Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Ιαν 2021

Το Τρίξιμο των Πατωμάτων

 Ολο "αύριο" και "αύριο" και "θα", "θα", "θα", 

περνούν οι μέρες

και τις νύχτες τρίζουν τα σανίδια των πατωμάτων, 

λες και από κάτω τους υπάρχουν πεπιεσμένοι γίγαντες

που βαριανασαίνουν,

αλλά μπορεί και το ίδιο το ξύλο να στενάζει,

τα σανίδια να στενάζουν,

να στενάζουν υποφέροντας,

βασανισμένα από τα καρφιά,

που τα κρατάνε κολλημένα το ένα στο άλλο,

έτσι ώστε να σχηματίζουν 

τη γνώριμη οριζόντια επιφάνεια,

όπου όλοι εμείς πατάμε πάνω της,

-άλλοτε βηματίζοντας απαλά

κι άλλοτε χοροπηδώντας βάρβαρα-

περιμένοντας να ξημερώσει,

για να ξαναρχίσουμε όλα αυτά 

τα "αύριο" και "αύριο" και τα "θα", "θα", "θα"...

με την προσμονή του βέβαιου πλέον νυχτερινού

τριξίματος των πατωμάτων.

_________________

γράφτηκε σήμερα, 1η Ιανουαρίου 2021, ώρα 04:00 - 04:05 π.μ.

3 Οκτ 2020

παραποίηση Larry Cool

 ΗΜΕΡΑ ΟΥΡΑΚΟΤΑΓΚΩΝ

.
.
Στέκομαι στην κορφή ενός βουνού και περιμένω τη Ζωή
.
Ενα φίδι προβάλλει από τα φυλλώματα,
φτύνοντας άπειρα κουκούτσια
.
«Ο χρόνος σου αρχίζει Ροδιά»
.
«Πατέρα, εσύ;!» κραυγάζω εναγωνίως
»πές μου τουλάχιστον τι θα γίνω όταν γεννηθώ;»
.
Αρχίζει να μετράει τα κουκούτσια,
κι ο χρόνος τρέχει ασταμάτητα
.
εμφανίζονται χαρτιά, ζωγραφιές και ποιήματα
.
γίνομαι γυναίκα, γριά καί σλούρπ..!
καταβροχθίζοντας όλα αυτά, σκορπίζομαι στον κόσμο.
.
.
.
Ειμαι η μέρα που κυοφορεῖ καινούργιους κόσμους
.
Οι ουρακοτάγκοι ξυπνούν στα κλαδιά τους
.
τρεις κυνηγοί γεμίζουν τα τουφέκια τους
.
στις οπλισμένες κάννες τους έχουν πυγολαμπίδες.
 
 
το αληθινό ποίημα του Λάρρυ:
 
 
ΝΥΧΤΑ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΩΝ
.
.
Κάθομαι σ’ ἕνα παραλιακό καφενεῖο καί περιμένω τόν Θάνατο
.
Μιά ὡραία γυναίκα προβάλλει ἀπά τά κύματα,
κρατῶντας μία κλεψύδρα
.
«Ὁ χρόνος σου τελείωσε Λάρρυ»
.
«Μητέρα, ἐσύ;!» ψιθυρίζω ἔκπληκτος
»πές μου τοὐλάχιστον πρίν γεννηθῶ τί ἤμουν;»
.
Γυρίζει τήν κλεψύδρα ἀνάποδα,
κι ὁ χρόνος ἀντιστρέφεται
.
ὅλα μου τά ποιήματα ἐπιστρέφουν στό μελανοδοχεῖο
.
γίνομαι παιδί, βρέφος καί βουούπ..!
περνῶντας ἀπ’ τή μήτρα σκορπίζομαι στό διάστημα.
.
.
.
Εἶμαι ἡ νύχτα πού κυοφορεῖ καινούργιους κόσμους
.
Οἱ θαμῶνες ἀποκοιμήθηκαν στίς καρέκλες τους
.
ἕνας γάτος τρώγει ἀπό τά πιάτα τους
.
ἀπ’ τά μισάνοιχτα χείλη τους βγαίνουν πυγολαμπίδες.
 
______________________

ΣΗΜ. ανέβηκε στις 3 Οκτωβρίου 2020 στο f/b

20 Αυγ 2020

αντάξιο σε ξι ύφεξη μείξονα


χάθηκε ξανα το Ξι
ταξιδεύει με ταξί
ναυλωμένο
με το χέρι το δεξί
απλωμένο
να ξανάρθει το ταξί
περιμένω

3 Ιουλ 2020

Μη κινείστε.. σηκώνεται σκόνη!

Σκόνη σηκώνεται όταν κινείστε
μη κινηθείτε για να μη σκονιστείτε!

Στο ψυγείο σκόνη, στο κρεββάτι σκόνη,
στον καθρέφτη σκόνη...
Εγώ είναι η σκόνη!

Είμαι η σκόνη που σηκώνεται μεσάνυχτα,
χωρίς αέρα απ' τα κλειστά παραθυρόφυλλα
περνώ κι από τις άδειες χαραμάδες
κι απ' τους αρμούς των πατωμάτων αναδύομαι

Είμαι η σκόνη που απ' τις βρύσες αναβλύζω
και στάζω σκόνη σε παχείς και λείους βώλους
που απ' τα ταβάνια καταρρέω σα βροχή
που τα ντουλάπια με ρουφάνε με απληστία

Είμαι η σκόνη όπου τα σκεύη κλυδωνίζονται
-μια πλέουν στο παχύ μου στρώμα, μια βυθίζονται-
όλες τις ίνες η αφράτη μου ουσία διαποτίζει
όλα τα χρώματα απαλύνει και το μαύρο το ασπρίζει!

Ειμαι η σκόνη που καλύπτω όλα τα έπιπλα
και τα φωτιστικά, τις συσκευές, όλα μα όλα,
και τα φυτά και τις κουρτίνες, τα σκεπάσματα,
σκόνη απαλή, παχιά, βελούδινη και κάτασπρη

Είμαι η σκόνη που δε φέρνει ο αέρας,
που δε διακρίνεται ποτέ στο φως της μέρας
Είμαι η σκόνη του μυαλού και της αγρύπνιας
Λευκή, απαλή, λεπτή, λεία, παιπάλη...
_________________
ΣΗΜ. δεν θυμάμαι πότε ακριβώς γράφτηκε, (γύρω στο 2006 πιθανότατα) πάντως ανέβηκε τραγουδιστά στις 17/11/2014 εδώ: https://www.podomatic.com/podcasts/rodia/episodes/2014-11-17T06_28_47-08_00

28 Νοε 2018

αράχνες στο ταβάνι

αράχνες στο ταβάνι
ιστούς υφαίνουν ανέγγιχτους
οι μύγες ψοφήσαν

οι αράχνες πεθαίνουν της πείνας

Ηρθε ο καιρός!
ιστοί αραχνών
γεμίζουν τα πατώματα
αλίμονο στα μηρμύγκια

2 Απρ 2018

εντός συνόρων

...Βρέθηκε στα σύνορα.
Το σκοτάδι αναδείκνυε
το φως μιάς παράγκας
στου ορίζοντα το βάθος.
Αυτό το φως του έδινε δύναμη
να συνεχίσει την πορεία του
προς την ελευθερία.
Για μια στιγμή
το σώμα του ακινητοποιήθηκε.
Κρύφτηκε φοβισμένος.
Το δέρμα του ανατρίχιασε.
Σε λίγο θα ήταν ελεύθερος.
Με τίποτα δεν ανταλλάσσεται
η αίσθηση της ελευθερίας.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή
η σφαίρα βρήκε στόχο.
Το δέρμα του ηρέμησε.
Πέταξε ελεύθερος
αφήνοντας το σώμα του
εντός συνόρων.

_____________
ΣΗΜ. γραμμένο το 2002 σε κλαμπ του Pathfinder, μετά από κάλεσμα του paraxeno_daimonio για χρήση των λέξεων "σύνορα, σκοτάδι, παράγκα, δέρμα, ελευθερία, σώμα"

4 Ιουν 2017

ο τοίχος



Είμ' ένας τοίχος
από άθραυστο γυαλί
ένας καθρέφτης,
που πονάει με όσα βλέπει
Τα όσα δεν πρέπει
και τα όσα πρέπει

με δυο τυφλές ματιές

***

Είμ' ένας τοίχος
απο πέτρα κι απο φως
ένα μαντράκι
ακατέργαστο ντουβάρι
η άσπρη μου χάρη
σα βιολιού δοξάρι

σκαλίζει τις πληγές

***

Είμ' ένας τοίχος
ξαπλωμένος στην αυλή
μια χούφτα πέτρες
που μιλούν με το χορτάρι
κερδίζω τα βάρη
στης ζωής το ζάρι

με τρεις λαβωματιές

__________________
ΣΗΜ. μεταφορά απο εδώ (γραφτηκε 20 Οκτ. 2006)

1 Μαΐ 2017

ο μέσα δρόμος

το προσκλητήριο των νεκρών
του μέσα δρόμου
ηχεί παράξενα στ’ αφτιά
του νοσοκόμου

κρατά μια πάπια με σκατά
μα πέφτει κάτου
αντισταθμίζοντας τον ήχο*
του θανάτου

νεκροί περνούν καμαρωτοί
χιλιάδες ίσκιοι
κι ο νοσοκόμος τους ξορκίζει
με ουίσκι

(πώς μου ήρθε τούτο μου λες..?)
___________________
ΣΗΜ. σχόλιο (27 Ιαν. 2007) στο ποστ του χαρτοπόντικα 
* (αντί "τον ήχο", "τη φρίκη")

18 Φεβ 2016

Κόσμος είναι μια σταγόνα σάλιο στον ουρανίσκο μου

Γλείφω τον καθρέπτη προσεκτικά 
Διακρίνω μια γεύση χαλκού 
Τον ξεπλένω και, 
Ο νιπτήρας 
Το λουτρό 
Το ταβάνι πάνω απ' το κεφάλι μου, εξατμίζονται. 
 
Χάνομαι σ'ένα μαυριδερό ζουμί 
Πτηνά με ανθρώπινα σώματα πετούν στο υγρό 
Επιπλέουν βουλιάζουν αόρατες κλίκες 
Συγκρούονται απωθούνται. 
Δεν έχουν φτερά, είναι άπτερα 
Φαντάζονται ότι κάνουν βόλτες 
Οτι κάνουν θαύματα 
Πεθαίνουν έξω από το μυαλό τους. 
 
Μετέωροι δράκοι 
Περιμένουν ακίνητοι για αιώνες, 
Μέσ' στις στοές των μεταλλείων χαλκού 
Τη στιγμή που θα βγούν, ο ουρανίσκος μου θα καθαρίσει.
___________
ΣΗΜ. μεταφορά απο φουμπουκ, όπου γράφτηκε στις "σημειωσεις" στις 11/10/2015, δεν θυμάμαι όμως με ποιά αιτία

18 Φεβ 2014

Ηλεκτρικό φεγγάρι

κλικ! για το πραγματικό μέγεθος




βγαίνεις φεγγάρι_______________
ανατέλεις εντελώς_______________
σε σωλήνες φωτεινούς κλεισμένο_______________
κυκλωμένο σταθερά_______________
με ακαθόριστα σχήματα_______________
όχι κυκλικό τελείως_______________
με γωνίες μαλακές_______________
παραφυλάς στη γωνία_______________
μιας έλλειψης τετραγώνου_______________
κάποιο άχτιστο οικόπεδο__________________________
φυτρωμένο σκουπίδι__________________________
γλάστρα αστεράτη πλάι σου__________________________
ανταγωνίζεται το φως__________________________
το ηλεκτρικό της κολόνας__________________________
στο νερό που αφήνεις__________________________
φεύγοντας προς τα ύψη__________________________
βγαίνε φεγγάρι βγαίνε_______________
όσο φωτίζεις θα λιώνει_______________
λίγο ακόμα η γωνία της χάσης_______________
κι όπου νά'ναι θα φέξει_______________
επιτέλους._______________
βγαίνε φεγγάρι βγαίνε χλωμό__________________________
όλο και χλωμότερο__________________________
όλο και πλέον γωνιώδες__________________________
στων ηλεκτρικών σωλήνων__________________________
τις γωνίες στάσου__________________________
λιώστες ψυχρά__________________________
με φως σκοτεινό__________________________
το σκοτάδι εκτελώντας.__________________________

_____________
ΣΗΜ. ανέβηκε την Τετάρτη 29 Μαρτίου 2006 εδω

2 Δεκ 2012

Νεκροψία (Ada Negri)

Μαύρε γιατρέ που αχόρταγα κοιτάζεις
το σώμα το νεκρό που σού'χουν φέρει
και το γυμνό μου κρέας κομματιάζεις
μ' ακονισμένο, άπονο μαχαίρι

άκουσε:  ξέρεις τί ήμουν πριν πεθάνω;
Κόψε όσο θέλεις, σκίσε το κορμί μου.
Εδώ, σ' αυτό το μάρμαρο επάνω
θα σου ιστορήσω την παληά ζωή μου.

Στους δρόμους εμεγάλωσα, πατέρα,
αδέρφια, σπίτι, συγγενείς δεν είδα.
Μισόγυμνη, ξυπόλητη, αγέρα
και σύννεφα είχα μόνη μου κοιτίδα.

Δοκίμασα της νύχτας την αγρύπνια,
την προσευχή που λες και πάει χαμένη,
δοκίμασα την κρύα πείνα ξύπνια
κι απελπισιά πικρή, φαρμακωμένη.

Ολους δοκίμασα τους μαύρους κόπους,
της φτώχιας τη ντροπή και τη λαχτάρα.
Και γνώρισα εχθρούς, όχι ανθρώπους,
και τράφηκα με δάκρυ και  τρομάρα.

Μια μέρα  -ήταν η στερνή μου τύχη-
εις του νοσοκομείου ένα κρεββάτι
χύμηξε ένα πουλί με μαύρο νύχι
και το φτερό του μού'κλεισε το μάτι.

Και πέθανα -τ' ακούς;- έτσι μονάχη
σαν σκύλος που ψοφάει μές στο σκουπίδι
χωρίς τ' αυτί μου ένα λόγο νά'χη
για συντροφιά στο μακρυνό ταξίδι.

Για ιδές μαλλιά, για κύτταξε πώς λάμπουν,
μαύρα, πυκνά, μακριά, δεν τά'χε άλλη!
Αφίλητα κι αχάϊδευτα θα νά'μπουν
στης κρύας γης την παγωμένη αγκάλη.

Κύτταξε σώμα λυγερό, παρθένο,
δεν τ'άγγιξε ποτέ του ξένο χέρι,
τώρα την παρθενιά του πεινασμένο
παίρνει το κοφτερό σου το μαχαίρι.

Σκίσε το, κόψτο, κάνε το κομμάτια
ακούραστος και με βουβό το στόμα.
Χόρτασ'  το χέρι,  χόρτασε τα μάτια
στο σώμα αυτό, στο πουλημένο σώμα.

Βάλ' το μαχαίρι σου πιο μέσα ακόμα,
ξερρίζωσ' την καρδιά μου από τα βάθη
και ρώτησ' την το άλαλό  της στόμα
του πόνου το μαρτύριο να σου μάθη.

Ψάξε με, σκάλεψέ με, μη σε νοιάζει,
είμαι σκουπίδι, κρέας πεταμένο.
σκάψε βαθειάμου νά'βρεις πού φωλιάζει
της πείνας το μυστήριο το κρυμμένο.

Μπροστά σου εδώ γυμνή πονώ, στενάζω
-το ξέρεις;- υποφέρω ακόμα, κλαίω.
Με τα γυαλένια μάτια σε κοιτάζω
και δε θα με ξεχάσεις, σού το λέω.

Γιατί απ' τ' αχείλι μου το πικραμένο
βγαίνει στερνή φωνή, στερνή λαχτάρα
κι είναι -τ' ακούς;- ροχαλητό πνιγμένο,
είναι βλαστήμια, ανάθεμα, κατάρα.

_________________________
ΣΗΜ.1. Ποίημα της Ada Negri σε μετάφραση Αγγ. Βλάχου.
Tο αντέγραψα από το τετράδιό μου των Νέων ελληνικών, όπου γράφτηκε στις 4/11/1959. Καθηγητής και Δάσκαλος ζωής ήταν ο αξέχαστος φιλόλογος Ελευθέριος Ζωίδης, που το υπαγόρεψε στην τάξη. Πολλοί γονείς αντέδρασαν δυσμενώς (χαλαρή έκφραση) στην πρωτοβουλία αυτή, αλλά εμείς τα παιδιά σίγουρα κερδίσαμε πολλά από τις συζητήσεις που ακολούθησαν την αναλυτική μελέτη του ποιήματος αυτού.
(διατηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής, εκτός από τους τόνους)
ΣΗΜ.2. Το θυμήθηκα και το έψαξα χάρη σε αυτό το ποστ.

2 Σεπ 2011

Θα δημιουργήσουμε τον παράδεισο: Ο Larry Cool δίνει οδηγίες και'γώ παίζω



Θὰ δημιουργήσουμε τὸν παράδεισο

Ἀνθρώπινα σώματα,
Κραυγάζουν τὶς νύκτες καινούργιους κόσμους
Λάβα ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς
Περνᾶ ἀπ’ τὰ τρυπημένα τους πέλματα
Κι ἐξακοντίζεται ἀπ’ τὰ στόματα.

Αἰωροῦνται πελώριες γυναῖκες
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι μέδουσες
Οἱ πλόκαμοί τους σύρονται,
Ἐπάνω στὶς στέγες καὶ τοὺς θόλους τῆς μητρόπολης.

Τὸ αἰώνιο σῶμα μου,
Πλανᾶται ναρκωμένο στὸ διάστημα
Ἀπὸ τὶς κνῆμες του βγαίνουν ῾ρίζες
Ἀπὸ τὰ μάτια, κλαδιὰ μὲ φυλλώματα
Ἀπ’ τὰ δάκτυλα μῆλα
Γύρω του σχηματίζεται,
Ἕνας μικρὸς τόπος μὲ ἀραιὸ χῶμα
Κι ἕνας κῆπος
Ὅποιος ἒχει γευθεῖ τὸν καρπό μου, γνωρίζει.

__________________________
ΣΗΜ.1. στο ιστολόγιό του, ο διαδικτυακός καλλιτέχνης παρουσιάζει κομμάτια από το καινούργιο του μυθιστόρημα ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΡΦΩΝΟΝΤΑΙ...
ΣΗΜ.2. Φυσικά και θα παίξω και με αυτό το ποίημα, αμ πώς;



Δημιουργήσαμε την Κόλαση

Ανθρώπινα πτώματα,
Στρατολογούν τα μεσημέρια παλιά κοσμήματα
Αστραπές ρίχνει ο θόλος του ουρανού
Τρυπούν τα μελωμένα τους στήθη
Κι εξακοντίζονται απ' τα οπίσθια.

Ξεπροβάλλουν πελώριες γυναίκες
Από τη μέση και πάνω είναι σαλιγκάρια
Οι κεραίες τους ανιχνεύουν,
Επάνω στις λάσπες και τις θολές μήτρες.

Το αιώνιο πτώμα σου,
Βυθίζεται χορεύοντας στη λάσπη
Στους αγκώνες του έχει πρίζες
Στα φρύδια, καλώδια με κυκλώματα
Στα γόνατα ξύλα
Γύρω του σχηματίζεται,
Μια μεγάλη λακκούβα με θολό νερό
Κι ένα νησί
Οποιος έχει πάθει ηλεκτροπληξία, γνωρίζει!

20 Μαρ 2011

Pessoa (επίκαιρο εικονοποίημα)


1. τίτλος:

(Fernando Pessoa)

Ακρο

(Antoine Watteau: Gilles)

Μέχρι να

(Mexican peso)

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑαααααααααααααααααααα..............

______________________________
ΣΗΜ.1. αφιερωμένο στην αυριανή "Ημέρα Ποίησης")
ΣΗΜ.2. αποκρυπτογράφηση για αδαείς: Ακροβατώ / μέχρι να πέσω / ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑαααααααααααααααααααα..............
(μάλλον έπεσα)

5 Μαρ 2011

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Οσμίζομαι την κνίσσα ν' ανεβαίνει
Καμμένη σάρκα ανθρώπων, μαύρο αίμα,

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Τ’ αλόγατά του ακούω που ρουθουνίζουν
Τρέχοντας έρχονται τα μαύρα με τη μπόρα
Στη μαύρη νύχτα ακούω τα πένθιμα κουδούνια
Μαύρα κουδούνια του χαμού και του θανάτου
Στα χαϊμαλιά τ' αλόγονε πλεγμένα

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Μαύρη, πηχτή σαπίλα, βρώμιο κρέας,
Έρχετ' ο θάνατος, αδέρφια φυλαχτείτε!
Μόνος δεν έρχεται, ο πόλεμος τον φέρνει,
Κι αυτόν ο άνθρωπος. Δημιούργημα τ' ανθρώπου
ο μαύρος πόλεμος, το σκότωμα, το μίσος.

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Μαύρη απ' το αίμα που ξεραίνεται στον ήλιο
Μαύρο ποτάμι του χρυσού που θα μας πνίξει

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Μαύρα σπιρούνια, μαύρες μπόμπες, μαύρα όπλα,
Ένα στεφάνι μαύρα γέλια και φανφάρα
Πίσω του κρύβονται ο φόβος κι η τρομάρα

Τη μυρωδιά του ακούω στα ρουθούνια
Μαύρο φαρμάκι ο κουρνιαχτός του που ανεβαίνει
Σκιάζει τον ήλιο της ερήμου και της στέππας
Κι έρχεται πάνω μας. Αδέρφια φυλαχτείτε!

Τείχος τα σώματα, η αγάπη τείχος, κάστρο
Απαρτο κάστρο οι κραυγές μας να ορθωθούνε
Ο μαύρος πόλεμος, απάνω τους να σπάσει
Κι η μυρωδιά π' ακούω στα ρουθούνια
Χίλια κομμάτια να γενεί, να προσπεράσει...
_________________
από τα σκουπίδια του πισι, γραμμένο στις 3 Φεβρ. 2003

14 Δεκ 2010

πηγαινέλα στον Αδη

Ετρωγε ο Συμεών
καθισμένος οκλαδόν
στο λιβάδι
σάντουιτς τυρί ζαμπόν
χορτασμένος εκκινών
για τον Αδη.
Ως πλησίαζε λοιπόν
με το βήμα ζωηρόν
και ασθμαίνoν
βλέπει άγρυπνον φρουρόν
Κέρβερον προ των θυρών
κορδωμένον

Παλικάρι ο Συμεών
μ' ένα βλέμμα βλοσυρόν
τον κοιτάζει
μα ουδεμία εκ των τριών
του κυνός των κεφαλών
δεν τρομάζει.
Μίαν σκέψιν προχωρών
στου εγκεφάλου τον φλοιόν
περιπλέκει
προ ουδενός μη ορρωδών
να εισέλθει εφορμών
σαν φυσέκι!

Μα ο πατέρας των Θεών
είχε άλλον σχεδιασμόν
δια τον νέον
και τον κάνει αναφανδόν
απ' τον κόσμο των σκιών
εξακτέον.
Του ξεφράζει τον λαιμόν
και του δίνει θεϊκόν
ένα χάδι
πέφτει ευθύς ο Συμεών
ως βροχή και ως χιών
στο λιβάδι...

Μα το σάντουιτς απόν
ο τυρός και το ζαμπόν
στα χαμένα
δεν πτοείται ο Συμεών
και ζητάει κολατσιόν
από μένα
κι εγώ ρίπτω το στυλόν
και το πάκο των χαρτιών
στα σκουπίδια
για να μάθει το τεκνόν
να μου πρήζει το μυαλόν
και τ' αρχίδια!
_____________________
(στιχάκια ψαρεμενα απο τα σκουπιδια του υπολογιστη, γραμμενα 3/2/2006)
Ορεξη που την είχα! ;)

2 Σεπ 2010

blue vespa blue

Καβασάκι εντούρο ή Χόντα
σαν τη βέσπα δεν έχουν προσόντα
τη γαλάζια, παλιά, σκονισμένη

Χωρίς φρένο και γκάζι πηγαίνει
και το δρόμο τον βρίσκει από μόνη
τον οσμίζεται μάλλον η σκόνη

Τρέχει, τρέχει πετάει σα γλάρος
και βουτάει στο ρεύμα με θάρρος
στο φανάρι ευτυχώς, κοκκαλώνει

Σαν μουλάρι τις ρόδες στηλώνει
αποκτά στη στιγμή κάποιο βάρος
στέκει σούζα σαν νά'ναι φαντάρος!
_____________________
Πρωτογράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στη βωβή ΧελιδΩνα, 10 Φεβρουαρίου 2009 2:03 π.μ. Πλάκα δεν έχει; Το είχα ξεχάσει...

1 Αυγ 2010

Μετά τη σφαγή




Μετά τη σφαγή,
απλωμένοι στον ήλιο
οι σφαγμένοι σκλάβοι.

Καινούργιοι σκλάβοι φτάσαν
με τουρμπάνια λευκά,
ξεδίπλωσαν λευκά πανιά,
έφεραν δοχεία με υδρόμελι,
άλειψαν πληγές,
τυλίξαν σώματα νεκρά,
στόλισαν τάφους
σκάλισαν περίτεχνα πατερίτσες,
αλλάξαν τζάμια στα ματογυάλια.

Μετά τη σφαγή,
οι σφαγείς
-σκλάβοι κι αυτοί-
λούφαξαν σε αμμουδερές σπηλιές
μέχρι να γιάνει τις πληγές
το αλάτι.

Ούτε υδρόμελι, ούτε πατερίτσες, ούτε ματογυάλια.
Μόνο αλάτι.
Να σκληρύνουν οι πληγές
των σφαγέων σκλάβων,
περιμένοντας διαταγή
να ξανασφάξουν.

Πριν τη σφαγή, οι αφέντες γελούσαν.
Μετά τη σφαγή, οι αφέντες γελούσαν πιο πολύ.

Οι αφέντες πίνουν χάπια,
καταπίνουν συναισθήματα.
Οι αφέντες δεν είναι σκλάβοι,
ούτε ελεύθεροι είναι οι αφέντες,
ούτε άνθρωποι.

Χημικά κατασκευάσματα είναι οι αφέντες,
τα λεγόμενα ζόμπι.

________________________
-->> πρωτογραφτηκε προχτες εδω και μεταφερθηκε με μικρες διορθωσεις.

21 Ιουν 2010

Οταν αυτοκτονούν οι νεκροί

Ξυπνώ με γροθιές σφιγμένες.
Ηρθαν στον ύπνο μου αγαπημένοι νεκροί.
Ηρθαν να αυτοκτονήσουν,
να σκοτωθούν ξανά απ' το δικό τους χέρι.
Κρατούν πιστόλι, ένα μπαμ στον κρόταφο
και πάει, ξαναπεθαίνουν!

Η αιτία ακατανόητη,
ή μάλλον, αιτία είναι η αδυναμία κατανόησης.
Οι νεκροί δεν μπορούν να καταλάβουν
το γιατί κανείς δεν τους καταλαβαίνει σήμερα.
Και αυτοκτονούν.

Και έρχονται οι παλιοί πεθαμένοι,
σαν να είναι πάντα και παντού παρόντες,
οι περασμένοι, από αιώνες πεθαμένοι,
να πλύνουν και να στολίσουν το ξόδι.

Μάνες, που αν ζούσαν σήμερα θα ήταν δυο αιώνων,
χωρίς ήχο και χωρίς σπαραγμό,
με κινήσεις λιτές -σαν από πάντα-
πλένουν τρυφερά τα ξανασκοτωμένα κορμιά,
και συγκολλούν πρόσωπα
στραπατσαρισμένα απο πυροβολισμούς
σε νεκρά κεφάλια.

Κι όμως! Ειναι τόσο ζωντανοί αυτοί οι νεκροί.
Τους βλέπω από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Ολα συμβαίνουν μέσα στην κουζίνα,
όπου τα παιδιά μελετούν τα μαθήματα.
Και λέω, ας μείνω μακριά, μην ενοχλώ,
άλλωστε καλό κάνουν στα παιδιά οι νέες εμπειρίες.

Και τα παιδιά παρατηρούν. Βλέπουν
πώς είναι να πλένεις ένα νεκρό που ξανασκοτώθηκε,
βλέπουν τί είναι θάνατος -ξανά και ξανά θάνατος-
βλέπουν ότι ο ήχος δεν ωφελεί
-τι δύναμη έχει ένα μοιρολόι; καμμιά!

Καταλαβαίνουν τα παιδιά στοργή τί σημαίνει,
να κρατά τρυφερά η πεθαμένη από αιώνες μάνα
να κρατά το κορμί του πεθαμένου από αιώνες παιδιού
να συγκολλά τα κόκκαλα του κρανίου με αγάπη
και να χώνει μέσα τα μυαλά που ξεχειλίζουν
μετά τον αυτοπυροβολισμό,
για να είναι όμορφο το πρόσωπο του νεκρού,
που αποφάσισε να ξανασκοτωθεί.

Αχ, αυτές οι πεθαμένες μάνες που είναι πάντα ζωντανές!
Ερχονται από τους αιώνες,
αφήνοντας την ησυχία του θανάτου,
έρχονται πρόθυμες να θυμίσουν
ότι εδώ βρίσκονται και να μη φοβόμαστε.
Εδώ βρίσκονται και θα τα κάνουν όλα κατά πώς πρέπει.
Και αφήστε τα παιδιά να βλέπουν,
καλό είναι να μαθαίνουν τα παιδιά.
________________________
Γράφτηκε πριν απο λίγο εδώ

20 Μαΐ 2010

Το ψυγείο


Πρώτα, έφυγαν τα τζάμια.
Δεν έσπασαν, χάθηκαν,
έπαψαν να υπάρχουν.

Δεν ακούστηκε τίποτα, ούτε φύσηξε αέρας,
ούτε άλλαξε η θερμοκρασία
των δωματίων.

Καταλάβαμε πως έφυγαν τα τζάμια,
επειδή μπορούσαμε να βλέπουμε
πιο καθαρά
έξω.

Κατόπιν, έφυγαν οι τοίχοι. Εξαερώθηκαν.
Ούτε σκόνη, ούτε θόρυβος,
ούτε γκρεμίδια.

Χάθηκαν οι τοίχοι και μείναν
τα τζαμλίκια
να αιωρούνται ανάμεσα πάτωμα και ταβάνι.


Κατάλευκα,
με τα πόμολα στη θέση τους,
κλειστά.

Επειτα, ήρθε η σειρά των υποστηλωμάτων.
Χάθηκαν κι αυτά.

Πάει το μπετόν, πάνε και τα σίδερα.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


Εμειναν το πάτωμα και το ταβάνι
να αιωρούνται
Χωρίς θεμέλια, γιατί
-ξέχασα να πω-
το σπίτι ξεθεμελιώθηκε σε μια στιγμή,
σαν να το τράβηξε
ένα χέρι αόρατο
προς τα πάνω.


Ξαφνιάστηκα και κοίταξα γύρω μου και είδα:
Ολα τα σπίτια του κόσμου
είχαν βρεθεί διαμιάς στην
ίδια κατάσταση.

Πατώματα και ταβάνια να κολυμπούν
στον αέρα
Κατάλευκα κουφώματα να αιωρούνται
ανάμεσά τους, λες καρφωμένα στο πουθενά,
κι οι άνθρωποι να συνεχίζουν τις δουλειές τους
σαν να μη συνέβη τίποτα.


Να δουλεύουν στα γραφεία τους,
να κοιμούνται στα κρεβάτια τους,
μια νοικοκυρά να πλένει πιάτα
στο νεροχύτη,
ένα νήπιο να κάνει στράτα στο σαλόνι,
μια γριά να πλέκει
στην κουνιστή της πολυθρόνα.


Κανείς δεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο.

Αν φύσαγε δυνατός αέρας;
Αν έπιανε μπόρα;
Αν πέφταν κεραυνοί;
Αν η ζέστη γινόταν αφόρητη;
Πώς θα προστατευόμασταν;

Τηλεφώνησα σε φίλους, να μάθω
τη γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση.

- Ποια κατάσταση; με ρωτούσαν όλοι.
- Μα δεν βλέπετε; Δεν βλέπετε πως όλα είναι στον αέρα;
- Πάντα έτσι ήταν, απαντούσαν, δεν βλέπουμε καμία διαφορά.

Τότε αποφάσισα να βγω έξω. Ανοιξα την πόρτα, παρόλο που δεν υπήρχε τοίχος να με εμποδίσει να περάσω. Ανοιξα την πόρτα. Η εξώπορτα ανοίγει πάντα προς τα μέσα, προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η εξώπορτα άνοιξε, αλλά ήταν αδύνατο να βγω. Το βήμα μου βρήκε σε ένα τείχος αόρατο. Απλωσα τα χέρια και ένιωσα μια δύναμη να με απωθεί. Επέστρεψα μέσα. Πήγα να βγω από τον ανύπαρκτο τοίχο. Εκεί, η απώθηση ήταν πιο δυνατή, σαν να με έσπρωξε κάποιος δυνατά. Βρέθηκα πεσμένη στη μέση του δωματίου και, πάλι καλά που δεν έσπασα κάνα κόκκαλο. Ημουν παγιδευμένη μέσα σε ένα σπίτι, φαινομενικά ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Πήγα στην κουζίνα. Ανοιξα το ψυγείο. Μπήκα μέσα. Εδώ είναι το σπίτι μου τώρα. Αν και κάπως στενάχωρα, νιώθω ασφαλής. Ανοιγοκλείνω την πόρτα όποτε θέλω, κόβω βόλτες στα δωμάτια, αποφεύγω να βλέπω προς τα έξω.
Μια φορά που κοίταξα, είδα ένα διανομέα ψυγείων. Κάθε άνθρωπος και το ψυγείο του, από δω και μπρος. Ετσι πρέπει. Αυτό σημαίνει πρόοδος. Αυτό το κρύο κουτί που μας περιέχει, είναι η μοίρα μας πλέον.

______________________
Γραμμενο την Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008, εδω.


12 Αυγ. 2016 >>> και η μετάφραση του κειμένου από την Gerrit Monnartz: 

Der Kühlschrank

Zuerst waren die Scheiben weg
Sie zerbrachen nicht, sie verschwanden
Hörten auf, zu sein

Nichts war zu hören, weder ging der Wind
Noch änderte sich die Temperatur Der Zimmer
Wir begriffen, dass die Scheiben weg waren Weil wir klarer nach draußen sehen konnten
Dann verschwanden die Wände. Sie verdunsteten. Weder Staub, noch Lärm, noch Einsturzspuren.
Es verschwanden die Wände und es blieben Die Verschläge Zwischen Boden und Decke hängen
Hellweiss Mit den Knäufen an ihrem Platz geschlossen
Dann kamen die Streben an die Reihe Die verschwanden auch. Es war einmal Beton, es war einmal Stahl Als wären sie nie gewesen Übrig blieben der Boden und die Decke In der Luft hängen Ohne Fundament, denn -ich vergaß zu sagen – Das Haus wurde mit einem Mal aus dem Fundament gehoben Als zöge es Eine unsichtbare Hand Nach oben Ich erschrak und sah um mich und sah Alle Häuser der Welt Befanden sich auf einmal in Demselben Zustand Böden und Decken schwammen In der Luft Hellweiße Türen und Fenster in der Luft Zwischen ihnen, wie genagelt ins Nichts Und die Menschen weiter bei ihrer Arbeit Als sei nichts geschehn Arbeiten an ihren Schreibtischen Schlafen in ihren Betten Eine Hausfrau spült Teller Im Spülbecken Ein Kleinkind macht die ersten Schritte im Wohnzimmer Eine alte Frau strickt In ihrem Schaukelstuhl Niemand war sich der Gefahr bewusst Wenn starker Wind bliese? Ein Gewitter aufkäme? Blitze fielen? Wenn die Hitze unerträglich würde? Wie würden wir Schutz finden? Ich rief Freunde an, um zu erfahren, was sie von der Situation dachten -Welche Situation, fragten mich alle. -Aber seht ihr denn nicht? Seht ihr nicht, dass alles in der Luft hängt? -Das war immer so, antworteten sie, wir sehen keinen Unterschied. Da beschloss ich, raus zu gehen. Ich öffnete die Tür, obwohl es keine Wand mehr gab, die mich am Durchkommen gehindert hätte. Ich öffnete die Tür. Die Tür öffnet immer nach innen, ins Innere des Hauses. Die Tür öffnete sich, aber es war unmöglich hinauszukommen. Mein Schritt fing sich in einer unsichtbaren Mauer. Ich breitete die Arme aus und spürte eine Kraft, die mich zurückwarf. Ich ging wieder zurück nach Innen. Ich ging, um aus der inexistenten Mauer zu kommen. Dort war der Druck stärker, als schubste mich jemand kräftig. Ich fand mich in der Mitte des Zimmers, gefallen, Glück gehabt, dass ich mir nicht die Knochen gebrochen hatte. Ich war im Haus gefangen, scheinbar frei nach allen Seiten. Ich ging in die Küche. Ich öffnete den Kühlschrank. Ich ging hinein. Hier ist jetzt mein zu Hause. Auch, wenn ich mich etwas traurig fühle, fühle ich mich doch sicher. Ich öffne und schließe die Tür, wann immer ich will, drehe Runden durch die Zimmer, vermeide es nach Draußen zu sehen. Einmal als ich hinaussah, sah ich einen Kühlschranklieferanten. Jedem sein Kühlschrank, von nun an. So muss es sein. Das heißt Fortschritt. Diese kalte Kiste, die uns birgt, ist nunmehr unser Schicksal.
__________________
άργησα λίγο λόγω έλλειψης p/c, αλλά θα με συγχωρέσετε, έτσι δεν είναι;

22 Φεβ 2008

Προχωρώ ακολουθώντας

Το σώμα του μου μιλά.
Με τον ώμο με κατευθύνει απαλά
σαν τη γαλοπούλα.

Το βλέμμα του με στρίβει
στις γωνίες
-αόρατα ηνία-
μου δίνει εντολή να αλλάζω κατεύθυνση
                                        πότε πότε

Βαδίζει πίσω μου, αλλά με οδηγεί.
Προχωρώ ακολουθώντας τον,
αν και προπορευόμενη.

Δεν μιλούμε καθόλου.
Ούτε πριν, ούτε μετά.

Οταν χωρίζουμε,
ορίζουμε το επόμενο ραντεβού.
Πέμπτη; Πέμπτη.
Οχτώ; Οχτώ, όπως πάντα.
Εδώ; Εδώ.

Φεύγουμε χωριστά.
Περιμένω την επόμενη Πέμπτη.
Να μου μιλήσει το σώμα του.

--------------------------
Συλλογή "σημαδεύω έρωτες για να μείνουν ζωντανοί"
**και η απομυθοποίηση: βασίζεται στην εικόνα που είδα μια Πέμπτη απόγευμα έξω από τη Μονή Πετράκη, όπου μια κοπέλα ήταν στημένη και περίμενε. Με το που έφτασα κοντά, ένας νεαρός συνοφρυωμένος την πλησίασε και -χωρίς λέξη ούτε βλέμμα- σκούντηξε με το ώμο του τον ώμο της κι Εκείνη άρχισε να περπατά σαν κουρδισμένη προς την κατεύθυνση που της είχε δώσει το σκούντημα, ενώ Εκείνος ακολουθούσε.