Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα κεφαλονιτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα κεφαλονιτικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιουν 2010

Ιστορίες της γιαγιάς μου της κεφαλλονίτισσας


Η γιαγιά μου η Ολγα μού διηγότανε ιστορίες για τη νόνα της την Πηνελόπη, που εκλέφτηκε στα δώδεκά της με το γερουσιαστή. Δεν ήτονε, βέβαια, γερουσιαστής όντις τον επαντρεύτηκε, μα έγινε αργότερα, όταν του εγέννησε δώδεκα παιδιά. Ολα τους εζήσανε, και θά 'πε μέσα του ο άθρωπος: «Αφού αντιπροσωπεύω τόσους νοματαίους, έ, ας έμπω και στη Γερουσία». Κι έτσι, εβρέθηκε Γερουσιαστής!

Μου διηγότανε πολλές ιστορίες η γιαγιά μου η Ολγα. Οι πιό πολλές δικές της, από τα παιδικάτα της. Τότες που έτρεχε στους αγρούς, στα Ομαλά, κι εφόριε το μεγάλο άσπρο φιόγκο στα μαλλιά, που της τον έφιαχνε η μάνα της -η σιόρα Ελένη- όταν επηγαίνανε επισκέψεις. Ετσι και τότες, κατακαλόκαιρο, επήγανε επίσκεψη στη θειά την Αντριανούλα, να τη δούνε πώς πορεύεται με τους σέμπρους της, να τους φιλέψει εκείνη την αξέχαστη σουμάδα της και το βύσσινο το γλυκό. Η γιαγιά μου, το Ολγάκι, θά 'τανε δε θά 'τανε οχτώ χρονώνε τότε. Σαν παιδάκι το λοιπόν, μόλις έφαγε το γλυκό της κι ήπιε και τη σουμάδα της και κατάλαβε πως οι μεγάλοι αποξεχάστηκαν με τις κουβέντες τους, εβγήκε απ' την αυλόπορτα κι αρχίνησε να τρεχαλάει έξω, στα χωράφια. Ετρεχε σαν παλαβωμένο μετά από την κλεισούρα του σχολειού και τ' Αργοστολιού, και το φουστάνι το κάτασπρο από οργκαντίνα και τα περκάλινα μεσοφόρια ανέμιζαν και γραπώνονταν απ' τα κλωνάρια της αγράμπελης και γέμιζαν αγκάθια και κομματάκια απ' άχυρα χρυσά. Τα μαλλάκια τα μακρυά, τα καλοχτενισμένα, λύθηκαν κι αυτά, λευτερώθηκαν απ' τον τεράστιο επίσημο φιόγκο, κι ανέμιζαν στο καλοκαιριάτικο μελτεμάκι.

Μα, ξάφνου, ακούστηκαν φωνές: «Ολγα!» και πάλι «Ολγα!» που την εξύπνησαν θαρρείς απ' τ' όνειρο το ευτυχισμένο. Επήρε το δρόμο προς το σπίτι το δίπατο -εκείνο που το '64, όταν επισκέφτηκα την Κεφαλλονιά, σωζώταν μόνο ο μπροστινός του τοίχος με το πολυφωτογραφημένο μπαλκόνι. Οπως εγύρναγε, ετίναζε τα ρούχα της από τ' άχυρα, κι έστρωνε όπως-όπως τις πιέτες και τις σούρες του φουστανιού και των μεσοφοριών. Απλωσε και τα χεράκια της να στρώσει και τ' ατίθασσα μαλλάκια κι απόμεινε πετρωμένη: «Τί να εγίνηκε ο φιόγκος; Ωχ, και να μη τήνε δεί η μάνα της. Ωχ, και πώς θα γλυτώσει!» Παρ' όλη την τρομάρα της, έψαχνε να βρεί λύση και φαίνεται πως τήνε βρήκε γιατί έτρεξε κι εμπήκε στο σπίτι από το πίσω πορτάκι. Εκεί, επερίμενε στη σκιά, πίσ' από τη μεγάλη κονσόλα.

«Ολγα!» και πάλι «Ολγα!» ακουγόντανε ακόμα οι φωνές και κάποιος εκατέβηκε στο κατώϊ. Το Ολγάκι ξεμύτησε με προφύλαξη κι εβρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη μεγάλη θειά που ανέβαινε με μιά αγκαλιά ρίγανη. «Ωχου το πουλάκι μου! Και πώς εγίνηκες έτσι; Ελα να σε συγυρίσω να μη σε σκοτώσει η μάνα σου!»

Την περιέλαβε και την έπλυνε, τη χτένισε και της εφόρεσε ένα φιόγκο, μα ένα φιόγκο, τρείς φορές καλύτερον απ' τονε δικόνε της! Ετσι, επαρουσιαστήκανε μαζί στη σιόρα Ελένη. «Τί φωνάζεις καημένη μου; Το παιδί ήτανε κάτω, στη γωνιά κι είχε πάρει έναν υπνάκο! Για τούτο, επειδή ήτανε πολύ φρόνιμη, της εχάρισα και το φιόγκο που βλέπεις, και να μη της ξαναβάλεις άσκημα πράματα στα μαλλάκια της!»

Ο λογος της θειάς της Αντριανούλας ήτανε νόμος και δεν εχώραγε καμμία συζήτηση. Ετσι, έληξε η επίσκεψη εκείνη. Μόνο ένα βλέμμα της έρριξ' η μάνα της και την επήρε, ανέβηκαν στην άμαξα κι εγύρισαν στ' Αργοστόλι.

Μιά άλλη ιστορία που μου διηγόταν η γιαγιά μου ήτανε πολύ αστεία. Είχανε πάει με τη μάνα της, τη σιόρα Ελένη, επίσκεψη στην κοντέσσα Μελπομένη. Ενα σπίτι δυό φορές μεγαλύτερο απ' το δικό τους κι από μέσα... δέκα φορές πιό πλούσιο! Τα έπιπλα αστράφτανε φρεσκολουστραρισμένα, οι πολυέλαιοι, οι κουρτίνες, ήτανε άλλο πράγμα. Οταν εχτυπήσανε το κουδούνι και τους άνοιξε ο πορτιέρης, μιά νεαρή καμαριέρα τις έμπασε στο μικρό σαλονάκι. Εκεί να δείς πολυτέλεια! Ολα όμορφα και με πλούσια φαντασία τοποθετημένα. Η γιαγιά μου -εφτά χρονώνε τότε- εκάθησε σ' ένα πολύχρωμο σκαμνάκι. Η μάνα της όμως εδιάλεξε την πολυθρόνα στη γωνία του σαλονιού, που πάνω της ήτανε ριγμένο ένα αστραφτερό ύφασμα. Ισως νά 'πε μέσα της πως ετούτη τη θέση την προώριζε η κοντέσσα για τους πιό διαλεχτούς καλεσμένους.

Με το που θρονιάστηκε όμως η σιόρα Ελένη στην πλουμιστή πολυθρόνα, εγίνηκε το θάμα! Τα ματάκια της μικρής Ολγούλας αντικρύσανε ξαφνικά τα πόδια της μάνας της σηκωμένα στον αέρα, να κοιτάνε οι σόλες των παπουτσιώνε το ταβάνι, σφηνωμένα ανάμεσα στις νταντέλλες των πολυπληθών μεσοφοριώνε της, την ανάποδη του υφάσματος του κρινολίνου της και του αστραφτερού πανιού που -μόλις μιά στιγμή νωρίτερα- εσκέπαζε την πολυθρόνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν την είχε δεί τη μάνα της σε τέτοια παράξενη στάση, και για τούτο την επιάσανε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια! «Βόηθησέ με, μωρή να ξαγκιστρωθώ από δώ μέσα!» της εφώναζε πνιχτά η σιόρα Ελένη, μα η Ολγούλα τίποτα. Δεν εμπόριε να κουνηθεί απ' το ξεκάρδισμα. Εκοίταζε τη μάνα της και τα ματάκια της κοντεύανε να πεταχτούνε όξω απ' τίς κόγχες τους. «Βόηθησέ με μην έρτει κανένας! Βόηθησέ με, κακομοίρα μου, μη σε σκοτώσω!» Η μικρή όμως είχε μαρμαρώσει. Ενα άγαλμα ξεκαρδισμένο απ' τα γέλια, αν γίνεται κάτι τέτοιο.

Τα πράγματα έμειναν έτσι για κάμποσην ώρα, μέχρι που εμπήκε η κοντέσσα Μελπομένη και -κρυφογελώντας κι εκείνη- εφώναξε τη δούλα να βοηθήσει τη σιόρα Ελένη να σηκωθεί. Εζήτησε τα χίλια συγνώμη «Ω, σιόρα μου, τι επάθετε! Την είχα για το μάστορη την πολυθρόνα και για να μη φαίνεται την εκουκούλωσα με τούτο το πανί... Και πώς δε σας τό 'πε το δουλικό! Ω, τι ετραβήξετε! Ω,ω,ω! Λαχτάρα που θα επήρατε!» «Τίποτε, κοντέσσα μου, τίποτε, έχω και τούτο το μόμολο που άλλο δεν ηξέρει απ' το να χάσκει το βλοημένο!» «Αμ, θα σου δείξω εγώ κακομοίρα μου, όταν φτάσουμε οπίσω στο σπίτι!» εσφύριξε της γιαγιάς μου κάποια στιγμή.

Οταν ετελειώσανε τις κουβέντες τους οι δυό κυράδες, ήτανε κιόλας σούρουπο. Τα νεύρα της σιόρας προγιαγιάς μου ήτανε τεντωμένα σα συρματόσκοινα, για τούτο κι εγυρίσανε με τα πόδια, μήπως και τα μολάρει. Η Ολγούλα ακολουθούσε τη μάνα της αμίλητη, ούτε κιχ δεν έβγαλε μέχρι το σπίτι ελπίζοντας να ξεχάσει η σιόρα μάνα της το ρεζιλίκι. Μα πού! Μόλις εκλείστηκ' η αυλόθυρα οπίσω τους και, σαν εμπήκε κι ο καδινάτσος, πού σε πονεί και πού σε σφάζει! Εφαγε της χρονιάς της η μικρή κι επί πλέον εκοιμήθηκε και νηστική εκείνο το βράδυ.

Σκέφτομαι ώρες-ώρες πως ίσως η γιαγιά μου να μην εκατάλαβε καθόλου το λόγο που την καταχέριασε η μάνα της και γι αυτό εθυμότανε τόσο ζωντανά ετούτη την ιστορία μέχρι τα γεράματά της. Πάντως, όσες φορές και να τηνε διηγότανε, εξέσπαγε σε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια!

Αλλη μιά ιστορία ήτανε εκείνη στον Εληό, οπού εκάνανε Κούλουμα, κι ο αδερφός της ο Μεμάς επιάστηκ' απ' την ουρά του αετού για να πετάξει, κι όπως ήτανε αλαφρύς τον επήρ' ο αετός και ποιός ξέρει πού θα τόνε πήγαινε αν δεν εκατάφερνε να πιαστεί απ' την κορφή του γεροπλάτανου, ή μήπως ήτανε θεόρατη συκιά; Τόση φαντασία αυτό το παιδί!

Με τη φαντασία του εκόντεψε να τρελλάνει την κακομοίρα τη δούλα της θειάς της Αντριανούλας, όταν εσκάρωσε το στρατό με τους μπούμπουρες. Εμάζεψε για τούτο το σκοπό πολλούς μπούμπουρες, αυτά τα μαύρα στρουμπουλά ζουζούνια που αφθονούν το καλοκαίρι στα χωράφια, κι εστέριωσε πάνω στα καβούκια τους κέρινα απολειφάδια. Είχε ματιάσει και μιά τρύπα στον τοίχο του κατωγιού, απ' όπου εχώριαν ίσα-ίσα να περάσουνε. Οταν λοιπόν η θειά έστειλε τη δούλα στο κατώϊ να φέρει κι άλλο κρασί, εκείνος αμόλαρε απ' όξω τους μπούμπουρες, αφού άναβε τα κεράκια στην καμπούρα τους. Τί να υποθέσει η καημένη η δούλα όταν αντίκρυσε μέσ' στο σκοτάδι μιά φωτεινή σειρά να περπατάει απά στο πάτωμα του κατωγιού; Τί διαβόλους της κόλασης, τί πλάσματα σατανικά νά 'τανε τούτα; Της έφυγε το λαγήνι απ' τα χέρια κι έσπασε με κρότο κι εκείνη εβρέθηκε λιγοθυμισμένη στο πάτωμα. Με το "μπάμ" εκατέβηκε η θειά στο κατώϊ και -μιά και τα μυαλά της τά 'χε τετρακόσια- επετάχτηκε στα γρήγορα όξω κι άρπαξε το δράστη από τ' αυτί. Με τό 'να χέρι εκράτιε τ' αυτί, με τ' άλλο έψαχνε νά 'βρει κάνα ξύλο να του της βρέξει, έστριψε κάπως ο διαολάκος και της τό 'σκασε.

Μετά από τούτο το κάζο, έκανε κάμποσες μέρες να τηνε πλησιάσει, την άφησε να ξεθυμάνει μέχρι που την άκουσε ένα βράδυ απ' το κρεββάτι του να διηγιέται το κατόρθωμά του μικρανεψιού της σε κάποιους επισκέπτες και να σκάει στα γέλια. Ετσι ξεθάρρεψε κι έγινε και το αγαπημένο της, το καμαρωμένο της ανηψάκι.

Δεν ξανασκάρωσε διαολιές στον Εληό, στο σπίτι της θειάς της Αντριανούλας, σα νά 'χε κάνει κάποια μυστική συμφωνία μαζί της, κι όταν επήγαινε η οικογένεια εκεί για να ξεκαλοκαιριάζει, ο Μεμάς είχε το λεύτερο να διατάζει σαν αφεντικό.

Μιά ιστορία μ' ένα κατόρθωμα της θειάς της Αντριανούλας αυτή τη φορά, είναι τότε που είχε μαγερέψει κουκιά για να φάνε οι σέμπροι ένα μεσημέρι. Δεν τους αρέσανε τα κουκιά κι όλο εφτύνανε τα φλούδια στα τσίγκινα πιάτα τους. «Ετσι εισάστενε, ε;» είπε μέσα της η θειά και το βράδυ τους εμαγέρεψε τα ίδια τα φλούδια με ωραία σάλτσα και μοσκομυρίζανε. «Εφκειό είναι φαί σιόρα Αντριάνα, όχι το που εμαγέρεψες το μεσημέρι!» είπε ο αρχισέμπρος. Πού να μολογήσει το μυστικό του εξαιρετικού φαγητού τότες η θειά η Αντριανούλα. Επερίμενε κάμποσες μέρες, να τελειώσουν οι σέμπροι όλες τις δουλειές κι όταν τους αποχαιρέταγε για καλό χειμώνα, τους τό 'σκασε το πράμα. Για τούτο την εσεβόντανε όλοι αυτήν τη θειά που εζούσε μόνη της και τά 'βγαζε πέρα σαν άντρας και καλύτερα, για τη σοφία και τη νοικοκυρωσύνη της.

Δε θυμάμαι άλλη ιστορία της γιαγιάς μου, αν και θα πρέπει να μού 'χει διηγηθεί πολλές, τόσες φορές που πήγαινα να την επισκεφτώ στο διαμέρισμα της οδού Δροσοπούλου, όπου είχε καταντήσει μετά από τα μεγαλεία και τα πλούτη. Ανοιγε το μπαούλο κι έβγαζε από μέσα κομμάτια από αστραφτερά φορέματα κεντημένα με χάντρες, ένα καπέλλο με φτερά και βέλο, μιά εφημερίδα πολυκαιρισμένη πού 'γραφε για τότε που είχε βγεί "μις Αργοστόλι", κι άλλα πολλά θυμητικά. Οταν έσβησε το φως από τα μάτια της τα λαμπερά, σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη και δεν επήγα ούτε στην κηδεία γιατί μου τό 'κρυψαν επειδή είχα εξετάσεις. Εκανα όνειρα τότε, πως θα τελειώσω τις σπουδές μου και θα νοικιάσω ένα σπίτι και θα δουλεύω και θα ζώ με την αγαπημένη μου γιαγιά να μου λέεει ιστορίες για την Κεφαλλονιά, όπως μονάχα εκείνη ήξερε να διηγείται. Τα όνειρα όμως όνειρα έμειναν, όπως γίνεται συνήθως, μα δεν τό 'ξερα ακόμα. Αυτό ήταν ένα ακόμα σκληρό μάθημα για μένα.
_______________________
FIL2053 - απο τα σκουπίδια του PC

4 Σεπ 2006

Τα πλακάκια του "Κήρυκα"



Ο σιορ Γρηγοράκης, του σιορ Τζανέτου του νοδάρου ο γιός, άπλωσε το δεξί του κι έχωσε την πένα στο καλαμάρι με το μελάνι το μαβί. Αφού την ετίναξε να φύγει η σταγόνα η περίσσεια, έβαλε με προσοχή την τελευταία τελεία στο χαρτί που είχε μπροστά του, μια τελεία ολοστρόγγυλη σαν και του τύπου. Την εκαμάρωσε για μισό λεπτό κι ίσα που επρόλαβε ν' απλώσει προς τα δεξιά της μια παχιά παύλα, πριν το μελάνι στην πένα στεγνώσει εντελώς. Α, ήτανε πολύ προσεχτικός ο σιορ Γρηγοράκης. Δεν τ' αρέσανε οι μουντζαλιές, γι αυτό.

Απομακρύνθηκε ολίγον τι από το γραφείο του παπάκη του, του νοδάρου, όπου ήτανε καθισμένος κι έγραφε εδώ και κάτι ώρες, κι εκαμάρωσε το γραπτό. Τα ωραία και περίτεχνα κεφαλαία του με τις τζιριτζάντζουλες εξεχώριζαν από μίλια και βάλε. Ητανε μεγάλος μάστορης ο σιορ Γρηγοράκης στο να σιάχνει κεφαλαία γράμματα, ιδίως εκείνο το έψιλον πολύ το επετύχαινε. Ετούτο το γραπτό θα το πήγαινε στην εφημερίδα "Ο Κήρυκας" να το τυπώσουνε στο παχύ φύλλο της Κυριακής, κάτω από τα μνημόσυνα. Εκεί όπου βάζουνε συνήθως τα ποιήματα που βραβεύονται.

Αυτό ήτανε τ' όνειρό του. Να δει τυπωμένο ένα γραπτό του, να βραβευτεί και να τυπωθεί το ποίημά του, κι ας τί καλό! Εφώναξε και τη Μαυρογιαννάκαινα την πλύστρα, να έρθει από την αυλή, να ιδεί το γραπτό. Εκείνη δεν εμπόριε γιατί άπλωνε τη μπουγάδα, αλλά "θα 'ρθώ σιορ Γρηγοράκη μου, μόλις αποσώσω" του εφώναξε. Η λαχτάρα του όμως ήτανε τόσο μεγάλη, που εβγήκε στην αυλή να της το δείξει, είχε ανάγκη από έναν έπαινο, και "μπράβο αφέντη, τι ωραίο πράμα που είν' τούτο πού έσιαξες" του είπε η καψερή, που δεν εγνώριζε γράμματα αλλά ένιωθε να εκτιμά τις ωραίες ζωγραφιές με τις ουρίτσες.

Ανέμιζε το χαρτί στον ήλιο και φάνταζαν σαν πεταλούδες τα κεφαλαία του. Ολο το γραπτό ήτανε γραμμένο με μελάνι μαβί, αλλά στα κεφαλαία είχε προσθέσει και λίγο πράσινο που τα εφώτιζε όπως οι πυγολαμπίδες το σκοτάδι, ο ήλιος όμως τους έδινε τη χάρη της πεταλούδας. Τόσο ωραίο γραπτό, δεν επίστευε στα μάτια του πως ήτανε δικό του έργο! Με τη βεβαιότητα της έγκρισής του από τον συντάκτη του "Κήρυκα", εξεκίνησε για τα γραφεία της εφημερίδας.

Οπως επήγαινε στο δρόμο, εσυνάντησε τη δασκάλα του πιάνου, τη σιόρα Ελενα. Επεριπάτει σκυφτή, ωσάν να γύρευε κάτι τι χαμένο στο ρείθρο του καλντεριμιού, αλλά μια στιγμή που εσήκωσε το βλέμμα και είδε να πλησιάζει ο αγαπημένος της μαθητής άστραψε από χαρά. Εκείνος εκοκκίνησε από αιδημοσύνη σαν κοπελούδα, γιατί, εντελώς μεταξύ μας, την εγουστάριζε τη σιόρα Ελενα παρ' όλο που τον επέρναγε κοντά δέκα χρονάκια.

- Καλήν ημέρα σιόρα Ελενα, πώς είστε;
- Καλήν ημέρα γιε μου, δόξα σοι ο Θεός, και τί 'ναι τούτο που κρατείς;
- Ενα ποίημα! Το πάω στον "Κήρυκα" όπου έχει διαγωνισμό για ποίηση ετούτη την εβδομάδα.
- Αλήθεια, μόλις επήγα τώρα και το δικό μου.
- Ναίσκε; Γράφετε κι εσείς ποίηση; Δεν το εγνώριζα.
- Ε, κάπου κάπου σκαρώνω κάνα δυο στιχάκια... Αλλά πήγαινε, μη σε κρατώ, και καλήν επιτυχία.
- Καλήν επιτυχία επίσης!

Τον έτρωγε η περιέργεια τώρα να μάθει τι σόι ποιήματα γράφει η σιόρα Ελενα, και μπας και είναι καλύτερο το δικό της από το δικό του, αλλά μέσα του ήτανε τόσο βέβαιος για την ικανότητά του στην καλλιγραφία, που εσβήστη κάθε φόβος και ταραχή κι έφτασε πετούμενος στην είσοδο των γραφείων της εφημερίδας. Ο πορτιέρης του έκαμε μια μικρήν ανάκριση -λες και δεν τον ήξερε- πριν του επιτρέψει να περάσει για να συναντήσει τον κύριο συντάκτη, τον υπεύθυνο για το διαγωνισμό.

Επήρε μια βαθειάν ανάσα, όρθωσε το κορμί, έσφιξε το στομάχι, και προχώρησε με βήματα αργά ατενίζοντας πέρα μακριά, στο τέρμα του διαδρόμου, την κοπέλα που εσφουγγάριζε τα πλακάκια. Επήγαινε προς τα πέρα πισωπατώντας στα τέσσερα, το κεφάλι σκυφτό, να φαίνεται ο σφιχτός της κότσος με τις φουρκέτες τις κοκκάλινες προς την πλευρά του. Ενα μαύρο κουβάρι, στρογγυλό σαν μπάλα, ήτανε το κεφάλι της και, όπως πισωπατούσε σφουγγαρίζοντας, εφαινόταν σαν να σπρώχνει αυτή η μπάλα από μαλλιά το υπόλοιπο κορμί που, όπως ήταν μαζεμένο κουρκουμιαστά, έμοιαζε με άλλη μια μπάλα, πολύ μεγαλύτερη όμως.

Εθαύμασε την ικανότητα της φαντασίας του να φτιάχνει ιστορίες και εικόνες από το τίποτα, χαμογέλασε από μέσα του με τη σκέψη να σκαρώσει ένα ποίημα για ετούτη την κοπέλα-μπάλα-μπαλίτσα, και συνέχισε να προχωρεί με το κεφάλι ψηλά πάντα. Στο νου του, το είχε παρμένο κιόλας το βραβείο της ποίησης. Οσο προχωρούσε όμως, όλο και πιο υγρό γινότανε το πάτωμα και, σε στρίψη ματιού, εξαγλίστρησε κι εβρέθηκε τέντα κάτω φαρδύς πλατύς.

Ετρεξε η κοπέλα που σφουγγάριζε, έβαλε τις φωνές, ανοίξανε οι πόρτες των γραφείων, εβγήκανε συντάκτες και συντακτάκια, ρεζίλι των σκυλιών έγινε ο σιορ Γρηγοράκης. Τον εσηκώσανε με ζόρι -τα είχε τα παχάκια του- και τον εκαθίσανε σε μια καρέκλα, αλλά εκείνος σφάδαζε από τους πόνους. Ηρθε το φορείο να τονε πάρει για το νοσοκομείο, τον εξέτασε ο δετόρος, ευτυχώς είχε σπάσει μόνο το χέρι του το δεξί, σ' ένα μήνα θα ήτανε πάλι γερό σαν και πρώτα, έτσι του είπε με βεβαιότητα και το ετύλιξε σε ένα πανί που το περιέλουσε με μπόλικο γύψο. Μετά, κρέμασε το ξερό του σε ένα άσπρο μεγάλο μαντίλι κι ετοιμάστηκε να πάρει το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι.

"Πονάτε σιορ Γρηγοράκη;" τον ερώτησε ο δετόρος κι εκείνος απάντησε "όχι γιατρέ μου" αλλά πονούσε και τατάραζε -από μέσα του όμως. Γιατί; Επειδή το γραπτό του με το ποίημα, αυτό το υπέροχο γραπτό που πεταλούδιζε ιριδίζοντας στον ήλιο, με τις ουρίτσες του και τα ωραία δίχρωμα κεφαλαία του, με την ολοστρόγγυλη τελεία και την παχιά παύλα στο τέλος, αυτό το αριστούργημα της καλλιγραφίας, αχ, είχε απλωθεί πάνω στα φρεσκοσφουγγαρισμένα πλακάκια των γραφείων του "Κήρυκα" και είχε αφήσει εκεί πάνω το μελάνι του και το χέρι του το μπανταρισμένο με το γύψο ήτανε αδύνατο να το ξαναγράψει και ο διαγωνισμός δεν έπαιρνε παράταση και είχε ξεχάσει και το ποίημα που μέχρι πριν λίγες ώρες το σιγοτραγούδαγε πίσω απ' τα δόντια του.

Μόλις έφτασε στο σπίτι εξάπλωσε στον καναπέ ώσπου να γυρίσει η θειά του -ορφανόν από μωρό τον εμεγάλωνε η αδερφή του παπάκη του. Είχε πάει να κάνει βίζιτα στου παπά Δοξανά τη γυναίκα, που ήτανε πάλι λεχώνα. Καρπερός ο παπάς, τόλμησε να ψιλοχαμογελάσει κιόλας ξεχνώντας τους πόνους του -έναν απ' έξω κι έναν από μέσα. Ο παπάκης του ο νοδάρος ήτανε σε κάτι χωριά περιοδεία, μια και περιμένανε εκλογές οσονούπω. Πώς αλλιώς θα εμπόριε να κάτσει στο μεγάλο γραφείο να γράψει το ποίημα; Αχ, το ποίημα! Πάλι εμελαγχόλησε με τη σκέψη του χαμένου αριστουργήματος. Εγειρε πάντως και τον επήρε ο ύπνος αγάλια αγάλια.

Αργά το μεσημέρι εκόπιασε η θειά κι έδωσε όρντινο να στρωθεί το τραπέζι κι έμαθε και τα μαντάτα για τον κανακάρη της. Επήγε κοντά το λοιπόν, του εχάιδεψε τα μαλλιά σαν να ήτανε και πάλι μωρό της αγκαλιάς, εκείνος αναστέναξε "μάνα μου" είπε κι άνοιξε το ένα μάτι, το δεξί, γιατί το άλλο ήτανε βουλιαγμένο στο βελούδινο μαξιλάρι του καναπέ. Είπανε τα νέα όλα, για το ποίημα και το διαγωνισμό του "Κήρυκα" και το συναπάντημα με τι σιόρα Ελενα και την κοπέλα με τον κότσο που εσφουγγάριζε τα πλακάκια και για την τούμπα και για το χαρτί που εβράχηκε κι εξέβαψαν τα μελάνια απά στο πάτωμα.

- Και τούτο δώ τι είναι μάτια μου; ερώτησε η θειά.
- Ποιο;
- Ετούτο, απά στο γραφείο του παπάκη σου.

Είπε, κι έδειξε ένα χαρτί με γραμμένα καλλιγραφικά γράμματα με ουρίτσες, στολισμένα κεφαλαία δίχρωμα σαν πεταλουδίτσες, με την τελεία την ολοστρόγγυλη στο τέλος και την παύλα την παχιά.

- Α! Αυτό είναι! και πού εβρέθηκε θειά; Θαύμα έγινε, θαύμα!

- Οχι και θαύμα αφέντη, η σιόρα Ελενα το ήφερε λίγο πριν έρτεις από το νοσοκομείο και είπε να το υπογράψεις κιόλας που το ξέχασες.

Είπε η Μαυρογιαννάκαινα η πλύστρα, που έμπαινε για να πάει στο δωμάτιο υπηρεσίας να σιδερώσει τα σεντόνια και τα άλλα για τη λινοθήκη. Τα πουκάμισα και τα ψιλά τα σιδέρωνε η θειά αυτοπροσώπως.

- Βάλε με το μυαλό σου, κυρά μου, τι τρέξιμο έκανε η δασκάλα να προκάμει να φέρει ετούτο εδώ και μετά να ξαναπάει στον "Κήρυκα" να μάθει τι θα γίνει με το χαρτί του σιορ Γρηγοράκη μας και μου είπε να το παει αύριο, θα τον επεριμένουνε να το πάει.

Σαν ποίημα μονορούφι μίλησε η Μαυρογιαννάκαινα, χαρούμενη που ακουγόντουσαν με τόσο ενδιαφέρον τα λόγια της. Ο νεαρός ανακάθισε στον καναπέ κι επήρε στο χέρι του τ' αριστερό το χαρτί και είδε ότι φαινότανε κάπως αλλιώτικο και έριξε το βλέμμα στην πλύστρα. Εκείνη τού 'κλεισε το μάτι με νόημα και "ε, αφεντόπουλό μου, το εσιδέρωσα, ήτανε μουσκίδι μαθές" τού είπε και τον εκοίταξε μη και της εθύμωσε. Ο σιορ Γρηγοράκης όμως χαμογέλασε πλατειά και είπε "ε, όσο για μια υπογραφή, δεν θα κουραστώ να τήνε βάλω" και "θα το πας εσύ όμως θειά αύριο στη φημερίδα, έτσι;" κι εσηκώθηκε ελαφρά υποβασταζόμενος από τις δυο γυναίκες και κινήσανε κατά την τραπεζαρία. Ευτυχώς, είχανε φαΐ της ορεξιάς του, πατάτες γιαχνί, που τρώγονται με πιρούνι.


________________
ΣΗΜ. από τη συλλογή "τα κεφαλονίτικα"