μέσα στο κορμί μας. (αποφαίνεται συβιλλικά)

Γιάγκος: Γιατί αυτός ο πανικός; Να το σκεφτούμε βρε παιδιά.. Για καθήστε.. Για ποιο λόγο ο μακαρίτης άφησε αυτό το γράμμα..; Και.. τι να γράφει στο επόμενο..; Αυτό το «..όποιος φάει θα περάσει στο επόμενο βήμα..» μου εξάπτει επικίνδυνα την περιέργεια..!

Αβραάμ: Σα νά ’χει δίκιο ο Γιάγκος. Να σκεφτούμε πρώτα και μετά να αποφασίσουμε. Αν θα φάμε και ποιος θα φάει... και γιατί. Είναι σύνθετο το πράγμα...

Αμάντα: Αναθεωρώ πάραυτα. Δηλώνω ότι θα το σκεφτώ. Πρέπει να βλέπουμε στο βάθος των πραγμάτων. Πέρα από τις λέξεις.

Ρούλα: Βίρα τις άγκυρες!!! Πόσο μ’ αρέσουν οι συσκέψεις..!

Βαρβάρα: Τα μαλλιά μου είναι ξέπλεκα και υγρά...

Αννα: Τελικά, κάθε «άλλος» έχει σημασία για μας..;

Αντώνης: Κάθε «άλλος» είναι καλύτερος!

Ρούλα: Μερσί για τη συνταγή!

Αρης: Μία είναι η ουσία: ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Ρούλα: Δεν αρνούμαι ότι είμαι παιδί.. χαχαχαχα

Αβραάμ: Προσοχή στους καλλιτέχνες. Δεν είναι πολύ καλά στα μυαλά τους.

Λάρρυ: Το κυρ Απόστολος μανάβη ντεν ήταν; Γκια ποιους καλλιτέκνες λέτε Αμπραάμ..;

Αβραάμ: Και για σένα αγαπητέ μου Λάρρυ. Καλλιτέχνης ίσον πεινάλας..!

Αρης: Ο καλλιτέχνης είναι στην υπηρεσία της κατανάλωσης έξω από την εργασία..!

Λάρρυ: Κσέκασα το αινιγκματικό καμόγκελό μου... σόρρυ.. Οκι, ντεν τέλω να μιλήσω...

Γιάγκος: Η Τέχνη έγινε η άρνηση του εαυτού της. Καλό..;

Αρετή: Ξέρει κανείς πότε η κοινωνία ήξερε πού πήγαινε;

Γιάγκος: Ξέρουμε μόνο από πού ερχόμαστε, π.χ. τα σαράντα παληκάρια από τη Λειβαδιά... Καλό, ε;

Αμάντα: Η Τέχνη είναι ο τροχονόμος, αλλά η Κοινωνία κάνει διαρκώς -και εσκεμμένως!- παραβάσεις.

Αβραάμ: Η Τέχνη είναι ο γιατρός, αλλά η άρρωστη κοινωνία νομίζει ότι τα ξέρει όλα και ότι είναι καλύτερα να γιατρεύεται μόνη της.

Ρούλα: Μπορεί κανείς να έχει πυρετό τμηματικά; Μπορώ να ισχυριστώ πως έχει πυρετό η δεξιά μου πατούσα..; χαχαχαχα

Αρης: Η κοινωνία δεν είναι ποτέ άρρωστη. Γι αυτό κάποτε τρελλαίνεται. Εγώ είμαι άρρωστος, οπότε, μπορεί και να γίνω καλά..!

Βαρβάρα: Πεινάλας, αινιγματικό, καλλιτέχνης, τέχνη, παληκάρια, Λειβαδιά, κοινωνία, άρρωστη, πυρετό, πατούσα, τρελλαίνεται... (σημειώνει)

Αννα: Οσο περισσότερο υγιή δηλώνουν τα μέλη της, τόσο βαρύτερα ασθενεί η κοινωνία.

Αντώνης: Τι θα γίνει τελικά; Θα φάμε; Αν και προτιμώ το μπακαλιάρο σκορδαλιά... Αλλά κι αυτό το ψητό μυρίζει τόσο γαργαλιστικά.. μού ’χει σπάσει τη μύτη..! Αραγε έχει μέσα σκόρδο; Το σκόρδο κατεβάζει την πίεση... Να σηκώσω το καπάκι..;

Ολοι μαζί: ΟΟΟΧΙ... !!! (με αποτροπιασμό) Δεν σκεφτήκαμε ακόμα...

Αντώνης: Μα, τι να σκεφτείτε..; Εσείς όλο για τέχνη και κοινωνία μιλάτε.. Το ψητό είναι εδώ..!!!

Αρης: Ευτυχώς που οι γονείς είναι ακόμα ερασιτέχνες! Ετσι μπαμπά; (ειρωνικά)

Αντώνης: Μπα; Με θυμήθηκες; Η μάνα σου τι λέει γι αυτό; Καλημέρα σας. (στην Αννα)

Αννα: Μη δίνεις σημασία παιδί μου, ο πατέρας σου είναι ένα τέρας..! Κάθε μέρα είναι καλή, εκτός αν σου ευχηθεί αυτός να είναι καλή. Κι αυτά τα κουνούπια... Σα να με ακολουθούν φαίνεται... Αμάν πια..!
(κινεί τα χέρια να τα διώξει ή να τα σκοτώσει)

Βαρβάρα: Μπαμπά, θα το ανοίξω εγώ το καπάκι. Αφού όλοι το θέλουν αλλά κανείς δεν αποφασίζει... Δηλώνω πάντως ότι δεν θα δοκιμάσω τη σπεσιαλιτέ του κυρ Απόστολου, να εξηγούμαι...

Ολοι μαζί: ΟΟΟΧΙ... !!! ΜΗ..!!!!

Αντώνης: Μπράβο Βαρβαρούλα μου, εσύ είσαι παιδί μου! Ανοιξέ το το αναθεματισμένο και δεν το φτάνω καλά από εδώ...


Η Βαρβάρα απλώνεται πάνω από το τέντζερη και τραβά το καπάκι με δύναμη. Ολοι κρύβουν τα πρόσωπά τους με αποτροπιασμό, βγάζοντας ένα ουρλιαχτό, εκτός από τον Αντώνη και την Αρετή που κοιτάζουν με περιέργεια.
Μόλις ανοίγει το καπάκι, πετιέται από μέσα ένας φασουλής και ακούγεται μια φωνή από ένα κασετόφωνο.

Είναι η φωνή του κυρ Απόστολου που λέει:

«Το χάσατε το στοίχημα παιδιά! Αν δεν το θυμάστε, πέρσι είχαμε στοιχηματίσει για το αν μπορεί να φαγωθούν οι άνθρωποι μεταξύ τους, αν μπορεί να φάει ο ένας τον άλλο δηλαδή. Αντώνη, θυμάσαι τι έλεγες; Οτι ποτέ μα ποτέ σου δε θα έκανες κάτι τέτοιο. Τώρα, μάλλον θα έτρωγες το κρέας μου μονάχα από περιέργεια.. για να διαβαστεί το επόμενο γράμμα... Τα λέω καλά; Και.. δεν υπάρχει άλλο γράμμα..!

Δεν είμαι μαζί σας για να ξέρω ποιος άνοιξε το καπάκι τελικά. Ούτε θέλω να υποψιαστώ. Μου φτάνει, όχι τόσο το ότι νίκησα, αλλά το ότι έβαλα ξεκάθαρα μπροστά στα μάτια σας μια ωμή -ή τάχα... ψητή;- πραγματικότητα.

Ανθρωποφάγοι είμαστε φιλάρες! Κανίβαλοι με τα όλα μας! Δεν βγάζω εμένα απ’ έξω, μια και δεν ξέρω τι θά ’κανα στη θέση σας. Ενα σας λέω μονάχα. Είμαι καλά, και δεν αυτοκτόνησα, φυσικά. Μια φάρσα ήταν.. Το πτώμα στο φέρετρο ήταν ένα άδειο κουστουμάκι!

Πούλησα το μανάβικο και το σπίτι μου και βρίσκομαι.. περιμένω και τη γυναικούλα μου.. σε ένα εξωτικό νησάκι.. μπορεί και σε ένα νησάκι πολύ κοντινό, χωρίς σιδερένια έντομα.. και μη ψάξετε να με βρείτε..!

Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου να ξυπνήσατε επιτέλους.. γιατί.. ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ..! Υπάρχει ελπίδα για όλους.. αλλά.. σαν τη δική μου την Ελπίδα, τη γυναίκα μου, που μαζί της σκάρωσα αυτή την ιστορία, σας το λέω υπεύθυνα.. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΗ..!

Κάτω από το φασουλή, θα βρείτε ένα ψητό αρνάκι μούρλια! Ετσι, για να το γλεντήσετε και να πάψετε να μιλάτε περί ανέμων και υδάτων, να φιλοσοφείτε για ένα σωρό άσχετα πράγματα όταν ο κόσμος χάνεται και η ζωή είναι τόσο μικρή. Με τις υγείες σας!»


Η παρέα μένει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη. Ολοι σχολιάζουν:


Αννα: Εγώ σας τό ’λεγα!

Λάρρυ: Εγκώ ντεν το πίστεψα ποτέ μου.

Ρούλα: Το είχα καταλάβει πως κάποιο λάκκο έχει η φάβα...

Βαρβάρα: Φάβα... φάβα... Εχει και φάβα..;

Γιάγκος: Βρε τον άτιμο τον Απόστολο, μας την έφερε!

Αρετή: Και δεν του φαινότανε... Του φαινότανε..; Σιγανό ποταμάκι...

Αβραάμ: Και πολύ μάγκας αδερφέ μου ο Απόστολος...!

Αντώνης: Μας έβαλε τα γυαλιά...

Αμάντα: Εχει κανείς κρασί; Θα κρυώσει το αρνάκι!


Ο Γιάγκος βγάζει από το ψυγείο του περιπτέρου ένα μπουκάλι, η Βαρβάρα έχει φέρει κιόλας ποτήρια και μια κασέτα για το κασετόφωνο. Ο Λάρρυ πέφτει με τα μούτρα στο φαΐ. Μετά, παίρνει την κιθάρα του και όλοι το γλεντάνε τραγουδώντας το «δυό πόρτες έχει η ζωή» ή άλλο σχετικό, κατά την κρίση του σκηνοθέτη, ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο που θα παιχτεί το έργο.

Το τραγούδι, καθώς και ο ήχος από μαχαιροπίρουνα και τσουγκρίσματα ποτηριών ακούγεται σαν ηχητικό «χαλί» στο τραγούδι του Αρη.

Ο Αρης είναι ο μόνος σκεπτικός που δεν απλώνει χέρι στο μεζέ. Οσο οι άλλοι τρώνε και πίνουν, ο Αρης, με πρόσωπο προς το κοινό, απαγγέλει τραγουδιστά:


Αρης: Φοβάμαι το σκοτάδι όπου μας σπρώχνει κάθε μέρα η αδιαφορία
Φοβάμαι πως η ζωή δεν περιμένει στην αίθουσα αναμονής του χρόνου
Φοβάμαι την υποκρισία και το ψεύτικο χαμόγελο των άλλων
Φοβάμαι πως η ελπίδα θα καεί μέσα στις φλόγες της ανθρώπινης μανίας
Φοβάμαι...

Φοβάμαι τον πόλεμο που σκοτώνει αθώους κάθε μέρα
Φοβάμαι πως το αίμα θα μας πνίξει και η ειρήνη φριχτά πεθαίνει μόνη
Φοβάμαι την αρρώστεια που τσακίζει κάθε ώρα τη ζωή
Φοβάμαι πως ο ουρανός θα σπάσει όταν κάθε λεπτό σβήνει και ένα αστέρι
Φοβάμαι...

Φοβάμαι τον άνθρωπο που τη φύση ανελέητα βιάζει
Φοβάμαι πως το μέλλον θα μας θάψει κάτω από τα μολυσμένα πέπλα του αέρα
Φοβάμαι ότι θα πεθάνει ό,τι ζήσαμε μαζί
Φοβάμαι το θάνατο που μας αγκαλιάζει όλους στοργικά
Φοβάμαι...


ΑΥΛΑΙΑ - ΤΕΛΟΣ

23 Αυγ 2006

θεατρικός μονόλογος-παραλήρημα






"ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΜΗΔΕΙΑ ή ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΣΗ"


σκηνικό - δράση:

Ενα κοινό δωμάτιο-σαλόνι με μια κουζίνα που φαίνεται στο βάθος. Ενας καθρέφτης σε περίοπτη θέση. Μια τζαμόπορτα αφήνει να φαίνεται, έξω, η βεράντα με τα λουλούδια. Ελάχιστα αντικείμενα, σχεδόν καθόλου έπιπλα. Χρώματα που παίζει μαζί τους ο φωτισμός. Πότε ζωηρά και πότε μουντά, ανάλογα με το θέμα και τις εξάρσεις του μονολόγου.

Κάποιος μπαινοβγαίνει κάθε τόσο, όσο προχωράει ο μονόλογος. Ο φωτισμός αλλάζει, καθώς αλλάζουν οι ώρες της ημέρας. Στην έναρξη του έργου, είναι σχετικά πρωΐ.

Μια γυναίκα στη σκηνή συγυρίζει νευρικά το δωμάτιο. Κινείται, ξεσκονίζει κάτι, κάθεται, κοιτάζει στον καθρέφτη, συνεχίζει να περπατά πέρα-δώθε, σκαρφαλώνει κάπου να ξεσκονίσει καλύτερα, ντύνεται, ξεντύνεται, βάφεται, ξεβάφεται, τεντώνει χέρια σαν να γυμνάζεται, χαλαρώνει, κλπ κλπ. Αφήνεται η δράση της ηθοποιού ελεύθερη, αρκεί να μη στέκεται στο ίδιο σημείο: Αυτοσχεδιασμός όσον αφορά την κίνηση.

Κάπου κάπου ακούγονται ήχοι δρόμου και κάποια μουσική (επιλογή ελεύθερη)

πρόσωπα:

Μια γυναίκα γύρω στα 35 που μιλά μόνη της
Μερικά άλλα πρόσωπα βουβά (ένας άντρας, άλλες γυναίκες περνούν σαν φαντάσματα)


γενικές οδηγίες - παρατηρήσεις:

Ανάμεσα στα 19 αριθμημένα μέρη του μονολόγου, καλό είναι να υπάρχουν παύσεις και αλλαγή της θέσης και της απασχόλησης της ηθοποιού. Η ερμηνεία αφήνεται κατά την κρίση ηθοποιού και σκηνοθέτη, πάντως την έχω φανταστεί να είναι επίπεδη με εξάρσεις κάπου κάπου, όχι επιθετική ούτε "κλαψιάρικη" αλλά περισσότερο αποφασιστική και σε αυτοεξομολογητικό τόνο. Ακριβώς όπως μιλάμε στον εαυτό μας για πράγματα που τα γνωρίζουμε, αλλά, παρ' όλ' αυτά τα λέμε.
Η σχετική ασάφεια ως προς το φύλο των παιδιών είναι ηθελημένη.
Το έργο εκτυλίσσεται άχρονα, πότε να δείχνει σαν να διαδραματίζεται σε μια μέρα και πότε σαν να συμβαίνει σε διαφορετικές ώρες του 24ώρου, ακόμα και σε περισσότερες μέρες. Την εντύπωση αυτή ενισχύει ο κατάλληλος φωτισμός, που δεν είναι σταθερός.



ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΑΥΛΑΙΑ


1.


Εχω υποδουλωθεί σ' αυτή τη σχέση, που, ξεκινώντας τη, ήθελα νά 'ναι η τελευταία. Ενδόμυχα, δεν ήθελα να γνωρίσω άλλον άντρα απ’ αυτόν που είναι πατέρας των παιδιών μου. Τώρα, απ' τα πράγματα, δεν μπορώ βέβαια να σταματήσω τη σεξουαλική μου ζωή εδώ. Οπότε, θα πρέπει να ξαναερωτευτώ, να ξαναπονέσω, να ξαναπληγωθώ. Ούτε γίνεται ν' αναπληρώσει η μητρική στοργή προς τα παιδιά την ανάγκη μου ν' αγαπηθώ από κάποιον. Θα πρέπει να προσέξω στην επιλογή. Με δυό παιδιά βέβαια, θά 'ναι δύσκολο να βρεθεί κάποιος να μ' αγαπήσει, και δε χρειάζομαι εφήμερες γνωριμίες. Ούτε βέβαια μπορώ να εξαφανίσω τελείως τον εαυτό μου για να διατηρήσω τη σχέση μου με το Θανάση.


2.

Αυτό που μένει να κάνω τώρα είναι και πάλι: ΥΠΟΜΟΝΗ. Να βρώ μιά σταθερή σχετικά δουλειά, ν' αναπτύξω επαγγελματική δραστηριότητα και όχι να υποαπασχολούμαι με διάφορες δουλειές του ποδαριού, που με κουράζουν σημαντικά. Να επανασυνδέσω σχέσεις επαγγελματικές - φιλικές και να περιμένω. Ισως πρέπει να ξαναπαίξω κιθάρα. Θά 'θελα πολύ να ξαναταξιδέψω, κάτι που το στερήθηκα πολύ όλ' αυτά τα χρόνια. Πάντα όμως είναι εμπόδιο τα παιδιά. Ισως σε τρία - τέσσερα χρόνια, που θα ξεπεταχτεί το Μικρό. Πρέπει να βρώ βοήθεια για τις δουλειές του σπιτιού. Πόσο θά 'θελα να βρώ κάποιον να με "νταντεύει"! Πόσο βαρειά είναι η καθημερινότητα! Τί να γίνει; Θα επιζήσω!!


3.

Εχω ακολουθήσει αντρικά πρότυπα στη ζωή μου. Οι αρετές που εκτιμώ είναι οι λεγόμενες "αντρικές" αρετές. Η γυναικεία φύση έβγαινε μόνο στο σεξ. Τελευταία βέβαια, αναγκάστηκα ν' ασχοληθώ υπερβολικά με το σπίτι και τα παιδιά για οικονομικούς λόγους κι επειδή το Μικρό ασκεί μιά γοητεία επάνω μου. Το Μεγάλο ήθελα ν' ανεξαρτητοποιηθεί από μικρή ηλικία. Το Μικρό φαίνεται τόσο ανεξάρτητος χαρακτήρας! Απ' όταν γεννήθηκε είναι δυναμικό παιδί.


4.

Αγάπησα, πόνεσα, τώρα γυρίζω σελίδα. "Tourner la page" που λένε κι οι Γάλλοι. Αφού δεν μπορώ να περιμένω πιά τίποτα από αυτή τη σχέση, δε μου μένει άλλο να κάνω. Κι όσο για τα παιδιά, ίσως αυτό που φοβάμαι είναι τα αισθήματά τους για το Θανάση. Δεν πρέπει να τα ωθήσω αρνητικά απέναντί του. Αυτή θά 'ναι μιά δυσκολία. Πώς να τους δικαιολογήσω τ' αδικαιολόγητα.


5.

Από τα δείγματα που έχω μέχρι σήμερα, δεν υπολογίζω πως ο Θανάσης θα τηρήσει τις υποχρεώσεις του -οικονομικές και ηθικές- απέναντι στα παιδιά, τουλάχιστον για αρκετό διάστημα. Ισως στην αρχή να 'ναι συνεπής. Αργότερα όμως, ιδίως αν δημιουργήσει άλλη οικογένεια, θα πρέπει να μη τον υπολογίζουμε. Οπως δήλωσε "άλλαξε" και θ' αλλάξει κι άλλο και, δυστυχώς, προς το χειρότερο. Αυτό θά 'ναι κρίμα -έγκλημα!- για τα παιδιά. Θα το αντιμετωπίσω όταν γίνει. Είναι άνθρωπος που δεν κρατάει τις υποσχέσεις του, καθόλου σταθερός. Οταν του το λέω, απαντάει: "Πάρ' το απόφαση: Αλλαξα".


6.

Υπήρξε κάποια οικογένεια, όχι όμως με τη μορφή που συνηθίζουμε να έχουμε υπ' όψη μας. Υπήρξε μιά διαλυμένη οικογένεια σχεδόν από την αρχή με μιά μάνα - δουλικό για όλες τις δουλειές και τις ευθύνες, ένα πατέρα - παιδί, με σαθρή παρουσία και υπερβολικές απαιτήσεις και δυό καθ' εαυτού παιδιά παραπαίοντα ανάμεσα σε δυό αντιτιθέμενα "πρότυπα". Ανδρισμός είναι η υπευθυνότητα και σταθερότητα, η δύναμη και προστασία και όχι ο "τσαμπουκάς". Αντρας είναι αυτός που βοηθά και συμμετέχει και μοιράζεται και όχι αυτός που υποδουλώνει και απαιτεί. Η τρυφερότητα δεν είναι αδυναμία, και τρυφερότητα χαρακτηρίζει όλες τις πράξεις, δεν αντιπροσωπεύεται μονάχα με χάδια. Εκδηλώνεται με κατανόηση και πρακτική βοήθεια και συμπαράσταση. Αμφιβάλλω και για το άν μ' αγάπησε ποτέ ο Θανάσης. Συνεχώς θύμιζε την αγελάδα που δίνει μιά κλωτσιά και χύνει το γάλα. Δε θυμάμαι να ολοκλήρωσε μιά προσπάθεια. Οταν πλησίαζα ν' ανοιχτώ απέναντί του, να δείξω εμπιστοσύνη, έλεγε ή έκανε κάτι που μ' απογοήτευε και ξανάρχιζα την προσπάθεια από την αρχή. Και πέρασαν τόσα χρόνια έτσι, χωρίς να το καταλάβω. Βέβαια, έχω τα παιδιά που είναι κέρδος είναι όμως και βάρος. Η λύση των πρακτικών προβλημάτων, της διαπαιδαγώγησής τους, με βαραίνει εξ ολοκλήρου. Θ' αντέξω;;


7.

Και με τους συγγενείς του; Θ' αντιμετωπίσω τον οίκτο και την κριτική τους. Τους δικούς μου ξέρω να τους κουμαντάρω και θα μ' αντιμετωπίσουν όπως θέλω. Φοβάμαι όμως μη μπερδευτούν οι δικοί του, οπότε θα πρέπει από τώρα να τους κάνω πέρα. Γιατί θα θέλουν νά 'χουν λόγο για τη ζωή μου και για τα παιδιά, σε αντικατάσταση του Θανάση, που θα τον απορρίψουν κι αυτοί. Ισως βέβαια και να ευχαριστηθούν γιατί η μάνα του κι η θεία του ποτέ δε με χώνεψαν. Μ' έβρισκαν ίσως πολύ "μονοκόματη" χωρίς γυναικεία τερτίπια. Φοβάμαι και για την επίδρασή τους στα παιδιά, ιδίως στο Μεγάλο. Και το βλέμμα τους ακόμα φοβάμαι του οίκτου. Πρέπει να διακόψω τα πολλά-πολλά μαζί τους. Μόνο τυπικές επισκέψεις. Ισως ούτε και αυτές. Σταδιακό αραίωμα ή κόψιμο απότομα;


8.

Η ζωή είναι ωραία όταν έχεις κάποιον να μοιράζεσαι τα προβλήματά της. Ο Θανάσης με το "κάνε ό,τι θές" έβγαινε από τα προβλήματα και είχα εγώ όλο το φορτίο. Δεν συμμετείχε καθόλου στην κοινή ζωή, που ήταν "κοινή" για το λόγο ότι απλώς βρισκόταν μαζί μας. Με το "πές μου τί θές να κάνω" δεν λυνόταν το πρόβλημα της μη συμμετοχής του, γιατί δεν είμαι γεννημένη για επιλοχίας να δίνω διαταγές. Κι όταν έλεγε στον αέρα "Εναν καφέ θα τον έπινα" ή κάτι παρόμοιο, απλώς απόφευγε ν' απευθυνθεί σε μένα και να με παρακαλέσει για κάτι προσωπικά, που τότε θα το έκανα με ευχαρίστηση. Πολλές φορές του το είπα, μα ακόμα και τώρα, το επαναλαμβάνει. Πέφτει η υπόληψή του να ζητήσει κατ' ευθείαν κάτι;; Ουσιαστικά δεν αλλάζει προς το χειρότερο η ζωή η δική μου, γιατί απαλλάσσομαι της φροντίδας και της ευθύνης του. Η ζωή των παιδιών χειροτερεύει που στερούνται την παρουσία του. Βέβαια, στερούνται και τα βρισίδια και τις άσχημες εκφράσεις, που δεν πιστεύω ότι τα ωφελούν σε τίποτα. Αν δεν του άρεσαν τα παιδιά, γιατί τότε επέμενε τόσο για το Μικρό; Τι περίμενε τάχα; Μετά από τόσες σκέψεις βλέπω ότι η μη ύπαρξη προγράμματος στη ζωή μας και η παντελής αδυναμία-αδιαφορία του γι αυτό, παρ' όλες τις συζητήσεις που άνοιγα και τέλειωναν με υποσχέσεις από μεριάς του, οδήγησαν στη διάλυση το δεσμό και την οικογένειά μας, που αυτή τη στιγμή αναρωτιέμαι άν υπήρξε ποτέ.


{Ακούγεται κάποιος θόρυβος απο πόρτες που ανοιγοκλείνουν, νερό που τρέχει, κλπ, και η γυναίκα συνεχίζει το μονόλογο σε χαμηλότερη ένταση αλλά με το ίδιο πάθος.}


9.

Πριν λίγο γύρισε ο Θανάσης. Τον ακούτε; Αισθάνομαι φοβερή ζήλεια. Ευχαρίστως θα τον σκότωνα και θά 'βγαζα τα μάτια της άλλης. Δεν είμαι λογική τώρα. Πως νά 'μαι; Οταν έρχεται, να βρωμάει από δυό μέτρα μιά ακαθόριστη μυρωδιά βαρβατίλας, να του το λέω κι αυτός να κάθεται δίπλα και να καπνίζει αρειμάνια. Αισθάνομαι αφόρητη μοναξιά όταν σκέφτομαι πως τόσον καιρό έκανα υπομονή ώσπου να γίνει το όνειρο πραγματικότητα να πάμε διακοπές να χαρούμε οι δυό μας με τα παιδιά κι όταν πλησίασε ο καιρός, να σκάσει το κανόνι του χωρισμού. Πόσα πολλά όνειρα μού γκρέμισε! Ακριβώς σαν την αγελάδα που χύνει το γάλα. Και φέτος λοιπόν μόνη μου, και πάντα μόνη μου. Σε τί έφταιξα; Παζαρεύει και το χρόνο που θά 'ναι με τα παιδιά διακοπές, μη χάσει τη γκόμενα. Τόσο ζώο είναι λοιπόν; Τώρα τα θέλει όλα γρήγορα, με μένα όλο "του χρόνου" και "του χρόνου". Γιατί;; Εντοπίζω τη διάρκεια της παραφροσύνης του από πέρσι τον Αύγουστο που έπιασε δουλειά. Από τότε δε χάνει ευκαιρεία να με πληγώνει, ταπεινώνει, να μου φέρεται άσχημα καθώς και στο Μεγάλο. Εχει χάσει λοιπόν το μυαλό του; Νομίζει πως έπιασε τον Πάπα απ’ τ’ αρχίδια; Αχ, νά 'βρισκα το τσουλί να το ξεμαλλιάσω, να το ρεζιλέψω, το σκατό που μας διάλυσε. Μα τί λέω τώρα; Δίκιο έχω.


10.

Γιατί θα πρέπει να του κάνω το σκαμνάκι για να χαίρεται; Να φύγει εκατό φορές. Να μείνει μ' αυτήν να δεί τη γλύκα. Και να τον παρατήσει γρήγορα, να σταματήσει να κοκορεύεται. Νομίζει οτι θα κρατήσει για πάντα, έτσι νομίζει; Θα προσγειωθεί απότομα. Πάντα κριτικάριζε τις γυναίκες τις υστερικές, τις έλεγε γυναικούλες και κατίνες. Νομίζει οτι βρήκε κάποια καλύτερή μου; Πιό νέα, ναι. Με καλύτερο αιδοίο, ίσως. Χρειάζονται κι άλλα όμως. Τά 'χει βρεί;; Πώς θέλω να τον χορέψει στο ταψί. Να του κάνει κι ένα παιδί ηλίθιο, να τραβιέται μιά ζωή. Θέλω να του συμβεί το χειρότερο που γίνεται. Τώρα μπανιαρίζεται, που έκανε και μήνα να κάνει μπάνιο και σπρώχνοντας, και τώρα μπανιαρίζεται κάθε μέρα. Νά 'χω να πλένω σώβρακα και πουκάμισα και παντελόνια μπόλικα για νά 'ναι φρεσκοσιδερωμένος να γαμεί με άνεση, να κάνει και τον ωραίο. Πόσο ζηλεύω, πόσο μισώ. Ποιόν μισώ αρά γε; Ολα γυρίζουν σε μένα. Εγώ υποφέρω, εγώ φταίω με την ανόητη υπομονή και καρτερία μου. Μπορεί να τα πήρε για αδιαφορία. Δεν με καταλαβαίνει, δεν είναι δυνατόν τώρα να καταλάβει, δεν ενδιαφέρεται πιά να καταλάβει. Είναι ένα όρθιο γαϊδούρι. Τόσο αναίσθητος. Τόσο ευτυχής. Θα τον σκοτώσω! Να φύγει, μ' όλη τη δυστυχία που μου έφερε. Να φύγει γιατί θα τον σκοτώσω. Αισθάνομαι Μήδεια σήμερα. ΠΡΟΔΟΣΙΑ.


11.

Είμαι έξαλλη! Από μέσα μου πάντοτε. Του είπα άμα γαμεί να μη γυρίζει εδώ γιατί θα τον σκοτώσω. Να φοβάται. Σκέφτηκα τον εαυτό μου να τον κατακρεουργεί μέ το μαχαίρι της κουζίνας ενώ κοιμάται γυμνός και ξένοιαστος. Δεν σκέφτηκα καθόλου τα παιδιά. Μόνο αυτόν και κείνην να κουτσομπολεύουν πίσω από την πλάτη μου. Να της διηγείται για το Μικρό μου και το Μεγάλο, για μένα τη στρίγγλα, να κάνουν όνειρα για το μέλλον τους.... Είμαι έξαλλη. Είναι μιά πραγματικότητα που δεν μπορώ ν' αντέξω. Ας μή μου τό 'λεγε. Τώρα που το ξέρω, γίνομαι θηρίο. Εγκλημα πάθους, και δε με νοιάζουν οι συνέπειες. Αυτός γαμεί και παραδίνεται στον ύπνο αμέριμνος και γώ δεν κλείνω μάτι και με περιμένει άλλη μιά εξοντωτική μέρα. Να φύγει, να μη με κάνει φόνισσα! Ηθελε πάθος, περισσότερο πάθος από ένα όρθιο πτώμα, που ήμουν πλέον τα βράδια. Θα τό 'χει το πάθος, όχι όπως το θέλει. Θα τό 'χει σαν τελευταία του ανάμνηση. Ενα μαχαίρι κοφτερό να του κόβει ότι πολυτιμότερο έχει. Πόσες φορές του είπα: Δε θέλω να ξέρω. Πάει γυρεύοντας. Σίγουρος και μεθυσμένος από έρωτα, θα μείνει ανάπηρος. Δε θα τον σκοτώσω, θα τον ευνουχίσω. Ψυχρά και υπολογισμένα. Και το Μικρουλάκι κοιμάται. Και 'γώ λέω μπούρδες. Ευτυχώς που τα σκέφτομαι και δεν τα διαπράττω!


12.

Το διέπραξα λοιπόν το λάθος. Του είπα χθες τη νύχτα,όλα όσα είχα σκεφτεί περί σκοτωμού κλπ., κι άλλα, όλη μου την πίκρα την έβγαλα από μέσα μου. Ελπίζοντας ίσως να με καταλάβει. Τρομοκρατήθηκε, αυτό ήταν το αποτέλεσμα, γιατί κοιμήθηκε το λίγο που του έμενε στις πολυθρόνες της βεράντας. Απείλησε να καλέσουμε πίσω το Μεγάλο απο την κατασκήνωση, να του το πούμε για να τελειώνει η ιστορία. Του είπα πως άν το κάνει, θα κλείσει η πόρτα και γι αυτόν και για όλο του το σόϊ. Είπαμε φίλοι. Αλλά οι φίλοι ξεβρακώνονται και απλώνονται στα κρεββάτια; Προκλητικός, αυτό ήταν. Προκλητικός και ένοχος. Ετσι παρουσιάστηκε και μου ήρθε η διάθεση να τον γδάρω ζωντανό. Να τρυπήσω την αδιαφορία του, την απάθειά του. Στα όσα είπα, ευτυχώς δεν απάντησε τίποτα. Αισθάνομαι γερασμένη δέκα χρόνια τουλάχιστον, καπνίζω συνέχεια. Δεν τρώω. Δεν κοιμάμαι. Και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος. Βγαίνουν όλα τα απωθημένα που δεν ελέγχονται. Ποθώ και 'γώ έναν άντρα. Οχι το Θανάση. Οπωσδήποτε, όχι το Θανάση. Και το βλέπω τόσο δύσκολο νά 'χω τώρα κάποιον. Απεχθάνομαι το σώμα μου. Οταν λέω πως θέλω να τον σκοτώσω, πιθανό είναι να εννοώ πως θέλω να σκοτωθώ, να εξαφανιστώ, να λιώσω πιά. Δεν μπορώ να υποφέρω άλλο και να μην έχω κάποιον να με καταλαβαίνει. Εχω γίνει ένα απαιτητικό έμβρυο. Θέλω να γεννηθώ. Θέλω να ζήσω. Με καταδίκασε σε θάνατο. ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ. ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ. Με σκοτώνει όμως η αδιαφορία, η εγκατάλειψη. Η αποτυχία μου είναι αβάσταχτη.


13.

Αισθάνομαι τη βία να με κυριεύει. Να μουδιάζει το μυαλό και να κάνει τα μέλη μου να τρέμουν. Βγαίνει ένας τρομαχτικός εαυτός, ικανός για όλα. Φοβάμαι τον εαυτό μου, μη γίνει έρμαιο του πάθους μου. Τί να περιμένω από έναν εαυτό ταλαιπωρημένο ψυχικά, άϋπνο και νηστικό, έναν εαυτό μονάχο κι έρημο; Δε μου φτάνει η "καλημέρα" του μπακάλη, του χασάπη, του περιπτερά της γωνίας! Παραλύω από φόβο όταν κάνω μαύρες σκέψεις. Αυτή δεν είναι ομαλή μετάβαση. Είναι πυροβασία. Αυτή η προκλητική στάση του με διαλύει και με κάνει θηρίο. Με προκαλεί με τη γύμνια του και την αδιαφορία του. Αυτή είναι η βοήθεια από μέρους του; Χάθηκε η ανθρώπινη συμπεριφορά; Ολο εγώ θα καταλαβαίνω τους άλλους; Γιατί δεν μπορεί να μιλήσει στα ίσια, να μου πεί πως με καταλαβαίνει, να μου πεί τί έφταιξε τελοσπάντων, ακόμα να μου μορφοποιήσει το πρόσωπο που τον ενδιαφέρει, να μη παλεύω με φαντάσματα. Μ' αυτή τη στάση του με εξαγριώνει χωρίς να το θέλω λογικά, με κάνει να τον πληγώνω και 'γώ -και θέλω να τον πληγώσω όσο γίνεται περισσότερο. Είναι ευτυχής, άρα θα πρέπει να είναι δυνατός και ήρεμος. Γιατί δε με βοηθάει αλλά μ' αφήνει να παραπαίω; Δε φτάνει το κακό που μού 'κανε, θέλει να με εξοντώσει εντελώς;;


14.

Γιατί φέρνομαι τόσο άσχημα; Γιατί βγάζω το χειρότερο εαυτό μου, έναν εαυτό που ούτε κάν υποπτευόμουνα την ύπαρξή του; Γιατί όταν μένω μόνη μου το πρωί σκούζω και φωνάζω με λυγμούς σα θηρίο πληγωμένο - παγιδευμένο; Ακούω τη φωνή μου και φοβάμαι τι δύναμη κρύβω μέσα μου. Αυτό δεν είναι κλάμμα, είναι κραυγή απόγνωσης. Γιατί έφτασα σ' αυτό το σημείο; Πώς;; Είναι τόσο δύσκολο να μάθω σε τί έφταιξα; Λυσσάω και μαραζώνω ταυτόχρονα. Αυτοκαταστρέφομαι. Πρέπει να βρώ το Γιατρό να μου δώσει κάποιο φάρμακο. Θέλω να συνέλθω. Πώς όμως;; Η πληγή δεν κλείνει εύκολα. Το μέλλον διαγράφεται ζοφερό, μαύρο πηχτό σκοτάδι σαν υγρός τάφος. Και με τα βρισίδια και τους εκφοβισμούς κάνω τα πράγματα χειρότερα. Γιατί; Γιατί θέλω να τον πληγώσω, πράγμα που δεν πετυχαίνω. Είναι παχύδερμο. Σίγουρα δεν αγάπησα έναν τέτοιον άνθρωπο. Αγάπησα ένα χαρούμενο, τρυφερό και έξυπνο νέο άντρα, με ευαισθησίες και καλοσύνη. Πού βρίσκεται τώρα αυτός;; Πώς έγινε έτσι;; Τί έφταιξε;; Και 'γώ τότε ήμουνα χαρούμενη και τρυφερή και τα οικονομικά προβλήματα τα διασκεδάζαμε και γελούσαμε με τα παιδιά και φροντίζαμε ο ένας τον άλλον. Πώς έγινα έτσι στρίγγλα, να θέλω το χειρότερο για 'κείνον;; Σαν να βλέπω εφιάλτη. Και είδα έναν εφιάλτη. Είχα ένα μωράκι κάτασπρο σαν πουδραρισμένο με ταλκ στην αγκαλιά μου και ορμούσε η πεθερά μου να μου το πάρει μιά με τη βία και μιά με ξεγελάσματα. Και τα παιδιά μου είχαν ματωμένα δόντια σ' ένα φριχτό στόμα και απειλούσαν να με δαγκώσουν, να μου πιούν το αίμα. Τέτοια φοβερά.


15.

Ερχομαι και στη θέση του. Του χαλάω τη διάθεση με τις σκηνές μου. Να μη με προκαλεί με την αδιαφορία του και το γυμνό του σώμα. Το ποθώ αυτό το σώμα. Η στέρησή του είναι σα να μου ξεριζώνονται όλα τα σπλάχνα, να μου κόβονται τα μέλη μου κομμάτια. Δεν μπορώ να ζητήσω συγγνώμη γιατί δε βλέπω νά 'χω φταίξει. Αμύνομαι. Προσπαθώ να τον απορρίψω. Και 'κείνος μου λέει όταν επισημαίνω τα ελαττώματά του: «Δε χαίρεσαι; καλύτερα για σένα» Το καλύτερο για μένα εγώ το ξέρω. Αυτή η ψυχρότητά του με δολοφονεί. Καλύτερα να μ' έσφαζε πραγματικά, όχι πιά αυτό το μαρτύριο. Τι έφταιξε και γίναμε μελλόδραμα; Τι έφταιξαν τα παιδιά;; Λέει: «Αν σου είναι βάρος τα παιδιά, τα παίρνω εγώ» Τί είναι τα παιδιά; Πακέττα; Να τα πάρει να τα κάνει τί; Να τα πάει που; Να τα φορτώσει σε ποιόν; Μήπως θ' ασχοληθεί τώρα μαζί τους; Μήπως ξέρει τι θα πεί να φροντίζεις παιδιά; Μήπως θ' αγαπήσει τώρα τα παιδιά με τις ενοχές που έχει; Και μένα πώς με λογαριάζει; Σα μιά στιμένη λεμονόκουπα που την πετάνε; Σα μιά δανεική μήτρα; Σα θερμοκοιτίδα; Παίρνει τα παιδιά. Πόσο παρανοϊκά εύκολα τα βλέπει όλα. Είναι τρελλός, είναι άρρωστος, έχει πυρετό. Φοβάμαι πως όσα του είπα θα εμποδίσουν οποιαδήποτε ανεκτή σχέση μελλοντικά μεταξύ μας. Δε μ' αγαπάει πιά, και δεν είμαι σίγουρη ότι μ' αγάπησε ποτέ. Δε μιλάει ποτέ για τίποτε. Περιμένει το διαζύγιο και την απομάκρυνση. ΣΤΩΪΚΑ.

16.

Σταματάω λοιπόν -προσπαθώ τουλάχιστον να σταματήσω- να σκέφτομαι τί έφταιξε γιατί, άν έφταιξα ή όχι, απάντηση όπως φαίνεται δεν πρόκειται να πάρω. Ο άνθρωπος είναι τυφλωμένος. Δεν με βλέπει κάν. Σαν να μην υπάρχω. Ολα τα περί «φιλίας» είναι φούμαρα. Θα προτιμούσε να μην υπήρχα, να εξαφανιζόμουν ως δια μαγείας, να γινόμουνα σκόνη, ατμός, διαφανής, ΤΙΠΟΤΑ. Πώς είναι δυνατό λοιπόν να με σκεφτεί; Πιστεύω πως και για τα παιδιά σκέφτεται το ίδιο περίπου: Θά 'ταν καλύτερα να μην υπήρχαν. Διαγράφει τη ζωή του μαζί μου -μαζί μας. Ξεχνάει -αποποιείται- τα συναισθήματά του. Δεν βρίσκει κάτι το θετικό μέσα του για μένα. Αν έβρισκε θα κρατούσε διαφορετική στάση. Εστω, παρηγορητική. Ο άνθρωπος έγινε ξένος. Είναι πιά ολότελα ξένος, αδιάφορος εντελώς. Τον βολεύει αυτή η θέση, απλά παρατηρεί. Σα να βλέπει ταινία παρατηρεί τη φθορά μου. Περιμένει να τελειώσει η φάση, να κλείσει το κουμπί και να συνεχίσει κάτι που τον ενδιαφέρει. Πραγματικότητα ή θέατρο, όλ' αυτά συμβαίνουν σε άλλο επίπεδο, έξω από 'κείνον. Ούτε κάν θέλει να θυμάται τον πρωταγωνιστικό του ρόλο. Αφήνει πίσω του τις στάχτες και τα σκουπίδια και προχωρεί. Προς τα πού;; Για νέες στάχτες, «δικός του λογαριασμός» όπως θά 'λεγε. Για το Θανάση τέλειωσαν όλα.


17.

Για το Θανάση τέλειωσαν όλα, για μένα όμως τώρα ξαναρχίζουν όλα. Το μαρτύριο του Σίσυφου ξαναξεκινάει. Με τριπλό βάρος στην πλάτη καλούμαι ν' ανεβώ πάλι το βουνό. Είμαι αποφασισμένη. Είμαι;; Τί είμαι αλήθεια; Μιά μάνα με δυό παιδιά, χωρίς δουλειά. Μιά γυναίκα είμαι, μονάχη κι έρημη. Μιά παρατημένη, αποτυχημένη γυναίκα. Γερασμένη, εξουθενωμένη ψυχικά και σωματικά, πρέπει για να ζήσω να παίξω ένα ρόλο εξαντλητικό, τρομαχτικό. Για να ζήσω, πρέπει να παλέψω με χίλια δαιμόνια, για να ζήσω πρέπει να σκοτώνομαι λίγο-λίγο κάθε μέρα. Για να ζήσω, πρέπει να περιμένω πάλι. Για να ζήσω, πρέπει να περιμένω να πεθάνω. Πρέπει να βγάλω το Θανάση από το μυαλό και την καρδιά μου, πρέπει να ξεριζώσω το μυαλό και την καρδιά μου, πρέπει να τυφλωθώ, ν' ακρωτηριαστώ. Πρέπει να μαζέψω τα κουρέλια του εαυτού μου, να ξαναφτιάξω έναν εαυτό σχετικά αποδεκτό. Αποδεκτό από ποιόν; Από μένα φυσικά, κι απ' τα παιδιά μου. Εναν εαυτό ανδρείκελο, που δεν θά 'χει μέσα του τίποτα, έναν άδειο εαυτό, ένα άγαλμα πήλινο, μιά αποστερημένη προσωπικότητα. Ο χρόνος τα γιατρεύει όλα, λένε. Τα πάντα ρεί, κλπ. Μπορεί κάποτε να θυμάμαι όλ' αυτά διασκεδάζοντας. Είναι δυνατόν;; Τώρα τι γίνεται. Τώρα που πονάω και πεθαίνω. Τώρα που κουρελιάζομαι και ταπεινώνομαι. Τώρα που η πέτρα έχει κυλίσει κάτω, στα Τάρταρα. ΤΩΡΑ, ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ;;;;;;


{Ξαναμπαίνει ο άντρας στο σπίτι, κλπ κλπ}


18.

Γύρισε απρόσμενα πριν λίγο. Μπήκε χωρίς να χτυπήσει κουδούνι. Εγώ γυμνή, δικαίωμά μου στο σπίτι μου με τέτοια ζέστη -τον περίμενα στις δέκα το βράδυ. Δεν αισθάνθηκα καθόλου άνετα. Πανικοβλήθηκα. Εκείνος πήγε για ντους με ανοιχτή την πόρτα γυμνός. Γιατί μου κάνει επίδειξη; Τώρα έπεσε για ύπνο. Μονοπωλεί το κρεββάτι, τώρα που λείπει το Μεγάλο. Κοντά στ' άλλα, βρίσκομαι εξόριστη στο σπίτι μου. Γι αυτόν είμαι διαφανής, ανύπαρκτη, κάτι -ένα πράγμα- χωρίς σημασία. Πώς θ' αντέξω;; Συνύπαρξη μ' αυτές τις προϋποθέσεις δεν γίνεται.


19.

Επί τέλους σχεδόν ηρέμησα. Ο Θανάσης ακόμα κοιμάται. Πότισα, ράντισα τη βεράντα, έβαλα το Μικρό για ύπνο. Πρέπει να βάλω τέλος στο ψάξιμο. Τέρμα τα γιατί και τα πώς, πάει το παρελθόν. Από 'δώ και πέρα τί γίνεται. Αλλαγή. Υποχρεωτική Αλλαγή. Πρέπει να σκέφτομαι μονάχα το μέλλον και το μέλλον πάντα είναι άγνωστο και ενδιαφέρον. Μπορεί να κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις. Ολο το μέλλον είναι μπροστά μου και μπροστά στα παιδιά. Χρειάζομαι ξεκούραση και ντάντεμα. Ισως πάω μιά βδομάδα στη θεία μου την Τερέζα. Μου έχει σταθεί καλύτερα κι από μάνα. Θα πάω, να κλάψω και να κοιμηθώ, να κοιμηθώ. Και να κάνω σχέδια για το μέλλον, χωρίς το Θανάση. Να προσπαθήσω να τον βλέπω ήρεμα, χωρίς ένταση. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΑΝΟΙΓΕΤΑΙ... (βαθύς στεναγμός, σαν υπόκωφη κραυγή)

ΑΥΛΑΙΑ
---------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το θεατρικό παραλήρημα ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΜΗΔΕΙΑ ή ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΣΗ γράφτηκε τον Ιούλιο του 1988, ενσωματώνοντας λόγια και εμπειρίες γυναικών, πραγματικές ιστορίες αλλά και λίγη φανταστική σάλτσα -που μάλλον δεν διαφέρει και πολύ απο πραγματικότητες που γνωρίζω απο πρώτο χέρι. Βρίσκεται και εδώ: http://sadness.e-e-e.gr/users/rodia/06/index.html

22 Απρ 2006

Βρωμαίος και Αυγουλιέττα (του Ανσέξ Πυρ)



Σκηνή Α'



Βρ. Αυγουλιέττα σ' αγαπώ

Αυγ. Και'γώ Βρωμαίε.. αν και τη μπόχα σου δεν αντέχω..

Βρ. Κάτι θα γίνει για τη μπόχα γλυκειά μου.. μάλλον είναι θέμα διατροφής..

Αυγ. Τι έφαγες σήμερα;

Βρ. Μα.. όπως κάθε μέρα.. Ζγαν..

Αυγ. Απόφευγε το Ζγαν.. γενικά τα αλλαντικά βλάπτουν..

Βρ. Μα δεν είπα παστουρμά.. Ζγανάκι αγνό..

Αυγ. Αυτό μας έλειπε να τρως και παστουρμά! (έξαλλη)

Βρ. Οχι καλή μου, όχι, ΠΟΤΕ ΠΑΣΤΟΥΡΜΑ! (γονατίζει)

Αυγ. Ούτε ξανά Ζγαν! (επιτακτικά)

Βρ. Ούτε.. ούτε.. (δακρύζει)

Αυγ. Μόνο αν είναι να πεθάνουμε θα φάμε μαζί Ζγαν..

Βρ. Ναι, καλή μου, ναι.. μόνο για θάνατο.. με μια κονσερβούλα..

Αυγ. Απροπό.. Τι λες; Πεθαίνουμε για την αγάπη μας;

Βρ. Πότε; Τώρα; (έντρομος)

Αυγ. Εμ; Πότε; Αύριο θα είναι αργά.. θα μας χωρίσουν οι δικοί μας που όλο πλακώνονται στο ξύλο.. Εχεις κανα Ζγαν πρόχειρο;

Βρ. Ναι.. εδώ το έχω..

Αυγ. Πονηρούλη! Και μόλις υποσχέθηκες..

Βρ. Ε.. το φύλαγα για την περίπτωση που..

Αυγ. Ξέρω ξέρω.. Θα πεθάνουμε μαζί μωρό μου.. ε;.. (δακρύζει)

Βρ. Ναι αγαπούλα μου.. ναι.. (την αγκαλιάζει τρυφερά)

Αυγ. Αχ, Βρωμαίε Βρωμαίε.. το μαύρο χώμα μας καλεί..

Βρ. Το ακούω.. Αλλά.. που έβαλα το ανοιχτήρι; (ψάχνει στις πτυχές του ρούχου του)

Αυγ. Στο καπέλο σου καλέ μου! Εκεί δεν το βάζεις πάντα;

Βρ. Ναι.. Φτου! Πάλι αφηρημένος.. (βγάζει το καπέλο και βρίσκει το ανοιχτήρι)

Αυγ. Ελα, δώσ' μου μια μπουκιά.. (ανοίγει το στόμα)

Βρ. Ελα.. φάε και συ.. είναι πολύ νόστιμο αν και δηλητηριασμένο..

Αυγ. Ναι το άτιμο! Νο-στι-μώ-τα-το! Μιαμ μιαμ.. και πώς βρωμάει!..

Βρ. Οχι και βρωμάει.. η ανάσα σου βρωμάει σαν κλούβιο αυγό! Που θα προσβάλλεις το Ζγαν μου!

Αυγ. Πφφφ.. εσύ και το Ζγαν σου! Βρωμερό υποκείμενο!

Βρ. Ετσι ε; Τώρα είμαι υποκείμενο! Για να σου πω κυρά μου..

Αυγ. Τώρα έγινα κυρά σου; Δεν είμαι η αγαπούλα σου πια;

Βρ. Δε σηκώνω εγώ βρισίδια! (στριτζώνεται)

Αυγ. Υποκείμενο της αγάπης μου ήθελα να πω.. (απολογητικά)

Βρ. Μήπως ήθελες να πεις αντικείμενο..; (συμβιβαστικά)

Αυγ. Ναι.. τι αντικείμενο τι υποκείμενο.. στο συντακτικό θα κολλήσουμε;

Βρ. Αααα.. θα τα πάρω στο κρανίο! Αγράμματη! (έξαλλος)

Αυγ. Θέλω να πεθάνω! Αφού δεν πήγα σχολείο! Γιατί με υποτιμάς;

Βρ. Αχ! Ξέχασα ότι στην εποχή μας τα κορίτσαι είναι υποτιμημένα.. σόρρυ..

Αυγ. Δώσε κι άλλο Ζγαν.. Θυσιάζομαι για την αγάπη μου και για τη θέση της γυναίκας.. (ηρωϊκά)

Βρ. Ναι.. θυσιάσου θυσιάσου.. όλο θυσίες εσείς οι γυναίκες.. άμα πια..

Αυγ. Με βάζεις με όλες τις γυναίκες; Δεν είμαι ξεχωριστή για σένα;

Βρ. Ωχ! Αρχισε την κλάψα πάλι.. (στο κοινό)

Αυγ. Τι μουρμουρίζεις πάλι; Δεν έχεις το θάρρος να το πεις κατευθείαν; Δειλέ!

Βρ. Τίποτα καλή μου..
..Φαντάσου να την παντρευόμουνα.. τι κρεββατομουρμούρα γλυτώνω με το φαρμάκι! (στο κοινό)

Αυγ. Πάλι μουρμουρίζεις; Τι λες, τι σκέφτεσαι που δεν έχεις το θάρρος να μου το πεις;

Βρ. Το Ζγαν καλή μου.. άρχισε να επιδρά.. Ωχ! η κοιλίτσα μουουου..

Αυγ. Αγκάλιασέ με Βρωμαίε.. Σφιχτά.. Οχι τόσο σφιχτά! Δεν αντέχω τη μπόχα!
..Γιατί δεν μπανιαριστήκαμε πριν αυτοκτονήσουμε; Κι έχω ψωνίσει ένα σπέσιαλ αφρόλουτρο με αυγό.. (στο κοινό)

Βρ. Η ανάσα σου βρωμάει Αυγουλιέττα μου.. τα είπαμε αυτά.. ωχ ωχ ωχ..

Αυγ. Ωχ.. Βρωμαίε σε αφήνω.. ωχ ωχ ωχ.. πονάωωωωω...

Βρ. Αφησέ με καλή μου.. άφησέ με να πεθάνω με την ησυχία μου..

Αυγ. Σε αφήνω Βρωμαίε.. σε αφήνω.. η ψυχή μου σε αφήνει.. πετάωωω.. (πέφτει νεκρή σπαρταρώντας)

Βρ. Βρε λες να έχει στ' αλήθεια φαρμάκι το Ζγαν μου; (μυρίζει το άδειο κουτί)
..Καταραμένο Ζγαν! (πέφτει νεκρός απότομα)

Αυγ. Βρωμαίε.. (ανασηκώνεται) Βρωμαίε αγαπημένε μου.. τι έπαθες; Είχες βάλει στ' αλήθεια φαρμάκι;
..Εγώ για πλάκα το έκανα πως πεθαίνω.. (στο κοινό)
ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΖΓΑΝ!!! (κραυγάζει, κόβει το λαιμό της με το κονσερβοκούτι και πέφτει πάνω του)

Βρ. (σηκώνεται με χάρη) Αμάν πια! Επιτέλους, την ξεφορτώθηκα!
(σπρώχνει το πτώμα απο πάνω του)
Πφφφ με γέμισε αίματα το παλιοκόριτσο.. (στο κοινό)


Σκηνή Β'



Η Αυγουλιέττα με ένα παχύ επίδεσμο στο λαιμό κάθεται πλάτη στο κοινό.


Βρ. Ελα Αγαπημένη, γύρνα να φας το αυγουλάκι σου..

Αυγ. Οχι, όχι, όχι! (με πείσμα)

Βρ. Αφού σου λέω.. θα κάνει καλό στο λαιμουδάκι σου..

Αυγ. Οχι, όχι, όχι! (ελαφρύτερο πείσμα)

Βρ. Το φύλαγα σαράντα μέρες και θα είναι αρκετά κλούβιο.. άκου.. (κουνάει το αυγό στο αφτί της χωρίς να γυρίσει να τη δει)

Αυγ. Οχι.. Αλλά.. γιατί όχι; (στρέφει απότομα, στρέφει και ο Βρωμαίος και τώρα κάθονται πλάϊ πλάϊ)

Βρ. Αχ! Επιτέλους γλυκειά μου.. με συχώρεσες; (με αγωνία)

Αυγ. Γιατί.. τι έκανες για να ζητάς συχώρεση καλέ μου; (αρπάζει το αυγό)

Βρ. Μα.. ο λαιμός σου..

Αυγ. Μόνη μου τον έκοψα βρε! Ξέχασες; (σπάει το αυγό)

Βρ. Ναι, αλλά βοήθησα κι εγώ.. δυστυχώς..
..Γιατί δεν πέτυχε την καρωτίδα θεέ μου; (στο κοινό)

Αυγ. Μμμμμ.. ωραίο αυγουλάκι! Δε μυρίζει όμως αρκετά.. επειδή μάλλον είναι παραβρασμένο.. λες;..

Βρ. Πού να ξέρω.. Ρώτα με για αλλαντικά.. για Ζγαν.. για φουαγκρά..

Αυγ. Επίτηδες το παράβρασες για να με πικάρεις! Αυτή είναι η μόνη αλήθεια.. (κλαίει με λυγμούς)

Βρ. Τώρα τι της λες; (στο κοινό)

Aκούγεται μια πορδή και μπαίνει στη σκηνή ένας ωραίος νέος.

Αυγ. Βρωμαίε! Πάλι κλάνεις; Ξανάφαγες Ζγαν; (θυμωμένα)

Βρ. Οχι καλή μου.. Μόνο φουαγκρά τρώω πλέον..

Αυγ. Τότε τι βρώμα είναι αυτή; Ακουσα και τον ήχο! (με βεβαιότητα)

Βρ. Κι εγώ κάτι άκουσα.. Α! Να.. κάποιος έρχεται.. μάλλον ο δράστης..

Αυγ. Αποκλείεται! Ενα τόσο ωραίο παληκάρι.. Α-πο-κλεί-ε-ται!!!

Βρ. Κι όμως.. απο κάτι τέτοια παληκάρια να φοβάσαι..
..πού βρέθηκε πάλι αυτός; Eίναι ο προμηθευτής του Ζγαν. (στο κοινό)

Αυγ. Γιατί; Τον ξέρεις μήπως;

Βρ. Οχι, όχι, κατηγορηματικά όχι!

Αυγ. Καλά.. σε πιστεύω.. αλλά γιατί σε κοιτάζει τόσο επίμονα;

Βρ. Μπορεί να ζητιανεύει.. μπορεί να πουλάει τίποτα.. να ρωτήσω;

Αυγ. Αχ ναι, ρώτησέ τον..

Πλησιάζει ο Βρωμαίος τον ωραίο νεανία.

Βρ. Γκουχ, γκουχ.. ωραία μέρα σήμερα..

Ωρ. Μάλιστα κύριε..

Βρ. Εχω την τιμή να συστηθώ: Βρωμαίος.

Ωρ. Ωραίος.

Βρ. Το βλέπω..

Ωρ. Κι εγώ.. το μυρίζω.. Κάνε πιο κει χριστιανέ μου..
..Πουφ.. (στο κοινό)

Αυγ. Αχαχαχα.. δεν είμαι η μόνη που είμαι ευαίσθητη σε οσμές.. (γελάκι)

Βρ. Τώρα τι θέλεις; Να προσβληθώ; Αμ δε..

Αυγ. Για πλησιάστε νέε μου.. να σας μυρίσω..

Πλησιάζει ο ωραίος νέος.

Αυγ. Μμμμμ.. ωραία μυρωδιά.. παρ' όλη την πορδή.. τι τρώτε συνήθως; Και.. συγγνώμη αν σας προσβάλλει η ερώτησή μου..

Ωρ. Μα όχι αγαπητή δεσποσύνη.. δε με προσβάλλετε.. πώς να προσβάλλει ένα όμορφο άνθος την κοπριά;.. (με άπειρη ευγένεια)

Αυγ. Απαντήστε τότε παρακαλώ.. τι τρώτε;..

Ωρ. Ζγαν και μόνο Ζγαν αγαπητή μου..

Αυγ. Ζγαν;;; (με απορία)

Ωρ. Ναι, Ζγαν.. δεν το γνωρίζετε το προϊόν;

Αυγ. Πως.. πως.. αλλά νόμιζα ότι στο Ζγαν οφείλονται οι βρωμερές..

Ωρ. Οχι.. το Ζγαν δεν έχει να κάνει.. η μυρωδιά παίρνει γραμμή απο τον οργανισμό.. Πολλοί πίνουν κολώνια και κλάνουν μέντες..

Αυγ. Πόσο δίκιο έχετε.. δεν το είχα σκεφτεί έτσι.. Παραμάνα! (φωνάζει την παραμάνα της που εμφανίζεται αμέσως)

Παρ. Φωνάξατε κυρία;

Αυγ. Ναι, σε φώναξα να μου πεις αν εξακολουθείς να πίνεις κολώνια.

Παρ. Ναι.. δε βρίσκω κάτι άλλο πρόχειρο.. συγγνώμη..

Αυγ. Ευχαριστώ, δε σε χρειάζομαι άλλο.
..γι αυτό μυρίζει μέντα.. (στο κοινό)

Η Παραμάνα φεύγει αθόρυβα.

Βρ. Τώρα Αυγουλιέττα μου, να συνεχίσουμε την κουβεντούλα μας;

Αυγ. Οχι με σένα πλέον Βρωμαίε.. προτιμώ τον Ωραίο νεανία.. Φέρε το σκαμνάκι πιο κοντά νέε μου..

Βρ. Γυναίκες.. (στο κοινό)

Αυγ. Είπες τίποτα καλέ μου;

Βρ. Εγώ; Οχι.. όχι.. (βλέπει το νέο που ψάχνει για σκαμνάκι) Εκεί.. στη γωνία είναι τα σκαμνάκια! (του φωνάζει)

Αυγ. Μα ελάτε ελάτε! Είμαι πολύ περίεργη για σας!

Ωρ. Τι άλλο θέλετε να μάθετε για μένα; (κάθεται στο σκαμνάκι πλάϊ της)

Αυγ. Ολα! Τι ώρα ξυπνάτε, τι ώρα κοιμάστε, τι τρώτε.. όλα!

Ο ωραίος νέος σκύβει στο αφτί και της ψιθυρίζει διάφορα, ενώ η Αυγουλιέττα σιγογελά γαργαριστά.

Βρ. Και.. αν θέλω το πιστεύω ότι αυτός δεν της βρωμάει.. Γυναίκες.. (στο κοινό)


**ΑΥΛΑΙΑ**
(αλλά μπορεί και να συνεχιστεί)