Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδικο θεατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιδικο θεατρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Νοε 2006

Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ


Θά 'ρθει και πάλι,
και πάλι θα φύγει.
Η σκιά της ελπίδας
θα φωτίσει και θα χαθεί.
Σαν αστραπή.
Για πάντα.
Σαν σκοτεινή αστραπή.
Πόσο μαύρα είναι όλα!

(Παραμύθι ή σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο)


Κάποτε, σε μιά χλωμή χώρα, όπου όλα ήταν κιτρινισμένα, απ’ τον ουρανό μέχρι τα δέντρα και τα λουλούδια, τις λίμνες και τα ποτάμια, τη θάλασσα και τα χλωμά πρόσωπα των ανθρώπων, υπήρχε ένα μικρό κι ασήμαντο χωριουδάκι.

Στη μέση της πλατείας του μικρού χωριού βρισκόταν ένα μαγαζάκι με μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε με ξεθωριασμένα γράμματα:


ΕΔΩ ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΣ

Μιά μικρή κοπέλλα ξεπρόβαλε από ένα στενό δρομάκι μαντηλοδεμένη και το πλησίασε διστακτικά. Ανοιξε την πόρτα του μαγαζιού. Οι μεντεσέδες της έτριξαν μ’ ένα διαπεραστικό ήχο, γιατί ήταν εδώ και πολύ καιρό αχρησιμοποίητη. Μέσα στο μαγαζί, πίσω από ’να σκωροφαγωμένο πρασινωπό πάγκο, κάθονταν ένας γέρος και μιά γριά. Η μικρή κοπέλλα μίλησε:

- Λίγη ελπίδα, παρακαλώ.
- Λυπάμαι, μόλις μάς τελείωσε.
- Γιατί λυπάστε; Επειδή δεν έχετε να μού δώσετε;
- Οχι, επειδή δεν κρατήσαμε ούτε για μάς.
- Ευχαριστώ, θα πάω αλλού.
- Μή κάνετε τον κόπο. Πουθενά δεν πωλείται πλέον.
- Κι όμως. Ελπίζω να βρώ λίγη κάπου.
- Αν σας περισσεύει δεσποινίς, δώστε μας λίγη από τη δική σας.
- Ευχαρίστως. Ελάτε να ψάξουμε μαζί.

Σιγά - σιγά, ένα μικρό πλήθος ακολουθούσε τη μικρή κοπέλλα που έψαχνε ν’ αγοράσει λίγη ελπίδα. Το περίεργο είναι πως η ίδια δεν είχε καταλάβει ότι όχι μόνο δεν της έλειπε, αλλά είχε τεράστιο απόθεμα, που το μοίραζε απλόχερα σε όσους την ακολουθούσαν. Ετσι, απόχτησε οπαδούς.

Αρχισαν να περπατάνε μέσα από δάση, πόλεις, λιβάδια και χωριά, χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο, χωρίς νερό: Η ελπίδα της μικρής κοπέλλας τους έτρεφε.

Μετά από μερικές ημέρες έφτασαν μπροστά σ’ ένα πανύψηλο τοίχο. Εκεί σταμάτησαν. Ο τοίχος ήταν κάτασπρος, σαν τεράστια παγοκολόνα. Ηταν και παγωμένος. Η μικρή κοπέλλα ακούμπησε το χεράκι της στο κέντρο του τοίχου, μα το τράβηξε απότομα, μη παγώσει.

- Αχ! Έκανε κατάπληκτη. Ελάτε! Φώναξε, ελάτε!
- Ελάτε, ν’ αχνίσουμε όλοι μαζί με τα χνώτα μας!

Πλησίασαν όλοι κι άρχισαν ν΄αχνίζουν “χού - χού” με τα χνώτα τους, εκεί, στη μέση του τοίχου. Ο τοίχος άρχισε να βαθουλώνει και να στάζει. Ηταν πραγματικά μιά τεράστια παγοκολόνα!

Οταν άνοιξε μιά μικρή τρύπα, μετά από χιλιάδες καυτές ανάσες, πέρασε από μέσα της η μυρωδιά της Ανοιξης.

Τότε, μόλις οι άνθρωποι τη μύρισαν, συνέχισαν ν’ αχνίζουν τον τοίχο με ξέφρενη χαρά, όλοι μαζί. Τα μάτια τους έλαμπαν, τα πρόσωπά τους είχαν στρογγυλέψει, τα χλωμά τους μάγουλα απόχτησαν χρώμα.

Κάποτε, δεν μπορώ να υπολογίσω πότε ακριβώς, άνοιξε ένα μεγάλο πέρασμα στον τοίχο. Η μικρή κοπέλλα γύρισε, τους κοίταξε όλους προσεκτικά και τους είπε:

- Μέχρι τώρα δουλέψαμε όλοι μαζί για να τρυπήσουμε τον τοίχο. Τώρα, πρέπει να προσέξουμε. Ενας - ένας να περάσουμε, να μη χαλάσουμε το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας.

Στάθηκε στο πλάϊ επιβλέποντας να μη χαλάσει το άνοιγμα, απ’ όπου περνούσαν όλοι προσεκτικά, ένας - ένας. Μα σιγά - σιγά, το πέρασμα μίκραινε, στένευε.

Η μικρή κοπέλλα εκλιπαρούσε να συνεχίσουν να το αχνίζουν με τα χνώτα τους περνώντας το, οι άνθρωποι όμως δεν της έδιναν πιά σημασία κι απλώς περνούσαν βιαστικοί για να φτάσουν γρηγορότερα, ν’ αγγίξουν την Ανοιξη. Ευτυχώς δεν ήταν και τόσοι πολλοί, έτσι η μκρή κοπέλλα πρόλαβε να περάσει κι εκείνη, τελευταία.

Αυτό που αντίκρυσε περνώντας ήταν ένα τεράστιο ανθισμένο λιβάδι, όσο έπιανε το μάτι, γεμάτο χαρούμενους ανθρώπους, που χόρευαν και τραγουδούσαν.

Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Η μικρή κοπέλλα έχτισε ένα μικρό μαγαζάκι κι έβαλε μιά μεγάλη ταμπέλλα που έγραφε:


ΕΔΩ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ

Πιστεύω πως θα περάσουν πολλά χρόνια για να χρειαστεί κάποιος σ’ αυτόν τον τόπο να γυρέψει ελπίδα. Ο καθένας έχει μπόλικη στην ψυχή του. Κι όσο τη μοιράζεται με τους άλλους, όσο τη χαρίζει, η ελπίδα θα περισσεύει.

7 Οκτ 2006

Η ΠΑΤΑΤΟΧΩΡΑ ή ΚΑΤΩ ΤΑ ΣΚΟΥΛΗΚΙΑ !


Τα χρόνια τα παλιά η μεγάλη και ξακουστή Πατατοχώρα εφοδίαζε όλο τον κόσμο με τις νόστιμες και ολόγερες στρογγυλές πατάτες της. Κάποτε όμως έπεσε ένα φοβερό σκουλήκι που τις έφαγε όλες, μα όλες, κι ένα πρωί ξημερώθηκε η Πατατοχώρα χωρίς ούτε μιά πατάτα.

Σα να λέμε σήμερα πως η Κίνα στέρεψε από μετάξι, η Αραβία από πετρέλαιο, η Ιταλία από μακαρόνια κι η Ελλάδα από πολιτισμό.

Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι σοφοί της Πατατοχώρας, το γνωστό Συμβούλιο Των Σοφών, και συζητούσαν για τον τρόπο που έπρεπε ν' αντιμετωπίσουν αυτό το σοβαρό πρόβλημα.

Η ιδέα που κυριάρχησε ήταν ν' αλλάξουν το όνομα της χώρας τους και ν' αρχίσουν να καλλιεργούν άλλα προϊόντα, "όπως όλος ο κόσμος" -έτσι είπε ο Πρόεδρός τους.

Ενα μικρό αγόρι όμως, που άκουσε την ανακοίνωση του Συμβουλίου από το ραδιόφωνο, δε συμφώνησε καθόλου μ’ αυτή την ιδέα. Είχε γεννηθεί πατατοχωρίτης και δεν ήθελε ν’ αλλάξει πατρίδα. Εγραψε λοιπόν για τη δική του ιδέα στους σοφούς και, παράλληλα, τη διαφήμισε στους τοίχους της πόλης του. Πίστευε δηλαδή, πως έπρεπε να πολεμήσουν το σκουλήκι που κατέτρωγε τις πατάτες και όχι ν’ αλλάξουν όνομα στη χώρα τους αποδεχόμενοι την καταστροφή, που στο κάτω - κάτω κανείς δεν ήξερε πόσο θα διαρκούσε.

“Ζήτω οι πατάτες - Κάτω τα σκουλήκια” έγραφε παντού.

Οι σοφοί ξαναμαζεύτηκαν για να ξανασκεφτούν. Εν τω μεταξύ, οι νέοι επιστήμονες της Πατατοχώρας έψαχναν πυρετωδώς για να βρούν το φάρμακο που θα καταπολεμήσει τον εχθρό της πατάτας. Νύχτα - μέρα στα εργαστήρια, ανάμεσα σε μικροσκόπια και σε περίεργα χρωματιστά υγρά, δεν σταματούσαν την έρευνα, ώσπου ένα μεσημέρι ανακοίνωσαν ότι, επί τέλους, βρέθηκε το ποθητό φάρμακο.

Ο κόσμος έτρεξε αμέσως να το προμηθευτεί από τα φαρμακεία και τα καταστήματα γεωργικών φαρμάκων. Οι σοφοί όμως, που δεν είχαν αποφασίσει ακόμα άν θ' αναιρέσουν την προηγούμενη απόφασή τους, απαγόρεψαν την πώληση του φαρμάκου. Ευτυχώς που μερικοί καλλιεργητές είχαν προλάβει να τ' αγοράσουν.

Μετά από λίγους μήνες κυκλοφόρησαν πάλι στην αγορά νέες τροφαντές πατάτες, νοστιμότερες κι από πριν. Εστειλαν και στους σοφούς μιά παρτίδα για να τους πείσουν ότι η χώρα τους δεν έπρεπε ν' αλλάξει όνομα.

Οι σοφοί, που ακόμα συνεδρίαζαν, δεν μπήκαν στον κόπο να δοκιμάσουν τις καινούργιες πατάτες, επειδή δεν τις θεωρούσαν εκλεπτυσμένη τροφή.

Ο λαός αδημονούσε, είχε ακόμα εμπιστοσύνη στους σοφούς και περίμενε την απόφασή τους πριν ν’ αρχίσει και πάλι την εξαγωγή της περίφημης πατάτας.

Τα άλλα κράτη, εκμεταλλευόμενα την παρατεταμένη σιωπή των σοφών της Πατατοχώρας καθώς και την πρώτη τους απόφαση για αλλαγή του ονόματός της, άρχισαν να καλλιεργούν πατάτες και ν’ απαγορεύουν την εισαγωγή τους από την Πατατοχώρα. Οι σοφοί, εν αγνοία τους, ενεργούσαν εναντίον της πατρίδας τους με την ολιγωρία τους. Διάφορες φήμες κυκλοφορούσαν στα κανάλια της τηλεόρασης. Ενας σοφός βγήκε σ' ένα "παράθυρο" και είπε πως οι νέοι επιστήμονες δεν έχουν βρεί πραγματικά το φάρμακο και σπέρνουν ψεύτικες ελπίδες στο λαό, τους συγχωρεί όμως "λόγω του νεαρού της ηλικίας τους". Ενας άλλος σοφός ανακοίνωσε ότι η θέση του Συμβουλίου Των Σοφών είναι αμετακίνητη: Η χώρα πρέπει ν' αλλάξει όνομα.

Ο λαός καταλάβαινε πως κάτι μαγειρεύεται πίσ' από την πλάτη του, δεν μπορούσε όμως να ενεργήσει γιατί περίμενε τη γνώμη του Συμβουλίου, ακόμα κι όταν δεν έμενε η παραμικρή αμφιβολία πως οι νέοι επιστήμονες είχαν δίκιο, πως το φάρμακο είχε βρεθεί και ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικό στην καταπολέμηση των σκουληκιών της πατάτας.

Πέρασαν αρκετά χρόνια και η χώρα έμενε μετέωρη. Δεν είχε όνομα και κανείς στον κόσμο δεν την αναγνώριζε. Η παλιά της δόξα είχε σβήσει και λίγοι, πολύ λίγοι, θυμόντουσαν το ένδοξο παρελθόν της. Ακόμα περισσότερο το λησμονούσαν οι εχθροί της, που δεν τους συνέφερε καθόλου να το θυμούνται.

Οι νέοι επιστήμονες έβαζαν όλα τους τα δυνατά για να ενημερώνουν το λαό σχετικά με την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, έγραφαν στους τοίχους και μιλούσαν στα λεωφορεία, μιά και κανένας ραδιοτηλεοπτικός σταθμός δεν τους έδινε βήμα ώστε να ακουστούν περισσότερο. Ετσι όμως η γνώμη των νέων επιστημόνων έχανε το βάρος της και ο πολύς κόσμος τους αντιμετώπιζε με δυσπιστία και διατηρούσε τις ελπίδες του στους σοφούς, που, με τη στάση τους, μόνο σοφοί δεν ήταν.

Οι εχθροί, που τώρα είχαν φτάσει την παραγωγή της πατάτας τους σε δυσθεώρητα ύψη, είχαν κάθε λόγο να εξαφανίσουν την πρώην ξακουστή Πατατοχώρα. Δεν στάθηκαν λοιπόν απλοί παρατηρητές και, με το πρόσχημα πως η χώρα αυτή δεν είχε αποκτήσει ακόμα όνομα, οπότε δεν είχε πίστη στη διεθνή αγορά, την απέκλειαν συνεχώς από τα διεθνή συνέδρια και από τα κέντρα λήψης αποφάσεων για το μέλλον του πλανήτη. Οι σοφοί της Πατατοχώρας δεν καταλάβαιναν γιατί είχαν απομονωθεί, για ποιόν λόγο τους επιστρέφονταν οι συμμετοχές τους στα διεθνή συνέδρια όλο και πιό συχνά.

Πέρασαν τα χρόνια και οι επιστήμονες δεν ήταν πιά τόσο νέοι κι οι σοφοί είχαν αλλάξει θέση με αντικαταστάτες, που ακολουθούσαν με συνέπεια τα χνάρια τους.

Υπήρχε έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους κατοίκους της χώρας, που κανείς πιά δε θυμόταν γιατί και πώς είχε αρχίσει.

Ο λαός, πάντως, έτρωγε ακόμα πατάτες που καλλιεργούνταν παράνομα και που, χάρη στα επίσης παράνομα φάρμακα, ήταν πεντανόστιμες και απρόσβλητες από το φοβερό σκουλήκι που κόντευε να εξολοθρευτεί εντελώς.

Το μικρό παλληκαράκι, που είχε πρώτο δυσπιστήσει στην πρώτη απόφαση του Συμβουλίου Των Σοφών περί αλλαγής ονόματος της Πατατοχώρας, είχε γίνει πλέον ολόκληρος άντρας. Δρώντας για πολύ καιρό στην αφάνεια, είχε καταφέρει να πλουτίσει από το παράνομο εμπόριο πατάτας και αντισκουληκικού φαρμάκου. Με την τεράστια περιουσία του έστησε δικό του ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο με παγκόσμια εμβέλεια και, ενημερώνοντας για το τί ακριβώς συμβαίνει στην πατρίδα του, απέκτησε φίλους και υποστηρικτές σ' όλόκληρο τον κόσμο.

Ετσι, η Πατατοχώρα ξαναβρήκε τ' όνομά της, οι σοφοί πήγαν σπίτι τους και οι επιστήμονες, στηριζόμενοι από το λαό, ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας στο παρά πέντε, μιά και οι εχθροί, που παραμόνευαν σαν αρπακτικά, κήρυξαν τον πόλεμο με όλα τα μέσα, με απαγορεύσεις αλλά και με όπλα. Απαγόρευαν την κατανάλωση της πατατοχωριανής πατάτας κι έριχναν με τ’ αεροπλάνα τους νέα σκουλήκια στους αγρούς της Πατατοχώρας.

Ο λαός ενώθηκε σε μιά μάζα και, με μιά καρδιά και μιά ψυχή, αντιστάθηκε σθεναρά και νίκησε τους εχθρούς κατά κράτος.

Οταν όλα τέλειωσαν, ακούστηκε απ' όλα τα δίκτυα του πλανήτη το χαρούμενο τραγούδι της Πατατοχώρας και κανείς δεν αμφισβήτησε πλέον την ποιότητα της παραγωγής της. Οι πατατοχωρίτες ξαναβρήκαν τη χαμένη τους περηφάνεια και από τότε ζούν ευτυχισμένοι καλλιεργώντας, τρώγοντας και εξάγοντας τις υπέροχες πατάτες τους.

----------------------
ΣΗΜ. Το παραμύθι γράφτηκε στις 12 Δεκ. 1997 ως σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο. Πριν 2-3 χρόνια κάποιος ενδιαφέρθηκε και ζήτησε να το διαμορφώσω για παιδικό θέατρο, αλλά, στη συνέχεια, διάλεξε κάτι τι πιο εύπεπτο. Το θεατρικό παραμένει αζήτητο μαζί με τα τραγουδάκια του.

5 Ιουν 2006

ΤΟ ΣΙΔΕΡΟΣΚΟΥΛΗΚΟ



(παραμύθι - σχέδιο για σενάριο ή θεατρικό έργο)

Εχετε διαβάσει σίγουρα κάποιες ιστορίες, όπου κάποια κοπέλλα ή νεαρός φοράει σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο και φτάνει να λιώνει ίσαμε και τρία ζευγάρια απ' αυτά. Τώρα, πώς γίνεται να λιώνουν τα σιδερένια παπούτσια, είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε εδώ πέρα.

Για όλα φταίει το σιδεροσκούληκο. Το σιδεροσκούληκο είναι ένα φοβερό σκουλήκι τόσο δα μικρό. Μια σταλιά κι όμως κάνει τόσο μεγάλη ζημιά. Χώνεται που λέτε μέσα στο σίδερο και το μασάει αργά αργά -δε βιάζεται καθόλου- το σίδερο δε μπορεί ν' αντισταθεί και φεύγει. Ξεκολλάει φλούδες φλούδες, σα να ξεφλουδίζεται δηλαδή. Λεπταίνει το πάχος του, αδυνατίζει και στο τέλος τρυπάει και πάει... λιώνει κανονικά.

Μια φορά ήταν ένας άρχοντας πλούσιος και τρομερός. Είχε στην κατοχή του πολλά χτήματα και δάση και ολόκληρα βουνά. Είχε και μια λίμνη κι ένα κομμάτι θάλασσα και δυο πανέμορφα ποτάμια πότιζαν με το νερό τους τα λιβάδια του. Οι χωρικοί όμως που ζούσαν κάτω απ' τις διαταγές του ήταν πολύ στενοχωρημένοι επειδή ο άρχοντας είχε μια καρδιά πολύ σκληρή, από σίδερο ήταν φτιαγμένη.

Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κοιτάζει τους λογαριασμούς του. Καθόταν απ' το πρωί ως το βράδυ και μελετούσε λογαριασμούς. Πόσο μεγάλο ήταν κάθε χωράφι και πόσο καρπό έπρεπε να παράγει, τίποτ' άλλο δεν τον ενδιέφερε. Και ζητούσε απο τους χωρικούς να παραδίνουν το σωστό καρπό -σύμφωνα με τους λογαριασμούς του σωστό βέβαια- χωρίς να λαβαίνει υπ' όψη του τις καιρικές συνθήκες, το κουρασμένο χώμα που δεν άντεχε απανωτές σπορές, τις ακρίδες που κατά καιρούς έπεφταν στο βιος του. Οποιος δεν έφερνε τη "σωστή" ποσότητα καρπού έπρεπε να φάει σαράντα βουρδουλιές στην κατακαημένη του πλάτη και να κόψει απ' το φαγητό της οικογένειάς του μια μερίδα την ημέρα.

Οι χωρικοί είχαν απελπιστεί, πεινούσαν κι αυτοί και τα παιδιά τους, τα ρούχα τους είχαν γίνει κουρέλια. Ν' αντισταθούν στον άρχοντα δεν υπήρχε ελπίδα επειδή είχε ένα φοβερό στρατό με στρατιώτες που ήταν εξοπλισμένοι σαν αστακοί. Το στρατό του τον πρόσεχε πολύ ο άρχοντας. Αστραφταν οι φορεσιές απο πάστρα, καλογυαλισμένα κουμπιά στις στολές και τα ολοκαίνουργια όπλα των στρατιωτών ήταν τελευταίας τεχνολογίας και καλολαδωμένα. Βέλη και φαρέτρες και ασπίδες, όλα εξαιρετικά, φερμένα απο τη Βενετιά. Οι πανοπλίες απο το Τολέδο καθώς και τα σπαθιά και τα κοντομάνικα μαχαίρια.

Που να κουνηθούν οι χωρικοί... Εβλεπαν τα παιδιά τους να ξενητεύονται μόλις πατούσαν τα δεκάξι και σιγόκλαιγαν οι μανάδες κι οι πατεράδες, που αναγκαστικά έμεναν πίσω. Είδε ο άρχοντας πως έφευγε σιγά σιγά ο λαός του κι αντί να κάτσει να σκεφτεί το γιατί, έβγαλε μια διαταγή να κλείσουν τα σύνορα. Μόνο θα έμπαιναν στη χώρα του, κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει. Ποιός όμως νά 'ρθει σ' αυτή την κακομοιριασμένη χώρα; Οπου γυρνούσε το μάτι, φτώχεια και δυστυχία. Μόνο στους στρατώνες και στον πύργο του άρχοντα υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί χαρά. Οι κουζίνες μοσχομύριζαν ψητά κρέατα και γλυκά και φαγιά καλομαγειρεμένα. Μόνο εκεί υπήρχαν όμορφα ρούχα και στολές λαμπερές. Στους δρόμους και στα χωράφια κυκλοφορούσε μια σκέτη κουρελαρία από πεινασμένους ξερακιανούς ανθρώπους που σερνόντουσαν κυριολεκτικά.

Μια μέρα όμως ξημέρωσε κι έφεξε ο τόπος. Ηρθε μια πεντάμορφη κοπέλα, που ήταν κόρη κάποιου χωρικού. Ελειπε πολύ καιρό, είχε πάει σε μια θειά της από τα πέντε της χρόνια, πεθύμησε όμως μεγαλώνοντας να δει ξανά τους δικούς της κι έτσι γύρισε στη χώρα του άρχοντα. Η μάνα της είχε πεθάνει κι ο πατέρας της δε χάρηκε καθόλου που την είδε επειδή σκέφτηκε το κακό που την περίμενε, τη φτώχεια και την πείνα. Η κοπέλα παραξενεύτηκε που ο ίδιος της ο πατερούλης έκλαιγε σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του και τον ερώτησε:

- Γιατί πατέρα μου κλαίς; Δε χαίρεσαι που γύρισα κοντά σου;
- Τι να χαρώ κορούλα μου; δε βλέπεις τι γίνεται εδώ πέρα; μαύρη δυστυχία μας έχει πλακώσει μ' αυτό τον άρχοντα το σκληρόκαρδο.
- Ασε πατέρα να το σκεφτώ. Εχω μια ιδέα, να δω πως μπορώ να τη βάλω σ' εφαρμογή.

Ετσι είπε η κοπέλα και, αφού έφαγε μια μπουκιά φαί, έπεσε να ξεκουραστεί, να κοιμηθεί για να σκεφτεί καλύτερα. Ετσι γίνεται συνήθως. Οταν βάζουμε μια ιδέα στο νου μας πρέπει να την "κοιμηθούμε", να κοιμηθούμε μαζί της δηλαδή, για να μπορέσει να μπει σε τάξη και το πρωί να ξυπνήσουμε μ' ένα σχέδιο ολοκληρωμένο στο μυαλό μας. Ας πούμε πως το κάνουμε με τα μαθήματά μας. Διαβάζουμε το βράδυ και κοιμόμαστε νωρίς μ' αυτά στο νου και το πρωί ξυπνάμε με φρέσκο μυαλό και μ’ όλα τα μαθήματα στη θέση τους κι είμαστε στο σχολείο ξεφτέρια! Ετσι κι η κοπέλα. Κοιμήθηκε νωρίς και το πρωί ξύπνησε πολύ χαρούμενη κι είπε του πατέρα της:

- Πατέρα βάλε μου να πιω λίγο γάλα και δώσε μου μια γαβάθα να την πάω στον άρχοντα.
- Μετά χαράς κόρη μου.

Εβαλε ο γέρο-πατέρας γάλα να πιεί η κόρη του, γέμισε και μια γαβάθα για τον άρχοντα. Ηπιε η κοπέλα το γάλα, ντύθηκε, στολίστηκε και ροδομάγουλη και γελαστή ξεκίνησε για τον πύργο. Οι στρατιώτες που την έβλεπαν τη χαιρετούσαν κι άνθιζε η ψυχή τους με τ' όμορφο χαμόγελό της κι ούτε που σκέφτηκε κανείς τους να τη ρωτήσει από που έρχεται και που πηγαίνει. Φτάνει που περνούσε ανάμεσά τους και τους δρόσιζε με την παρουσία της. Φτάνει κάποια στιγμή η κοπέλα στο παραπόρτι του πύργου. Εκεί στεκόταν ένας στρατιώτης άγριος μ' ένα σκύλαρο δίπλα του.

- Ποιά είσαι και τι ζητάς στον πύργο του άρχοντα;
- Μια κοπέλα είμαι και του φέρνω γάλα φρέσκο απο την προβατίνα μου.
- Καλά, άντε πέρασε!

Της απάντησε κεραυνοβολημένος κι αυτός απο το γλυκό της χαμόγελο. Μια και δυο λοιπόν, άρχισε η κοπέλα ν' ανεβαίνει τα σκαλιά μέχρι πού 'φτασε στην κάμαρη του πύργου, όπου καθόταν ο άρχοντας τριγυρισμένος απ' τους λογαριασμούς του. Χαρτιά και χαρτάκια ένα γύρω κι αυτός στη μέση να λογαριάζει ξανά και ξανά. Η κοπέλα χτύπησε την πόρτα. Τακ-τακ-τακ. Σήκωσε ο άρχοντας ξαφνιασμένος το κεφάλι του, την κοίταξε και τη ρώτησε:

- Ποιά είσαι και τι θέλεις εσύ εδώ πέρα;
- Είμαι μια κόρη που γύρισα απ' την ξενητειά κι έφερα φρέσκο γάλα να το πιεί η αφεντιά σου να συχωρνάει τη μανούλα μου την αποθαμένη.
- Αντε, φέρτο να το πιώ. Μμμμ καιρό έχω να πιώ τόσο νόστιμο γάλα!

Είπε ο άρχοντας κι άδειασε τη γαβάθα μονορούφι. Του άρεσε τόσο πολύ και το γάλα μα και η χαριτωμένη και χαμογελαστή κοπέλα, που ζήτησε να του ξαναφέρει γάλα και το επόμενο πρωί. Εφυγε πετώντας η κόρη του χωρικού και γύρισε στο ταπεινό καλυβάκι της. Ελουσε τα λαμπερά μαλλάκια της που χρύσιζαν στον ήλιο κι άρχισε το τραγούδι. Την άκουσε ο γερο-πατέρας γυρίζοντας απ’ το χωράφι και τη ρώτησε:

- Τι τραγουδάς κορούλα μου; Τραγουδάς τη μιζέρια μας; Τραγουδάς τη φτώχεια και την κακομοιριά μας;
- Οχι, πατερούλη μου. Τραγουδάω όλα τα καλά του κόσμου που θά 'ρθουν στο φτωχικό μας. Τραγουδάω όλα τα καλά το κόσμου που θά 'ρθουν στη χώρα μας, σε όλους τους ανθρώπους, σ' όλες τις οικογένειες.

Πάει, τρελλάθηκε το κοριτσάκι μου, σκέφτηκ' ο γέρο-χωρικός και φοβήθηκε να της ξαναμιλήσει. Ετσι είναι. Αμα δούμε κάποιον που διαφέρει κάπως από μας, φοβόμαστε. Αμα κάποιος λέει τα πράγματα διαφορετικά από μας, αντί να προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε, φοβόμαστε και πάλι. Ετσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Από την άλλη μεριά πάλι, θέλουμε να μας καταλαβαίνουν όλοι χωρίς να τους εξηγούμε τα δικά μας λόγια. Μυστήρια η ψυχή κι ο νους του ανθρώπου. Ετσι είναι όμως και μονάχα αν θέλουμε εμείς οι ίδιοι μπορεί ν' αλλάξει κάποτε αυτό.

Η κοπέλα δεν είχε τρελλαθεί, καθόλου μάλιστα. Είχε το σχέδιό της. Για να φτάσει απ' τη μακρινή χώρα της θειάς της είχε λιώσει δυο ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Σκέφτηκε λοιπόν να βάλει ένα σιδεροσκούληκο μέσα στο γάλα που έπινε ο άρχοντας για να λιώσει σιγά σιγά το σίδερο που κρατούσε φυλακισμένη την καρδιά του. Απλό πράγμα και πως δεν τό 'χε σκεφτεί κανείς μέχρι τότε;

Συνέχισε να του πηγαίνει μια γαβάθα γάλα κάθε πρωί κι ο άρχοντας τό 'πινε με μεγάλη ευχαρίστηση. Πέρασαν ενας μήνας, δυο μήνες, στους τρείς μήνες απάνω, ο άρχοντας είπε ν' αφήσει για λίγο τους λογαριασμούς του και να κάνει μια βόλτα με τ' άλογο στα χωράφια του. Εκεί είδε χωρικούς αδύνατους να σέρνουν με κόπο τα εργαλεία για να σκάψουν και να σπείρουν. Είδε κουρελισμένα ρούχα και καπέλα ξεσκισμένα. Είδε χωράφια αραιοφυτεμένα σαν του σπανού τα γένια. Ξέρετε πώς είναι του σπανού τα γένια, ε; Μια τρίχα φυτρώνει εδώ κι η άλλη δυο δάχτυλα πιο πέρα. Ετσι και τα χωράφια απ' το πολύ δούλεμα. Ενα φυτό εδώ και τ' άλλο ένα μέτρο παρα πέρα. Ετσι ακριβώς που σας το λέω.
Απόρησε ο άρχοντας, πήγε κοντά σ' ένα γεροντάκο και τον ερώτησε:

- Τι συμβαίνει γέρο μου στα χωράφια μου; Και γιατί οι άνθρωποι είναι τόσο συφοριασμένοι; Επεσε λιμός και δε μού 'πατε τίποτα; Γιατί;
- Τι να σου πω άρχοντά μου! Δε συμβαίνει κάτι που να μη το ξέρεις. Τόσες φορές ερχόμαστε στον πύργο σου και σου λέμε κάθε φορά τι γίνεται κι εσύ, χωμένος στους λογαριασμούς σου, ούτε μας δίνεις σημασία, μόνο όλο ζητάς και ζητάς...

Ο γέρο-χωρικός αυτός μίλησε έτσι θαρρετά επειδή ήταν πολύ γέρος και δεν είχε τι να φοβηθεί. Ετσι κι αλλοιώς ο θάνατος τον περίμενε, όπου νά 'ναι θ' άφηνε το μάταιο τούτο κόσμο για να πάει στον άλλο, χωρίς τη μεσολάβηση κανενός, ούτε και του άρχοντα. Προχώρησε ο άρχοντας να πάει παρακάτω να δει κι άλλα, να δει τι συμβαίνει στη χώρα του. Πήγε προς τα βοσκοτόπια. Κάπου εκεί κοντά ήταν κι η κοπέλα που είχε έρθει να ταΐσει τα προβατάκια της. Μόλις τη βλέπει ο άρχοντας πάει προς το μέρος της και της λέει:

- Τα ήξερες όλα ετούτα που συμβαίνουν στη χώρα μου; Γιατί δε μού 'πες τίποτα;
- Τι να σου πω άρχοντά μου; Τόσα χρόνια σου λένε και σου λένε, μα εσύ το νου σου στις τιμωρίες και στα όπλα τον είχες. Εδώ οι άνθρωποι πεινάνε, η γη έχει αγριέψει και ζητάει να ξεκουραστεί λιγάκι. Δες το και μόνος σου. Μαύρη φτώχεια και δυστυχία βασιλεύει κι η εξουσία σου χωρίς γη και υπηκόους τι θα γίνει; Θα σβήσει.

Η κοπέλα μίλησε έτσι επειδή κατάλαβε πως το σιδεροσκούληκο είχε κάνει τη δουλειά του στην καρδιά του άρχοντα. Αμα σ' ένα χρόνο τρώει ένα ζευγάρι σιδερένια παπούτσια, δε θα φάει το σίδερο της καρδιάς πάνω στο τρίμηνο; Τι λέτε κι εσείς, ε; Δε φοβότανε λοιπόν μη την τιμωρήσει ο άρχοντας και μίλησε κι αυτή θαρρετά σαν το γέρο-χωρικό αλλά γι άλλο λόγο. Ο άρχοντας την έβαλε πάνω στ' άλογό του και κίνησαν να δούνε όλα όσα συνέβαιναν στη χώρα του. Οσο προχωρούσε, τόσο το χαμόγελο έσβηνε απ' τα χείλη του μέχρι που έγινε σκυθρωπός και φτάνοντας στον πύργο έβαλε τα κλάμματα στον ώμο της κοπέλας, λέγοντάς της:

- Αχ! Τι ανόητος που ήμουνα, θα με συχωρέσεις ποτέ; Ντρέπομαι που το λέω αλλά δεν τολμώ ν' αντικρύσω το πρόσωπό σου, φοβάμαι να σου ζητήσω να μου ξαναχαμογελάσεις. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει γιατρειά για όλο αυτό το κακό...
- Και βέβαια υπάρχει γιατρειά άρχοντά μου! Μη στενοχωριέσαι και όλα θα γίνουν όμορφα, όπως πριν απο χρόνια. Πάμε στην κάμαρή σου να σου εξηγήσω.

Πήγαν στην κάμαρη κι εκεί η κοπέλα μάζεψε όλους τους λογαριασμούς και τους έριξε στη φωτιά. Πήγε μετά στην κουζίνα και παράγγειλε ένα ζεστό ρόφημα για να πιούνε με τον άρχοντα. Οταν ήρθε το ρόφημα, πίνοντας γουλιά γουλιά του διηγήθηκε την ιστορία της γης, που θέλει που και που να ξεκουράζεται, του διηγήθηκε την ιστορία του ανθρώπου, που ζητάει που και που τη χαρά για να ζεσταίνει την ψυχούλα του. Ετσι είν' ο άνθρωπος. Μπορεί να ζεί χωρίς ψωμί άμα βρίσκει λίγη χαρά, αλλά χωρίς ψωμί και χωρίς χαρά η ζωή του περνάει γρήγορα και φεύγει και δεν ξανάρχεται. Του διηγήθηκε την ιστορία του χαμόγελου που ανθίζει σε χείλη που δεν έχουν μαραθεί απ' τη στέρηση και τη στενοχώρια κι άλλες πολλές ιστορίες. Ο άρχοντας απόρησε:

- Πως όμως εσύ κοπέλα μου ήσουνα χαμογελαστή;
- Ημουνα χαμογελαστή άρχοντά μου, επειδή είχα χρόνια να δώ τον πατέρα μου και τον είδα. Ημουνα χαμογελαστή γιατί είχα ενα καλό σκοπό στη ζωή μου, να σώσω εσένα και τη χώρα μας από το κακό.

Εκεί απάνω του διηγήθηκε και την ιστορία με το σιδεροσκούληκο. Ο άρχοντας έβαλε τα γέλια και στρώθηκε στη δουλειά. Φώναξε και τού 'φεραν ένα μεγάλο κομμάτι χαρτί, όπου έγραψε καινούργιο νόμο για να είναι πάντα η χώρα του ευτυχισμένη. Ενα Νόμο για την ξεκούραση της γης, ένα Νόμο για τη χαρά των ανθρώπων, ένα Νόμο για το στρατό του -να είναι στρατός που πολεμάει μόνο τον εχθρό και όχι τους δικούς του υπηκόους δηλαδή. Στο τέλος έβαλε την υπογραφή του και από κάτω έγραψε να είναι η κοπέλα αυτή -που τη λέγαν Αβρακόμη- η πρώτη συμβουλατόρισσά του και άμα πεθάνει να γίνει κληρονόμος της περιουσίας του.

Η Αβρακόμη δεν συμφώνησε με τον τελευταίο όρο και σα συμβουλατόρισσα που ήταν τον άλλαξε κι έβαλε τον άρχοντα να γράψει πως, μετά το θάνατό του, κληρονόμοι θα ήταν όλοι οι κάτοικοι της χώρας του. Ετσι κι έγινε. Οταν πέθανε ο άρχοντας γίνηκαν μεγάλα γλέντια μετά την κηδεία του. Εμεινε στην ιστορία της χώρας ως "ο άρχοντας καλόκαρδος" του έστησαν κι ένα ψηλό άγαλμα, όπου ήταν καβάλα στ' άλογο και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.