Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φανταστικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φανταστικα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Δεκ 2020

η τελική μετάλλαξη του κορονοϊού

 Σήμερα λοιπόν, ξύπνησα με ένα όνειρο που θα μπορούσε να είναι και πραγματικό, με μια σκέψη που βασάνισε ολόκληρη τη νύχτα το μυαλό μου, μια σκέψη που είπα να την βάλω σε λέξεις, που ίσως να σώσουνε τον κόσμο από την τρέλλα που έχει πήξει την ατμόσφαιρα.

Πάμε λοιπόν.

Σε μια ασιατική χώρα ζει μια επιστήμων βιολόγος, με ελληνική καταγωγή φυσικά, η Ρίκα Κρις, η οποία έβαλε στόχο να βρει τη λύση στο πρόβλημα των κορονοϊών και όχι απλώς μια κάποια λύση, αλλά την καλύτερη λύση, και τη βρήκε! 

Μετά από πειράματα που κράτησαν μια δεκαετία περίπου, ένα πρωΐ, μετά από κάποιο όνειρο καθώς φαντάζομαι, δοκίμασε να στάξει λίγες σταγόνες από χυμό αβοκάντο στον πειραματικό σωλήνα όπου φύλαγε το πρόσφατο απόθεμα κορονοϊών. Κατόπιν, πήγε στη βεράντα κι άπλωσε την αρίδα της στην αγαπημένη της πολυθρόνα από μπαμπού. Εκλεισε τα μάτια για μισή ωρίτσα, περιμένοντας το αποτέλεσμα του πειράματός της.

Τη στιγμή που θεώρησε ότι ο χυμός του αβοκάντο ίσως να είχε αντιδράσει κάπως με αυτά τα σιχαμένα πλασματίδια, που ούτε πλασματίδια μπορούσε να τα πει κανείς, μια και αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία ειδών στον πλανήτη, επειδή ούτε ζώα είναι ούτε φυτά, σηκώθηκε από το προσωρινό χουζούρεμα, άνοιξε την πόρτα του εργαστηρίου και τι να δει! Οι μικροσκοπικοί κορονοϊοί, οι εντελώς αόρατοι και μυστηριώδεις, είχαν αποκτήσει ένα μέγεθος ικανό ώστε να διακρίνονται πλέον πεντακάθαρα: είχαν γίνει σαν χρωματιστοί βώλοι, σαν γκαζές μάλλον, επειδή γυαλίζαν κιόλας στις ακτίνες του ήλιου.

Η Ρίκα Κρις, ξετρελλάθηκε κι άρχισε να χοροπηδάει από τη χαρά της! Ενα Νόμπελ τουλάχιστον το είχε στην τσέπη, χώρια οι διάφορες άλλες διακρίσεις. Αυτά όμως θα ερχόντουσαν αργότερα, έδιωξε τις εγωϊστικές σκέψεις και στρώθηκε στη δουλειά. Επρεπε να συντάξει το συνοδευτικό άρθρο όπου θα εξηγούσε τη μέχρι τώρα εργασία της, όλο το σκεπτικό, το πώς, πότε και γιατί, όλα αυτά που κάνουν τους επιστήμονες να ανακαλύπτουν καινούργια πράγματα. 

Παράλληλα, θα έπρεπε να εξετάσει αν η ανακάλυψή της ήταν πραγματικά χρήσιμη για την ανθρωπότητα, βεβαίως. Αν ήταν άχρηστη ή, ακόμα χειρότερα, βλαβερή, δεν θα έβγαζε κιχ, που λένε, θα έθαβε το αποτέλεσμα σε βάθος τέτοιο που να μη την έβρισκαν οι έλικες της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου της στον αιώνα τον άπαντα!

Φόρεσε γάντια και μάσκα και, παράτολμα φερόμενη, βούτηξε τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού -ήταν αριστερόχειρας, βλέπεις- στο μπολ με τις φαινομενικές γκαζές. Ανάδευσε απαλά και ξεχύθηκαν υπέροχα αρώματα! Γνώριζε καλά από αρώματα η Ρίκα, επειδή η πρώτη της δουλειά στην Ασία ήταν σε εργοστάσιο παραγωγής αρωμάτων. Ωραία, είπε μέσα της, καλό αυτό, αλλά για να δούμε παρακάτω...

Ετοίμασε διάφορα αντιδραστήρια, ή όπως τις λένε τελοσπάντων αυτές τις μαγικές συσκευές που χρησιμοποιούν οι βιολόγοι για τα πειράματά τους, για να εξετάσει με τη σειρά τι μέρος λόγου είναι αυτά τα σφαιρικά πραγματάκια. Τα μπαλάκια άρχισαν να αποκαλύπτουν σιγά σιγά τα μυστικά τους, στην αρχή τί δεν ήταν: Πρώτα πρώτα, δεν είναι τοξικά, δεν περιέχουν κανένα δηλητήριο, δηλαδή. Αυτό είναι το βασικό, σκέφτηκε η Ρίκα κι έβγαλε τα γάντια.

Εβαλε ένα μπαλάκι στον πάγκο κι άρχισε να το κόβει σε φέτες, να δει τι έχουν μέσα, και βρήκε αέρα! Μάλιστα. Ηταν φούσκες, λοιπόν, δεν ήταν συμπαγή. Αχα! αναστέναξε κι άναψε τσιγάρο. Δεν ήταν συστηματική καπνίστρια, αλλά ένα τσιγαράκι στο τόσο βοηθάει τη σκέψη, αυτή ήταν ανέκαθεν η θεωρία της. Παρακολουθώντας από το ανοιχτό παράθυρο ένα πιθηκάκι να φέρνει τούμπες παίζοντας με μια πλαστική σακκούλα -μα πού βρέθηκε κι αυτή η σακκούλα; θα μάλωνε τον επιστάτη του εργαστηρίου γι αυτό, αλλά αργότερα- έστρεψε για λίγο το βλέμμα προς τον πάγκο.

Αυτό που είδε, την αποσβώλωσε, ήταν εντελώς αναπάντεχο, κόντεψε να μείνει σέκος επιτόπου: ο καπνός του τσιγάρου της πήγαινε φυσέκι κατευθείαν προς το μπολ με τα μπαλάκια! Η ανακάλυψη του αιώνα, μη πω και της χιλιετίας! Τα μπαλάκια απορροφούν τους ρύπους του περιβάλλοντος, αυτό κι αν είναι έκπληξη πια!

Υστερα από αυτές τις ιδιοτητες, το άρωμα και την απορρόφηση των ρύπων, τι θα μπορούσε να την εκπλήξει; Εχοντας αφεθεί σε ονειροπολήσεις πρώτου μεγέθους, το πιθήκι πήδηξε μέσα στο εργαστήριο εξακολουθώντας να παίζει με την πλαστική σακκουλίτσα και, πριν προλάβει να το διώξει, η σακκουλίτσα είχε εξαφανιστεί: την έφαγαν τα κορονοϊομπαλάκια, εκβάλλοντας έναν ήχο μυστηριωδώς απολαυστικό!! 

Η Ρίκα δεν πίστευε στα μάτια, στη μύτη και, μόλις τώρα δα, στα αυτιά της. Οχι μόνο είχε καταφέρει, χάρη στην καλή της τύχη και μόνο, να εξολοθρεύσει τον μεγάλο εχθρό της ανθρωπότητας, αλλά να αποκαλύψει τα μυστικά του προτερήματα, τα ωφελιμότατα για τον πλανήτη και το είδος των ανθρώπων. Μάλιστα. Και όλα αυτά συνέβησαν μετά από ένα εμπνευσμένο όνειρο.

Τελικό συμπέρασμα: Μην υποτιμάμε τα όνειρα!

(συνεχίζεται, όταν μου κάνει ξανά κλικ ή όταν ονειρευτώ τη συνέχεια)

30 Ιουλ 2020

Η Μουλίν φοβάται τα ραμόνια

«Να πρόσεχεις τα ραμόνια, Τεν!» φωνάζει με την τραγουδιστή σέξυ φωνή της η Μουλίν στον άντρα που ξεμακραίνει, κουνώντας του το μαντίλι.
Αυτός είναι ο συνηθισμένος της χαιρετισμός. Κάθε που φεύγει ο Τεν Μπακς για κάποια νέα μυστική αποστολή, τον αποχαιρετά με τον ίδιο τρόπο.
«Οέοοοο, αγάπη, μην ανησυχείς, θα γυρίσω!» φωνάζει ο Τεν και ορμά χοροπηδηχτά πάνω στο φτερωτό βουβάλι της Ρεντ Άι, της εθνικής εταιρείας αερομεταφορών, με το μεγαλύτερο και ασφαλέστερο στόλο ιπτάμενων βουβαλιών παγκοσμίως.
Η Μουλίν, αγγίζοντας με σιγουριά τα δυο γεμάτα καναπουτσάρ που κρέμονται στερεωμένα δεξιά κι αριστερά στη ζώνη της -πρέπει να φυλάγεται κανείς τη σήμερον ημέρα- στρέφεται προς το ροζ πέτρινο σπίτι, να τελειώσει τον καφέ που άφησε μισοτελειωμένο. Πίσω από το σπίτι, ορθώνονται τα ροζ βουνά της οροσειράς των Υδρογονανθρακών, το φυσικό σύνορο της Νομανσλάνδης με την εχθρική χώρα των Απώνων. Στη χώρα αυτή, την Απωνία, την ξακουστή για τα ραμόνια της που καλλιεργούνται στα εκτροφεία του παραλιακού θερέτρου Μόδο, γίνονται οι συνηθισμένες αποστολές του Τεν. Κάνει το παν για τη σύσφιξη των σχέσων των δύο χωρών, ως μυστικός πράκτορας απευθείας εντεταλμένος του αυτοκράτορα Τσινγκ του Α΄. Οι Απωνες έχουν θετική άποψη για μια συμμαχία που θα ευνοήσει την ειρήνη μεταξύ των βουνίσιων κατοίκων της Νομανσλάνδης και των θαλασσινών Απώνων, αλλά την τελευταία λέξη θα την πουν οι λαοί -με δημοψήφισμα φυσικά.
Η ζωή κυλά ήρεμα και απαλά σαν ποταμάκι στην Κοιλάδα του Χρόνου, εκεί όπου κατοικούν η Μουλίν με τον άντρα των ονείρων της, τον θαρραλέο, σκληρό και συνάμα τρυφερό σαν καρδιά μαρουλιού, τον Τεν Μπακς, που πρόδωσε το σόι του για χατήρι της και δεν το μετάνοιωσε ποτέ του• γιατί ο Τεν, ως γόνος της αγέρωχης και περήφανης κάστας των Τσαλντεάνων και σπουδαγμένος ως εκτούτου στη Σχολή των Ταγιστών, ώφειλε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της κάστας αυτής και όχι να συμπλέει με το λαουτζίκο. Ευτυχώς, οι Τσαλντεάνοι περιορίστηκαν απο τον αυτοκράτορα Τσινγκ τον Α΄ στο μοναστήρι του Ντιντάτσε, όπου έχουν το ελεύθερο να συνομωσιολογούν και να θυσιάζουν αρνάκια στο Γκράαλ, όσο και όταν τους κάνει κέφι. Υπάρχουν μεν, αλλά δεν εμποδίζουν το λαό της Νομανσλάνδης στην πορεία του προς το αύριο.
Το αύριο της Νομανσλάνδης ταυτίζεται με τη συμπαραγωγή ραμονιών, να δοκιμαστεί σε πρώτη φάση δηλαδή η καλλιέργειά τους στα ποτάμια της, μια και η χώρα αυτή δεν έχει θάλασσα. Στο σχέδιο αυτό αντιδρά μαζικά ο λαός, αλλά ο Τσινγκ ο Α΄ που επιθυμεί διακαώς να πραγματώσει το όραμά του έχει ξαμολήσει ακόμα και τον εθνικό συνθέτη Λεβόν Μποχεμιάν, αυτόν που έγραψε το εμβατήριο «Πάρε Πέντε», τον εθνικό ύμνο της χώρας, να βάλει τα δυνατά του. Ο Μποχεμιάν, αν και γερασμένος πλέον, έχει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του λαού εξαιτίας, όχι μονάχα της λαοπλάνας στιβαρής μουσικής του, αλλά και των παλαιών του αγώνων εναντίον των Τσαλντεάνων που τον παλιό καιρό, όταν κατείχαν την εξουσία πριν τον Τσινγκ τον Α΄, φορολογούσαν αγρίως τους νομανσλανδιανούς πολίτες και τσεπώναν τους φόρους για να ζουν κολυμπώντας στα πλούτη και στην πολυτέλεια. Οι κυρίως απόστολοι της ειρηνικής συνύπαρξης και συμμαχίας των δύο χωρών είναι, εκτός από τον αφανή Τεν Μπακς, ο εθνικός ευεργέτης, εφοπλιστής και τραπεζίτης Μπασέν ντε Λαντρ και ο δαιμόνιος Πράβο Γιάζντι, ο πρώην νταλικιέρης που κατάφερε να γίνει Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών της αυτοκρατορικής κυβέρνησης της χώρας, όταν πρότεινε την κατασκευή και εγκατάσταση αόρατων διοδίων, καθώς και αυτομάτως επισκευαζόμενων οδοστρωμάτων στις εθνικές οδούς.
Αν και η Μουλίν δεν έχει δει ποτέ της ραμόνι και ούτε καν ξέρει τι θα πει θάλασσα, μια και δεν επισκέφτηκε ποτέ την Απωνία, εντούτοις τα φοβάται παθολογικά και, παρ’ όλες τις κοροϊδίες που τρώει από το θαρραλέο αντρούλη της, τρέμει στην ιδέα ότι κάποια μέρα μπορεί να βρεθεί κάνα ραμόνι στη σούπα της. Δεν έχει δει μεν, αλλά η πλούσια φαντασία της τα φανερώνει αυτά τα καταραμένα τα ραμόνια στους εφιάλτες της και είναι πλάσματα απαίσια, με νύχια γαμψά και σιδερένιες περικεφαλαίες, με όπλα εντελώς διαφορετικά από τα καναπουτσάρ, τα οποία μελετά και βελτιώνει διαρκώς το Ινστιτούτο Σκοτ Πόλαρ της αγαπημένης της πατρίδας.
Μαγειρεύει τώρα στην κουζίνα της η ωραία Μουλίν και σκέφτεται με τρόμο πού να βρίσκεται ο Τεν. Στριφογυρνά πάνω στα ξώφτερνα ψηλοτάκουνά της, που δεν παύει να τα φορά μέρα νύχτα, αν και είναι εντελώς ακατάλληλα για την κακοτράχαλη αγροτική περιοχή όπου κατοικεί, την Κοιλάδα του Χρόνου δηλαδή. Απαξ και της είπε κάποτε ο Τεν ότι πεθαίνει στη θέα του λικνιζόμενου κορμιού της πάνω σε αυτά τα ψηλοτάκουνα, το θέμα είναι ληγμένο για την όμορφη Μουλίν· γιατί η Μουλίν είναι η ωραιότερη γυναίκα της χώρας και ο Τεν αναγκάστηκε να μονομαχήσει στο σκάκι με τον πρωταθλητή Τάλατ Μπλεντ για να κερδίσει την καρδιά -και το κορμί της, εννοείται- μια και η Μουλίν ήταν ανέκαθεν φαν του σκακιού, είχε κάνει και πρόεδρος της Ν.Ε.Σ. (Νομανσλανδιακή Ενωση Σκακιστών) για ένα φεγγάρι. Είναι η μοναδική παρτίδα που έχει χάσει στη μέχρι σήμερα καριέρα του ο Τάλατ με τη συννεφιασμένη όψη. Ευτυχώς για τη Μουλίν, βέβαια, γιατί θα ήταν τρομερό να μένει κλεισμένη στο μουντό πύργο του σκακιστή αντί να πιλαλάει ελεύθερη στα λιβάδια της Κοιλάδας του Χρόνου -με τα ξώφτερνα ψηλοτάκουνα, βεβαίως.
Μαγειρεύει, λοιπόν, η σέξυ και πανέξυπνη Μουλίν σιγοτραγουδώντας το σουξεδάκι της μόδας που τυχαίνει να είναι και ύμνος σύνθημα των αντιραμονιστών «είμαι σέξυ και πανέξυ και ραμόνια δεν θα βρέξει» και στη σκέψη της τριγυρνούν ραμόνια, μπαλώνει τις κάλτσες του Τεν και ραμόνια μπερδεύονται στις κλωστές, ξεσκονίζει και ραμόνια ανασύρονται από σκοτεινές γωνίες, σφουγγαρίζει και ραμόνια αναδεύονται στον κουβά του σφουγγαρίσματος, ιδρώνει και αποδίδει τη φούντωση σε ραμόνια που έχουν διεισδύσει στο δέρμα της. Η κατάσταση πάει να γίνει τραγική, το καταλαβαίνει και βγαίνει έξω, να σκαλίσει τα παρτέρια. Παραμονεύουν όμως ραμόνια κάτω από το χώμα, μερικά είναι γαντζωμένα κάτω από τα πέταλα των λουλουδιών ή ξεπροβάλουν σαν αγριεμένα αγκάθια από τα κοτσάνια τους, κάποιο άλλο, τεράστιο ραμόνι, κρυφογελάει πίσω από τον κορμό της συκιάς έτοιμο να της ορμήξει, η κατάσταση είναι αφόρητη, ξαναμπαίνει στο σπίτι, ξαπλώνει στον καναπέ και ανοίγει τηλεόραση.
Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου καλύτερα, γιατί στην οθόνη παρελαύνουν ραμόνια, κάθε παρουσιαστής και ραμόνι μεταμορφωμένο σε παρουσιαστή, κάθε δημοσιογράφος και κρυφό ραμόνι. Τηλεφωνεί στο κινητό του «Τεν, αγάπη μου, θα αργήσεις;» τον ρωτά κι εκείνος «όχι, μωράκι μου, σε λίγο φτάνω, τώρα πετάω πάνω από τους Υδρογονανθρακούς» απαντά και η Μουλίν αρχίζει να στρώνει τραπέζι.
Ο ήλιος βάφει ακόμα πιο ρόδινα τα βουνά γέρνοντας προς τη δύση, ακούγεται το μουγκρητό του ιπτάμενου βουβαλιού και μετά ο χτύπος της αυλόπορτας που κλείνει. Επιτέλους! Ο Τεν είναι σπίτι.
«Τεν, τα χέρια σου! Να πλύνεις καλά τα χέρια σου!» του φωνάζει η Μουλίν από την κουζίνα, όπου βάζει τις τελευταίες πινελιές στο στόλισμα της πιατέλας.
«Τι θα φάμε σήμερα, αγαπούλα;» ακούγεται η φωνή του από το μπάνιο και «αυτό που σου αρέσει!» απαντά η Μουλίν, «μακαρόνια με παστουρμά και σάλτσα αντσούγια!» και, συμπληρώνοντας το καθιερωμένο «τι μού ’φερες σήμερα;», περνά με την πιατέλα στο καθιστικό, την ακουμπά στο χαμηλό τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ, χαμηλώνει το φως και περιμένει. Ο Τεν βγαίνει από το μπάνιο τινάζοντας αγέρωχα τα νερά από τα μαλλιά του -ο μόνος πλούτος που επιτρέπει στον εαυτό του ο λιτός ήρωας και που μοιράζεται ευχαρίστως με τη γυναίκα του είναι αυτές οι τρίχες- απλώνει τα χέρια, η Μουλίν πέφτει ξέπνοη στο στέρνο του -γκάπ!- και «Επιτέλους, αγάπη μου, φοβήθηκα τόσο» του λέει και κάθονται να φάνε.
Μεταξύ τυρού και αχλαδίου, που λένε, η γυναίκα ξαναρωτά «τι μού ’φερες» και ο Τεν απλώνει το χέρι στην τσέπη του -πεταμένου πρόχειρα στη διπλανή πολυθρόνα- σακακκιού του, βγάζει ένα κουτάκι και «δες το και μετά θα σου πω τί είναι» της λέει, εκείνη ανοίγει το κουτάκι, βγάζει ένα υπέροχο δαχτυλίδι με ροζ πέτρα «τι πέτρα είναι αυτή;» ξαναρωτά, ο Τεν απαντά κλείνοντας το μάτι «ένα ραμόνι, καρδούλα μου!»
Η Μουλίν μένει προς στιγμή άναυδη και μετά ξεραίνεται στα γέλια, νευρικά γέλια, κοντεύουν να σπάσουνε τα τζάμια. «Ραμόνι; Αυτά είναι τα ραμόνια λοιπόν; χαχαχα!» καταφέρνει να πει ανάμεσα στα τρανταχτά γέλια και ο φόβος πετάει μακριά, φεύγει, πάει πέρα από βουνά και κορυφογραμμές, χάνεται μέσα στο σκοτάδι και οι εφιάλτες δεν θα ξαναζωντανέψουν πια. Τέλος.
Ετσι συμβαίνει πάντα, ησυχάζει ο νους όταν ο φόβος παίρνει συγκεκριμένη μορφή, εικονοποιείται, που λένε, παύει να είναι κάτι τι ακαθόριστο και θολό. Φοβάται κανείς εκείνο που φαντάζεται, αυτό που σκορπίζεται μέσα στη σκέψη και τη διαλύει και γιγαντώνεται από το λίπασμα της φαντασίας. Ο σπόρος του φόβου, όταν φυτεύεται στο μυαλό, είναι επικίνδυνος. Ετσι την πάτησε η ωραία και πανέξυπνη Μουλίν, που φοβόταν τα φαντάσματα που η ίδια κατασκεύαζε μέσα στο δικό της το κεφαλάκι.

Η Οροσειρά των Υδρογονανθρακών

Εκτείνεται κατά μήκος των (δεν αποφάσισα ακομα: νοτιο ή βορειο)δυτικών συνόρων της χώρας με την εχθρική Απονία και αποτελείται από εκατόν δέκα επτά όρη, λόφους και λοφίσκους. Η πλειονότης των πετρωμάτων είναι χρώματος ροζ, ακόμα και τα δάση της οροσειράς αποτελούνται από κουτσουπιές, οι οποίες έχουν ροζ άνθη κατά την περίοδο της ανθοφορίας τους. (Σ.τ.Σ. Οποιος έχει περάσει από το Μπράλο θα έχει δει παρόμοια δέντρα).
Στην οροσειρά αυτή υπάρχουν ένα σωρό χωριά και χωριουδάκια, όπου χορεύεται ο χορός “τουρμπόν με πορτοκάλι” ως εξής: οι χορευτές, ντυμένοι στα ροζ, χορεύουν αντικρυστά και πετούν ο ένας στον άλλον πορτοκάλια. (Σ.τ.Σ. Τα πορτοκάλια τα φέρνουν από την παραθαλάσσια πόλη Βνουράπ, φημισμένη για τα επεριδοειδή της).
Οι κάτοικοι των χωριών των Υδρογονανθρακών δεν έχουν τίποτα να καλλιεργήσουν, δεδομένου του άγονου εδάφους, όπου μόνον κουτσουπιές ευδοκιμούν. Κερδίζουν όμως πρά ταύτα ένα σοβαρό εισόδημα από τις εξαγωγές πρες-παπιέ από ροζ πέτρωμα, δηλαδή, οι κάτοικοι είναι καλλιτέχνες, γλύπτες ως επί το πλείστον.
Ο κύριος Κρισέικς γεννήθηκε και ανδρώθηκε στο χωριό που βρίσκεται στο ύψος της διάστιξης (μου διαφεύγει το όνομά του) και κατέβηκε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Βνουράπ όταν ήδη είχε εμποτιστεί με τη λατρεία του ροζ, οπότε, διατηρεί τις συνήθειες της ιδιαίτερης πατρίδας του όσον αφορά το ντύσιμο και τη διατροφή του: Φοράει πάντα ροζ κουστούμια και γραββάτες και τρέφεται με ροζ σολωμό, αστακομακαρονάδες και γαριδοσαλάτες, καθώς επίσης λατρεύει τα αυγά ποσέ με ροζ σάλτσα, το ροζ μαλλί της γριάς και τα πτι-φουρ με ροζ γλάσσο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για εκκεντρικότητα αλλά για απλή διατήρηση των παραδόσεων του τόπου του.
Οι Υδρογονανθρακοί είναι ένα πανόραμα όταν χαράζει η αυγή, όπου γίνονται ολορόδινοι. Εκεί άλλωστε βασίζεται η τουριστική ανάπτυξη, με το ρεύμα των τουριστών να κατακλύζει τις πλαγιές κάθε πρωί με την αυγούλα. Ακόμα και Άπονες έρχονται με φωτογραφικές μηχανές και βιντεοκάμερες να απαθανατίσουν το εκτυφλωτικό θέαμα. Η εξαγωγή καρτ-ποστάλ φέρνει επίσης ένα καλό εισόδημα στην περιοχή, η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί στα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα και να ενταχθεί στον Καλλικράτη μαζί με τμήμα της ενδοχώρας, του και “ψωρονομανσλάνη” καλούμενου.

Γλωσσάρι

Απονία = γειτονική εχθρική χώρα, όπου κατοικούν οι άπονες
Άρσον = συνήθης ύποπτος (παλιοτόμαρο, αλλά ασύλληπτο)
Ατσίδες με τα μπλε = συνομοσπονδία χορωδών συνοριοφυλάκων, δεν αφήνουν να περάσει κουνούπι, τραγουδούν απαίσια και δεν πλησιάζει κανείς τα σύνορα
Γκράαλ = προστάτης άγιος της Στρατιάς (σαν την Αγία Βαρβάρα στο περίπου)
Δούξ του Ελλινγκτον = Αγέννητος Ανύπαρκτος, σαν τον Κλιν Σέβαν
Επίδαυρος Λιμέρα = αρχαίος πολιτιστικός τόπος
Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ = διάσημος σκηνοθέτης (ρεπερτόριο: γουέστερν κυρίως, αλλα και αστυνομικά)
Καναπουτσάρ = το απόλυτο όπλο. Κάθε πολίτης λαβαίνει ένα δικαιωματικά, διότι η στρατιωτική θητεία είναι ισόβια. Υπάρχει και το ομώνυμο ακρωτήριο Καναπουτσάρ, όπου γίνονται οι μηνιαίες σχετικές δοκιμές για την αποτελεσματικότητά του. Φορτίζεται με την ενεργειακή ύλη “μεγάλη ανέχεια”.
Κλιν Σέβαν = μάλλον φάντασμα, επειδή σκοτώθηκε πριν γεννηθεί, τριγυρνά τις νύχτες ξαφνιάζει (με διάφορους τρόπους) τους φιλήσυχους νομανσλανδιανούς. Αν ζούσε, θα ήταν ωραίος.
Κοιλάδα του Χρόνου = υπεροχη τοποθεσια, όπου γινονται όμως φοβερες κατολισθησεις
Κρισέικς = λίαν εκκεντρικός κύριος, λάτρης του ροζ χρώματος –εδω θυμηθηκα τη Σίρλεϋ Μακλέην στο φιλμ “η κυρία και οι άνδρες της”, όπου είχε παντρευτεί ένα λάτρη του ροζ που πέθανε εξαιτίας της μανίας του αυτής. Δύτη ακούς;
Λεβόν Μποχεμιάν = συνθέτης/μαέστρος
Λόρδος Κράουν = αξιωματικός επίσης/γενναίος (ίσως και πρεσβευτής)
Μόδο = τουριστικο παραλιακο χωριο με ομώνυμο καστρο
Μουλίν = κυρία της υψηλής κοινωνίας (ίσως εθελοντρια, μπορεί και πρόεδρος ΜΚΟ)
Μούντινγκ = ευρωβουλευτής (τον προτιμώ βαρώνο)
Μπασέν ντε Λαντρ = αξιωματικός/ιππότης/ευεργέτης/λεφτάς
Νομανσλάνδη = χώρα, κάπου στην Ενωμένη Ευρώπη
Ντιντάτσε = άγιος και σοφός, Πατέρας της εκκλησίας (σαν τον άγιο Βασίλη στο περίπου)
Πάρε πέντε = συμφωνικο εργο του εθνικου συνθετη Λεβόν Μποχεμιάν
Πράβο Γιάζντι = υπουργός μεταφορών και επικοινωνιών, πρώην νταλικιέρης
Ρεβινστίνκτ = αξιωματικός επίσης, ή και (κατά Κορνήλιο) σοφός καθηγητής, υπερασπιστής των αδυνάτων
Ρεντ Άι = αερομεταφορέας (εθνικος, μαλλον)
Ρήτζεντ = πρίγκιπας, υψηλόβαθμο στέλεχος της πολιτικής και στρατιωτικής σκηνής
σεναριο βαζελίνης = μαγικό ίαμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χρησιμοποιεί ο σκηνοθετης Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ για να εμπνέεται
Σκοτ Πόλαρ = Ινστιτούτο Ερευνών, δωρά του ομώνυμου μεγάλου ευεργέτη της χώρας (πιθανότατα δίνει τα ετήσια βραβεία Πόλαρ)
Στρατιά των Ανύπαρχτων = στρατός, υπερασπιστής της Νομανσλάνδης
Συμβούλιο του Ντιν = συμβούλιο/κυβέρνηση
Ταγιστές = Τάγμα Μοναχών Της Ημέρας (φρέσκοι μοναχοί, πριν φυτρώσουν τα γένια τους)
Τάλατ Μπλεντ = πρωταθλητής στο σκάκι
Τεν Μπακς = κάου-μπόυ/σερίφης/ντετέκτιβ (ατρόμητος πάντως)
Τσαλντεάνοι = κλίκα ευγενών/καπιτάλες
Τσέτσνια = στρατιώτης με βαθμό δεκανέα (ισως και παρακρατικός)
Τσινγκ ο 1ος = αυτοκράτορας
Υδρογονανθρακοί = οροσειρά στα βόρεια σύνορα της χώρας
Φλωρεντίνη Αηδών = εθνική ντίβα (μετέφερα τον τόνο μια συλλαβή πιο πάνω, το βρίσκω πειστικότερο ως όνομα. Θα μπορούσε να είναι και Αηδόνα Φλωρεντινού)
Φτερωτοί Βούβαλοι = προστατευόμενο είδος, ζώο που θα είχε εξαφανιστεί αν δεν το πρόσεχαν οι νονμανσλανδιανοί. Κάθε κάτοικος έχει και το φτερωτό βουβάλι του.

Αχ, Νομανσλάνδη

Στη θρυλική την Απονία
βγαίνουν τα στρείδια κάθε βράδυ,
ανοίγουν διάπλατα σαν άστρα
μόλις πλακώνει το σκοτάδι
και τραγουδούν σκαρφαλωμένα σε συκιές
του Μποχαμιάν τις μουσικές
Τρίζουν τα σύνορα της χώρας,
η Νομανσλάνδη αναστενάζει,
φοβάται μη τυχόν της κλέψουν
το ντέφι, το βιολί, το σάζι
Για να γλιτώσει μπαγλαμάδες και σιτάρ
τροχίζει τα καναπουτσάρ

Μα να, επιτέλους ξημερώνει,
το αύριο έρχεται τρεχάτο
ο Κάουαρντ Ρόμπερτ Φορντ γυρίζει
κι ο Λόρδος Κράουν πάει στο ΝΑΤΟ
Μαύρα τα βλέπει, να πλησιάζουν τα κολχόζ,
μα ο Κρισέικς τα βλέπει ροζ
Στο θόλο του Σκοτ Πόλαρ στέκει
μπάστακας φτερωτό βουβάλι
ο Ρεβινστίνκτ τό ‘χει παρκάρει
αντικανονικά και πάλι
Η αυγή χαράζει στους Υδρογονανθρακούς
το στράτευμα τρώει κουσκούς
Οι Τσαλντεάνοι τρώνε κρέας,
λουκάνικα, ζαμπόν, φιλέτα
σνομπάρουνε τον Τσινγκ τον πρώτο
που σαλαμούριαζε τη φέτα
Ούτε κι ο Τσέτσνια την παράδοση κρατά
και προτιμά ζαχαρωτά
Η εκκλησία του Ντιντάτσε
είναι στο Κοινοβούλιο δίπλα
κι όταν ο πρίγκηψ Ρήτζεντ χάνει
από τον Τάλατ Μπλεντ με τρίπλα,
συνεδριάζει το Συμβούλιο του Ντιν
με προεδρίνα τη Μουλίν
Ολοι μαζί μετά πηγαίνουν
στον Γκράαλ να προσευχηθούνε,
τη μέρα τους να συνεχίσουν
δίχως να ξανατσακωθούνε
Πριν ακουστούν δυο βρεκεκέξ κι ένα κουάξ
ρίχνει μπουνίδια ο Τεν Μπακς
Το μεσημέρι γευματίζουν
στου Μούντινγκ με ροκφόρ και σούσι
όλη η Στρατιά των Ανυπάρχτων
είναι παρούσα στο τσιμπούσι
Ο Πράβο Γιάζντι ταξιδεύει συνεχώς
κι ο Άρσον γίνεται μπουχός
Γλυκά το πέπλο της η νύχτα
απλώνει παγωμένο ατλάζι
Βγαίνει ο Κλιν Σέβαν τραγουδώντας
κι η Νομανσλάνδη ησυχάζει
Τώρα η Ρεντ Άι κατεβάζει τα ρολλά
Αααχ! όλα πήγανε καλά!

Τεν Μπακς, ο Δαιμόνιος Αριζόνιος

-Δεν υπάρχει Συμβούλιο του Ντιν! ακούστηκε μια κραυγή σαν από σκουριασμένη κλειδαριά που αγωνίζεται να ξεκλειδώσει, ταυτόχρονα με το ξέπνοο ποδοβολητό ιδρωμένου αλόγου, και η φάτσα του Τεν Μπακς μπήκε γκρο πλαν στο πανί φτύνοντας ταμπάκο ανάμεσα από τα μαυρισμένα δόντια της πάνω μασέλας.
Εσκυψα ασυναίσθητα μη με πάρουν τα σκάγια, σφίγγοντας το χέρι του κολλητού μου, λάτρη των γουέστερν με ανατολικές προεκτάσεις -γουέστερν Σιβηρίας, που λένε.
-Ποιος είναι τούτος ο άγριος; ρώτησα σιγανά, αλλά και δυνατά να ρώταγα τη φωνή μου θα επισκίαζε ο αποπίσω που είχε πνιγεί με πασατέμπο κι έβηχε φτύνοντας κι αυτός. Μεταξύ δύο πυρών, μπροστά ο Τεν Μπακς, πίσω ο πασατέν-μποκς, ήθελα να την κάνω ακροποδητί, να εξανεμιστώ, να διακτινιστώ ακόμα και σε άλλο πλανήτη, έλα όμως που είχα δώσει λόγο πως θα κάτσω να δω το φιλμ ίσαμε το τέλος…
-Αυτός είναι ο από μηχανής θεός, μόλις έφτασε από Αριζόνα για να δώσει λύση κι όπως βλέπεις δε μασάει, σίγουρα το Συμβούλιο Ντιν είναι μούφα, με πληροφόρησε ο δικός μου. Και πώς να μασήσει, με δόντι παρά δόντι κομματάκι δύσκολο, σκέφτηκα και βούλιαξα λίγο παρακάτω στο βελουτέ καθισμα που έτριξε, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ.

Στο βάθος του διαδρόμου παραμόνευε το μαντρόσκυλο της παρέας των συνωμοτών, ο πρίγκηψ Ρήτζεντ. Η σκιά του δεν απλωνόταν αρκετά ώστε να τον πάρει πρέφα ο Τεν Μπακς, που έτρεχε σαν σίφουνας κι αυτός ο ανοητος μέσ’ στα σκοτάδια και δε γλίτωσε την τρικλοποδιά. Πλαφ! έσκασε καταγής το βαρύ του σώμα και τού’φυγε και το ταμπάκο από την τσέπη του πουκαμίσου, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ και αυτό.
-Γαμώτο! έκραξε ο πασατέν-μποκς, ο απο πίσω, που του κόπηκε απότομα ο βήχας.
Σήκωσα λίγο περισσότερο το κεφάλι μου, να διακρίνω καλύτερα και μια άλλη φωνή, τσιριχτή, εσκουξε «κάτω τα κεφάλια είπαμε!» κι έτσι ξαναχαμήλωσα τσουλώντας την πλάτη στο κάθισμα, αντιμετωπη με το αέναο πρόβλημα των υψηλών προσώπων. Ο κολλητός, μού έσφιξε το χέρι με συμπόνοια «κάνε λιγη υπομονή ακόμα» λέγοντάς μου και’γώ ψήλωσα απομέσα αυτή τη φορά.
Ο πρίγκηψ Ρήτζεντ έπεσε πάνω στον Αριζόνιο και τού’ριχνε μπουνιές με το καντάρι, αλλά εκείνος βράχος, τις έτρωγε και δε μίλαγε, μόνο έφτυνε κι από κάνα δόντι κάπου κάπου. Δυστυχώς, δεν προλαβα να τα μετρήσω, ήταν πολλά πάντως, ίσως πάνω κι από τριανταδύο, όπως αμέτρητες είναι και οι σφαίρες που περιέχουν τα εξάσφαιρα στα κλασσικά πλέον γουέστερν σπαγγέτι.
Πάνω στην πεντακοσιοστή γροθιά, ο Τεν Μπακς σαν να ζωντάνεψε κάπως και βρέθηκε αυτός αποπάνω τώρα να γρονθοκοπάει με όλη του τη δύναμη τον πρίγκηπα, που έβγαλε ένα μουγκρητό και παραιτήθηκε απο τον αγώνα.
-Ποιος τά’χει κάνει μαντάρα στο πανεπιστήμιο; του σφύριξε στ’ αυτί ο Τεν, συμπληρώνοντας «αυτά με τα συμβούλια Ντιν και ξεντίν να τα πουλάς αλλού, δεν πιάνουν σε τα μας και ξέρνα τώρα ό,τι ξέρεις» και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ ξέρασε ατάκα κιεπιτόπου πάνω στο επίτηδες ξεθωριασμένο τζιν του.
-Εγώ είμαι ολόκληρο το συμβούλιο Ντιν, ομολόγησε ο πρίγκηψ, ένοιωθα μοναξιά και δημιούργησα μερικούς επιπλέον εαυτούς να έχω παρέα…
-Τί μου λες τώρα! έθαξε ο Τεν, μένοντας με το στόμα ανοιχτό. Εσύ λοιπόν… Εσύ σκότωσες τη Βάλια Κάλντα;
-Ο-όχι… κανένα δεν σκότωσα.. ποια είναι αυτή;
-Μια φοιτήτρια της αρκουδολογίας… αλλά ας τα αφήσουμε αυτά, προέχει να βρεθεί ο δολοφόνος, γι αυτό ήρθα απο την Αριζόνα άλλωστε. Τι λες; Τώρα που γίναμε φιλαράκια μετά τον καυγά, θα με βοηθήσεις; του είπε ο Τεν με λέξεις που έσταζαν σαν ρετσινόλαδο απο τα στραβωμένα του χείλη.
-Να σε βοηθήσω φιλε, αλλά πρώτα θα μου κάνεις μια χάρη.
-Ο,τι θες.
-Να αλλάξουμε τζιν! Ζηλεύω το δικό σου που είναι ξεθωριασμένο με φυσικό τρόπο…
-Γιατί; και το δικό σου είναι ξεθωριασμένο!
-Ναι, αλλά εγώ το βάζω στο πλυντήριο με ελαφρόπετρα για να χάνει το χρώμα του…
-Α, καλά, και μένα ξεθώριασε με τα πολλά σουρσίματα στην έρημο της Αριζόνας, είπε ο Τεν, σηκώθηκε, έλυσε τη ζώνη, έβγαλε το τζιν του και τό’δωσε στον πρίγκηπα.
Το αυτό έπραξε και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ, άλλαξαν τα τζιν τους αμοιβαίως, και ξεκίνησαν βαδίζοντας προς το φως. Εκεί ακριβώς, το φιλμ κάηκε και όλο το σινεμά ξεσηκώθηκε «χασάπη γράμματα», κλπ, ξέρετε, ανάψαν τα φώτα της αίθουσας, ο πασατεμπάς βγήκε στη γύρα μέχρι να κολλήσει ο χασάπης τα κομμάτια. Σε λιγάκι ξαναπήρε μπρος το σύστημα, αλλά ο Τεν Μπακς και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ δεν φαινόντουσαν πουθενά. Βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα καταπράσινο λειβάδι με αρνάκια, που τα σαλάγαγε μια ωραία βοσκοπούλα μπαμπουλωμένη με χρωματιστές μαντήλες και μακριά φουστάνια.
-Η Βάλια Κάλντα! ψιθύρισε φωναχτά ο διπλανός του πασατέν-μποκς, που φαίνεται θα είχε ξαναδεί το έργο και «σκάσε, ρε μαλάκα!» ένας απο μπροστά έστριψε και τον φασκέλωσε με τα πέντε.
-Γιατί, ρε, τι σού’κανα; Σιγανά το είπα…
-Θα σου ρίξω δέκα να μάθεις! ξαναφώναξε και του τά’ριξε και τα δέκα.
Το πράγμα είχε αγριέψει και σφίχτηκα πάνω στον κολλητό. Στο πανί βόσκαν αρνάκια, αλλά πάνω απο τα κεφάλια μας πέρναγαν διάφορα αντικείμενα, χάρτινα ευτυχώς ως επιτοπλείστον, σαν ρουκέτες. Μερικά είχαν και σουβλάκια με τζατζίκι μέσα τους και μπόλικο κρεμμύδι.
Η σκηνή άλλαξε, φύγαν τα αρνάκια και η ωραία, φάνηκαν πάλι ο Τεν και ο πρίγκηψ να περπατούν στο δάσος.
-Απο κει είναι, δεξιά στρίψτε ρεεεεε! φώναξε μια κοπελιά απο τον εξώστη.
-Ασε μας κι εσύ, ρε κοπέλα μου, θα τον βρουν το δρόμο, άσε να έχει λίγο περιπέτεια το πράγμα, είπε ο κολλητός μου νευριασμένος και όλος ο αντρικός πληθυσμός της πλατείας του συμπαραστάθηκε. «Σιγά μη μας πει το φρόκαλο τί να κάνουμε» είπε κάποιος κι ένας άλλος συμπλήρωσε «έτσι είναι φίλε, άμα βλέπεις να φοράνε τόσα ρούχα δεν έχει γούστο», αλλά δεν κατάλαβα πού κόλλαγε αυτή η ατάκα.
Τελοσπάντων, το βρήκαν το λειβάδι τα παλληκάρια, κυνήγησαν την ωραία που έκανε νάζια, αποκάλυψαν το μυστικό της -πως έπαιζε τη δολοφονημένη, δηλαδή, ενώ η μάνα της ήταν η φόνισσα. Είχε δολοφονήσει την αντίζηλο της κόρης της στο διδακτορικό και της είχε πολτοποιήσει το πρόσωπο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμη, έδειξαν τη μάνα της Βάλιας να δικάζεται σε μια συνοπτική δίκη, ο Τεν έφυγε για Αριζόνα χαιρετώντας τον πρίγκηπα που τον συνόδεψε στο σιδηροδρομικό σταθμό -μαζί με όλο το συμβούλιο του Ντιν, εννοείται- και η Βάλια Κάλντα κλείστηκε σε ένα κλουβί με αληθινές αρκούδες να κανει πρακτική εξάσκηση.

1 σχόλιο:

  1. Ευχαριστω Νικο, νά'σαι καλά. :)
    Η αλήθεια είναι ότι αυτό το έγραψα σε συνέχεια του Κορνήλιου που προηγήθηκε, νομίζοντας πως θα είναι κομμάτι από μια συνεχιζόμενη ιστορία και ήμουν περίεργη να δω με ποιο τρόπο θα ξανάβρισκε το δρόμο ο επόμενος συγγραφέας!
    Τεσπα, καλούτσικο είναι και ξεκρέμαστο, έχει ρυθμό καλό νομίζω.
    Τωρα αρχίζουν τα δύσκολα, που πρέπει να στρωθω... Οι ιδέες είναι πολλές και αντιμαχόμενες! Βοήθειά μου λέμε ;)

26 Μαΐ 2020

Τεν Μπακς, ο δαιμόνιος Αριζόνιος

-->> από την εποχή που είχα χρόνο περισσευάμενο κι έπαιζα εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2011/01/11/epikrateia/
-Δεν υπάρχει Συμβούλιο του Ντιν! ακούστηκε μια κραυγή σαν από σκουριασμένη κλειδαριά που αγωνίζεται να ξεκλειδώσει, ταυτόχρονα με το ξέπνοο ποδοβολητό ιδρωμένου αλόγου, και η φάτσα του Τεν Μπακς μπήκε γκρο πλαν στο πανί φτύνοντας ταμπάκο ανάμεσα από τα μαυρισμένα δόντια της πάνω μασέλας.
Εσκυψα ασυναίσθητα μη με πάρουν τα σκάγια, σφίγγοντας το χέρι του κολλητού μου, λάτρη των γουέστερν με ανατολικές προεκτάσεις -γουέστερν Σιβηρίας, που λένε.
-Ποιος είναι τούτος ο άγριος; ρώτησα σιγανά, αλλά και δυνατά να ρώταγα τη φωνή μου θα επισκίαζε ο αποπίσω που είχε πνιγεί με πασατέμπο κι έβηχε φτύνοντας κι αυτός. Μεταξύ δύο πυρών, μπροστά ο Τεν Μπακς, πίσω ο πασατέν-μποκς, ήθελα να την κάνω ακροποδητί, να εξανεμιστώ, να διακτινιστώ ακόμα και σε άλλο πλανήτη, έλα όμως που είχα δώσει λόγο πως θα κάτσω να δω το φιλμ ίσαμε το τέλος…
-Αυτός είναι ο από μηχανής θεός, μόλις έφτασε από Αριζόνα για να δώσει λύση κι όπως βλέπεις δε μασάει, σίγουρα το Συμβούλιο Ντιν είναι μούφα, με πληροφόρησε ο δικός μου. Και πώς να μασήσει, με δόντι παρά δόντι κομματάκι δύσκολο, σκέφτηκα και βούλιαξα λίγο παρακάτω στο βελουτέ καθισμα που έτριξε, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ.
Στο βάθος του διαδρόμου παραμόνευε το μαντρόσκυλο της παρέας των συνωμοτών, ο πρίγκηψ Ρήτζεντ. Η σκιά του δεν απλωνόταν αρκετά ώστε να τον πάρει πρέφα ο Τεν Μπακς, που έτρεχε σαν σίφουνας κι αυτός ο ανοητος μέσ’ στα σκοτάδια και δε γλίτωσε την τρικλοποδιά. Πλαφ! έσκασε καταγής το βαρύ του σώμα και τού’φυγε και το ταμπάκο από την τσέπη του πουκαμίσου, χρώματος μπλε ξεθωριασμέ και αυτό.
-Γαμώτο! έκραξε ο πασατέν-μποκς, ο απο πίσω, που του κόπηκε απότομα ο βήχας.
Σήκωσα λίγο περισσότερο το κεφάλι μου, να διακρίνω καλύτερα και μια άλλη φωνή, τσιριχτή, εσκουξε «κάτω τα κεφάλια είπαμε!» κι έτσι ξαναχαμήλωσα τσουλώντας την πλάτη στο κάθισμα, αντιμετωπη με το αέναο πρόβλημα των υψηλών προσώπων. Ο κολλητός, μού έσφιξε το χέρι με συμπόνοια «κάνε λιγη υπομονή ακόμα» λέγοντάς μου και’γώ ψήλωσα απομέσα αυτή τη φορά.
Ο πρίγκηψ Ρήτζεντ έπεσε πάνω στον Αριζόνιο και τού’ριχνε μπουνιές με το καντάρι, αλλά εκείνος βράχος, τις έτρωγε και δε μίλαγε, μόνο έφτυνε κι από κάνα δόντι κάπου κάπου. Δυστυχώς, δεν προλαβα να τα μετρήσω, ήταν πολλά πάντως, ίσως πάνω κι από τριανταδύο, όπως αμέτρητες είναι και οι σφαίρες που περιέχουν τα εξάσφαιρα στα κλασσικά πλέον γουέστερν σπαγγέτι.
Πάνω στην πεντακοσιοστή γροθιά, ο Τεν Μπακς σαν να ζωντάνεψε κάπως και βρέθηκε αυτός αποπάνω τώρα να γρονθοκοπάει με όλη του τη δύναμη τον πρίγκηπα, που έβγαλε ένα μουγκρητό και παραιτήθηκε απο τον αγώνα.
-Ποιος τά’χει κάνει μαντάρα στο πανεπιστήμιο; του σφύριξε στ’ αυτί ο Τεν, συμπληρώνοντας «αυτά με τα συμβούλια Ντιν και ξεντίν να τα πουλάς αλλού, δεν πιάνουν σε τα μας και ξέρνα τώρα ό,τι ξέρεις» και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ ξέρασε ατάκα κιεπιτόπου πάνω στο επίτηδες ξεθωριασμένο τζιν του.
-Εγώ είμαι ολόκληρο το συμβούλιο Ντιν, ομολόγησε ο πρίγκηψ, ένοιωθα μοναξιά και δημιούργησα μερικούς επιπλέον εαυτούς να έχω παρέα…
-Τί μου λες τώρα! έθαξε ο Τεν, μένοντας με το στόμα ανοιχτό. Εσύ λοιπόν… Εσύ σκότωσες τη Βάλια Κάλντα;
-Ο-όχι… κανένα δεν σκότωσα.. ποια είναι αυτή;
-Μια φοιτήτρια της αρκουδολογίας… αλλά ας τα αφήσουμε αυτά, προέχει να βρεθεί ο δολοφόνος, γι αυτό ήρθα απο την Αριζόνα άλλωστε. Τι λες; Τώρα που γίναμε φιλαράκια μετά τον καυγά, θα με βοηθήσεις; του είπε ο Τεν με λέξεις που έσταζαν σαν ρετσινόλαδο απο τα στραβωμένα του χείλη.
-Να σε βοηθήσω φιλε, αλλά πρώτα θα μου κάνεις μια χάρη.
-Ο,τι θες.
-Να αλλάξουμε τζιν! Ζηλεύω το δικό σου που είναι ξεθωριασμένο με φυσικό τρόπο…
-Γιατί; και το δικό σου είναι ξεθωριασμένο!
-Ναι, αλλά εγώ το βάζω στο πλυντήριο με ελαφρόπετρα για να χάνει το χρώμα του…
-Α, καλά, και μένα ξεθώριασε με τα πολλά σουρσίματα στην έρημο της Αριζόνας, είπε ο Τεν, σηκώθηκε, έλυσε τη ζώνη, έβγαλε το τζιν του και τό’δωσε στον πρίγκηπα.
Το αυτό έπραξε και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ, άλλαξαν τα τζιν τους αμοιβαίως, και ξεκίνησαν βαδίζοντας προς το φως. Εκεί ακριβώς, το φιλμ κάηκε και όλο το σινεμά ξεσηκώθηκε «χασάπη γράμματα», κλπ, ξέρετε, ανάψαν τα φώτα της αίθουσας, ο πασατεμπάς βγήκε στη γύρα μέχρι να κολλήσει ο χασάπης τα κομμάτια. Σε λιγάκι ξαναπήρε μπρος το σύστημα, αλλά ο Τεν Μπακς και ο πρίγκηψ Ρήτζεντ δεν φαινόντουσαν πουθενά. Βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα καταπράσινο λειβάδι με αρνάκια, που τα σαλάγαγε μια ωραία βοσκοπούλα μπαμπουλωμένη με χρωματιστές μαντήλες και μακριά φουστάνια.
-Η Βάλια Κάλντα! ψιθύρισε φωναχτά ο διπλανός του πασατέν-μποκς, που φαίνεται θα είχε ξαναδεί το έργο και «σκάσε, ρε μαλάκα!» ένας απο μπροστά έστριψε και τον φασκέλωσε με τα πέντε.
-Γιατί, ρε, τι σού’κανα; Σιγανά το είπα…
-Θα σου ρίξω δέκα να μάθεις! ξαναφώναξε και του τά’ριξε και τα δέκα.
Το πράγμα είχε αγριέψει και σφίχτηκα πάνω στον κολλητό. Στο πανί βόσκαν αρνάκια, αλλά πάνω απο τα κεφάλια μας πέρναγαν διάφορα αντικείμενα, χάρτινα ευτυχώς ως επιτοπλείστον, σαν ρουκέτες. Μερικά είχαν και σουβλάκια με τζατζίκι μέσα τους και μπόλικο κρεμμύδι.
Η σκηνή άλλαξε, φύγαν τα αρνάκια και η ωραία, φάνηκαν πάλι ο Τεν και ο πρίγκηψ να περπατούν στο δάσος.
-Απο κει είναι, δεξιά στρίψτε ρεεεεε! φώναξε μια κοπελιά απο τον εξώστη.
-Ασε μας κι εσύ, ρε κοπέλα μου, θα τον βρουν το δρόμο, άσε να έχει λίγο περιπέτεια το πράγμα, είπε ο κολλητός μου νευριασμένος και όλος ο αντρικός πληθυσμός της πλατείας του συμπαραστάθηκε. «Σιγά μη μας πει το φρόκαλο τί να κάνουμε» είπε κάποιος κι ένας άλλος συμπλήρωσε «έτσι είναι φίλε, άμα βλέπεις να φοράνε τόσα ρούχα δεν έχει γούστο», αλλά δεν κατάλαβα πού κόλλαγε αυτή η ατάκα.
Τελοσπάντων, το βρήκαν το λειβάδι τα παλληκάρια, κυνήγησαν την ωραία που έκανε νάζια, αποκάλυψαν το μυστικό της -πως έπαιζε τη δολοφονημένη, δηλαδή, ενώ η μάνα της ήταν η φόνισσα. Είχε δολοφονήσει την αντίζηλο της κόρης της στο διδακτορικό και της είχε πολτοποιήσει το πρόσωπο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμη, έδειξαν τη μάνα της Βάλιας να δικάζεται σε μια συνοπτική δίκη, ο Τεν έφυγε για Αριζόνα χαιρετώντας τον πρίγκηπα που τον συνόδεψε στο σιδηροδρομικό σταθμό -μαζί με όλο το συμβούλιο του Ντιν, εννοείται- και η Βάλια Κάλντα κλείστηκε σε ένα κλουβί με αληθινές αρκούδες να κανει πρακτική εξάσκηση.
________________________
–>> Η έμπνευση κατέβηκε κοτσανάτη(!) στο ποστ του Ν. Σαραντάκου με τίτλο «Η επικράτεια της κοτσάνας: ποδαρικό στα μεζεδάκια». Ευχαριστώ την παρέα και ιδιαίτερα τον Κορνήλιο 🙂

20 Μαΐ 2010

Το ψυγείο


Πρώτα, έφυγαν τα τζάμια.
Δεν έσπασαν, χάθηκαν,
έπαψαν να υπάρχουν.

Δεν ακούστηκε τίποτα, ούτε φύσηξε αέρας,
ούτε άλλαξε η θερμοκρασία
των δωματίων.

Καταλάβαμε πως έφυγαν τα τζάμια,
επειδή μπορούσαμε να βλέπουμε
πιο καθαρά
έξω.

Κατόπιν, έφυγαν οι τοίχοι. Εξαερώθηκαν.
Ούτε σκόνη, ούτε θόρυβος,
ούτε γκρεμίδια.

Χάθηκαν οι τοίχοι και μείναν
τα τζαμλίκια
να αιωρούνται ανάμεσα πάτωμα και ταβάνι.


Κατάλευκα,
με τα πόμολα στη θέση τους,
κλειστά.

Επειτα, ήρθε η σειρά των υποστηλωμάτων.
Χάθηκαν κι αυτά.

Πάει το μπετόν, πάνε και τα σίδερα.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


Εμειναν το πάτωμα και το ταβάνι
να αιωρούνται
Χωρίς θεμέλια, γιατί
-ξέχασα να πω-
το σπίτι ξεθεμελιώθηκε σε μια στιγμή,
σαν να το τράβηξε
ένα χέρι αόρατο
προς τα πάνω.


Ξαφνιάστηκα και κοίταξα γύρω μου και είδα:
Ολα τα σπίτια του κόσμου
είχαν βρεθεί διαμιάς στην
ίδια κατάσταση.

Πατώματα και ταβάνια να κολυμπούν
στον αέρα
Κατάλευκα κουφώματα να αιωρούνται
ανάμεσά τους, λες καρφωμένα στο πουθενά,
κι οι άνθρωποι να συνεχίζουν τις δουλειές τους
σαν να μη συνέβη τίποτα.


Να δουλεύουν στα γραφεία τους,
να κοιμούνται στα κρεβάτια τους,
μια νοικοκυρά να πλένει πιάτα
στο νεροχύτη,
ένα νήπιο να κάνει στράτα στο σαλόνι,
μια γριά να πλέκει
στην κουνιστή της πολυθρόνα.


Κανείς δεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο.

Αν φύσαγε δυνατός αέρας;
Αν έπιανε μπόρα;
Αν πέφταν κεραυνοί;
Αν η ζέστη γινόταν αφόρητη;
Πώς θα προστατευόμασταν;

Τηλεφώνησα σε φίλους, να μάθω
τη γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση.

- Ποια κατάσταση; με ρωτούσαν όλοι.
- Μα δεν βλέπετε; Δεν βλέπετε πως όλα είναι στον αέρα;
- Πάντα έτσι ήταν, απαντούσαν, δεν βλέπουμε καμία διαφορά.

Τότε αποφάσισα να βγω έξω. Ανοιξα την πόρτα, παρόλο που δεν υπήρχε τοίχος να με εμποδίσει να περάσω. Ανοιξα την πόρτα. Η εξώπορτα ανοίγει πάντα προς τα μέσα, προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η εξώπορτα άνοιξε, αλλά ήταν αδύνατο να βγω. Το βήμα μου βρήκε σε ένα τείχος αόρατο. Απλωσα τα χέρια και ένιωσα μια δύναμη να με απωθεί. Επέστρεψα μέσα. Πήγα να βγω από τον ανύπαρκτο τοίχο. Εκεί, η απώθηση ήταν πιο δυνατή, σαν να με έσπρωξε κάποιος δυνατά. Βρέθηκα πεσμένη στη μέση του δωματίου και, πάλι καλά που δεν έσπασα κάνα κόκκαλο. Ημουν παγιδευμένη μέσα σε ένα σπίτι, φαινομενικά ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Πήγα στην κουζίνα. Ανοιξα το ψυγείο. Μπήκα μέσα. Εδώ είναι το σπίτι μου τώρα. Αν και κάπως στενάχωρα, νιώθω ασφαλής. Ανοιγοκλείνω την πόρτα όποτε θέλω, κόβω βόλτες στα δωμάτια, αποφεύγω να βλέπω προς τα έξω.
Μια φορά που κοίταξα, είδα ένα διανομέα ψυγείων. Κάθε άνθρωπος και το ψυγείο του, από δω και μπρος. Ετσι πρέπει. Αυτό σημαίνει πρόοδος. Αυτό το κρύο κουτί που μας περιέχει, είναι η μοίρα μας πλέον.

______________________
Γραμμενο την Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008, εδω.


12 Αυγ. 2016 >>> και η μετάφραση του κειμένου από την Gerrit Monnartz: 

Der Kühlschrank

Zuerst waren die Scheiben weg
Sie zerbrachen nicht, sie verschwanden
Hörten auf, zu sein

Nichts war zu hören, weder ging der Wind
Noch änderte sich die Temperatur Der Zimmer
Wir begriffen, dass die Scheiben weg waren Weil wir klarer nach draußen sehen konnten
Dann verschwanden die Wände. Sie verdunsteten. Weder Staub, noch Lärm, noch Einsturzspuren.
Es verschwanden die Wände und es blieben Die Verschläge Zwischen Boden und Decke hängen
Hellweiss Mit den Knäufen an ihrem Platz geschlossen
Dann kamen die Streben an die Reihe Die verschwanden auch. Es war einmal Beton, es war einmal Stahl Als wären sie nie gewesen Übrig blieben der Boden und die Decke In der Luft hängen Ohne Fundament, denn -ich vergaß zu sagen – Das Haus wurde mit einem Mal aus dem Fundament gehoben Als zöge es Eine unsichtbare Hand Nach oben Ich erschrak und sah um mich und sah Alle Häuser der Welt Befanden sich auf einmal in Demselben Zustand Böden und Decken schwammen In der Luft Hellweiße Türen und Fenster in der Luft Zwischen ihnen, wie genagelt ins Nichts Und die Menschen weiter bei ihrer Arbeit Als sei nichts geschehn Arbeiten an ihren Schreibtischen Schlafen in ihren Betten Eine Hausfrau spült Teller Im Spülbecken Ein Kleinkind macht die ersten Schritte im Wohnzimmer Eine alte Frau strickt In ihrem Schaukelstuhl Niemand war sich der Gefahr bewusst Wenn starker Wind bliese? Ein Gewitter aufkäme? Blitze fielen? Wenn die Hitze unerträglich würde? Wie würden wir Schutz finden? Ich rief Freunde an, um zu erfahren, was sie von der Situation dachten -Welche Situation, fragten mich alle. -Aber seht ihr denn nicht? Seht ihr nicht, dass alles in der Luft hängt? -Das war immer so, antworteten sie, wir sehen keinen Unterschied. Da beschloss ich, raus zu gehen. Ich öffnete die Tür, obwohl es keine Wand mehr gab, die mich am Durchkommen gehindert hätte. Ich öffnete die Tür. Die Tür öffnet immer nach innen, ins Innere des Hauses. Die Tür öffnete sich, aber es war unmöglich hinauszukommen. Mein Schritt fing sich in einer unsichtbaren Mauer. Ich breitete die Arme aus und spürte eine Kraft, die mich zurückwarf. Ich ging wieder zurück nach Innen. Ich ging, um aus der inexistenten Mauer zu kommen. Dort war der Druck stärker, als schubste mich jemand kräftig. Ich fand mich in der Mitte des Zimmers, gefallen, Glück gehabt, dass ich mir nicht die Knochen gebrochen hatte. Ich war im Haus gefangen, scheinbar frei nach allen Seiten. Ich ging in die Küche. Ich öffnete den Kühlschrank. Ich ging hinein. Hier ist jetzt mein zu Hause. Auch, wenn ich mich etwas traurig fühle, fühle ich mich doch sicher. Ich öffne und schließe die Tür, wann immer ich will, drehe Runden durch die Zimmer, vermeide es nach Draußen zu sehen. Einmal als ich hinaussah, sah ich einen Kühlschranklieferanten. Jedem sein Kühlschrank, von nun an. So muss es sein. Das heißt Fortschritt. Diese kalte Kiste, die uns birgt, ist nunmehr unser Schicksal.
__________________
άργησα λίγο λόγω έλλειψης p/c, αλλά θα με συγχωρέσετε, έτσι δεν είναι;

5 Αυγ 2006

Η μοιραία βαρώνη


Η βαρώνη στέκεται μπροστά στην υπόλευκη διαφανή κουρτίνα του παραθύρου του μεγάλου σαλονιού. Το παράθυρο είναι κλειστό, τζαμλίκια και εξώφυλλα, οπότε, δεν είναι δυνατό να βλέπει κάτι μέσα απο αυτήν. Μάλλον είναι συγκεντρωμένη στις σκέψεις της. Απλώς, ξεχάστηκε όρθια, μπροστά στην κουρτίνα και σκέπτεται. Αναπολεί τον καιρό που ήταν μια πανέμορφη κοπέλα, λεπτή ως κλαράκι γιαπωνέζικης ζωγραφιάς. Τότε, ήταν μια ωραία βαρώνη. Σήμερα, είναι μια μοιραία βαρώνη βαρέων βαρών.

Πλησιάζουν τα γενέθλιά της. Μεθαύριο θα συμπληρώσει επτακόσια χρόνια ύπαρξης σε αυτόν τον πλανήτη, τον επονομαζόμενο Γη. Επτά ολόκληρους αιώνες! Δεν κατάλαβε καθόλου πώς πέρασαν, όπως αυτό συμβαίνει άλλωστε και στους απλούς γήϊνους, οι οποίοι έχουν προσδόκιμο ζωής πολύ λιγώτερα χρόνια. Ζήτημα να φτάνουν τα εκατό. Η μοιραία βαρώνη έχει ακόμα πολλά ψωμιά μπροστά της μέχρι να συμπληρώσει το προσδόκιμο ζωής της φυλής της. Κατάγεται απο την Ανδρομέδα και οι ανδρομεδιανοί ζουν τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια.

Αυτό φυσικά συμβαίνει στον πλανήτη τους. Εδώ, στον αφιλόξενο αυτό πλανήτη, όπου την έρριξε το ριζικό της, υπάρχει πιθανότητα να μη συμπληρώσει τον προσδόκιμο αυτόν χρόνο ύπαρξης. Αλλά, σκέφτεται, τι να τα κάνει δυο χιλιάδες χρόνια ακόμα -και κάτι ψιλά- εδώ πέρα; Η ανία της έχει κουρελιάσει την ψυχή, αυτό που οι γήϊνοι αποκαλούν «ψυχή», της έχει φέρει άνω κάτω το χρώμα της εικόνας της, δηλαδή.

Οι ανδρομεδιανοί μπορούν απο τη φύση τους να σχηματίζουν όποια εξωτερική εικόνα επιθυμούν. Το απο μέσα τους όμως μοιάζει με χρωματική παλέτα ζωγράφου, της οποίας τα χρώματα επιδρούν στο εξωτερικό περίβλημα. Ετσι, όταν υπάρχει ανία, τα χρώματα γίνονται μουντά και η εξωτερική εικόνα φαίνεται σα μουχλιασμένη. Εδώ και μερικές δεκάδες χρόνια, η μοιραία βαρώνη έπαψε να επιμελείται την εξωτερική της εικόνα, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής της πλήξης. Ετσι, κατάντησε να μοιάζει με γήϊνη πενηντάρα και βάλε.

Αυτη η εικόνα έχει και τα πλεονεκτήματά της. Τη γλυτώνει απο επίδοξους εραστές και πολυθρήνητους έρωτες. Ο έρωτας υπήρξε μια μόνιμη πηγή πίκρας για την αφεντιά της. Οχι πως δεν τον χάρηκε, ούτε πως δεν της αρέσει αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι. Απλώς, άρχισε να το βρίσκει κουραστικό μετά τις εκατονεβδομηνταπέντε γέννες. Ναι, απέκτησε εκατονεβδομηνταπέντε παιδιά κατά τη διάρκεια της παραμονής της εδώ πέρα, στη Γη. Καρποί μεγάλων ερώτων όλα τους. Ενενήντα κόρες και ογδονταπέντε γιούς απέκτησε η μοιραία βαρώνη, συν εξακόσια τριανταεφτά εγγόνια, συν χίλια οκτακόσια τρία δισέγγονα, συν τριακοσιαοχτώ τρισέγγονα, συν εκατό τετρασέγγονα, συν... συν... Που να κάθεται να λογαριάζει τώρα! Μια μικρή πολιτεία ολόκληρη απογόνους γέννησε ως τα σήμερα. Κι ακόμα θα μπορούσε να γεννοβολά, αν το επιθυμούσε. Δεν το επιθυμεί όμως, τουλάχιστον αυτό δεν είναι στις άμεσες προτεραιότητές της. Μπάστα!

Την κουράζει πολύ να σκέφτεται πόσα παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα και βάλε, έχει θάψει, μια και το ανδρομεδιανό γονίδιο είναι λιγώτερο ισχυρό απο το πρωτόγονο γήϊνο, το οποίο τελικά επικρατεί. Βαρύ να μένει κανείς μόνος. Πόσο νοσταλγεί την πατρίδα της ώρες ώρες! Πόσο θα ήθελε να ξαναδεί το απέριττο σπίτι όπου έκανε τα πρώτα της βήματα, εκεί, στο γαλάζιο λιβάδι με τις μωβ κορομηλιές. Αυτό όμως, το γνωρίζει καλά, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, μέχρι να αφήσει την τελευταία της πνοή δε θα ξαναβρεθεί στον αγαπημένο της τόπο.

Σήμερα, εκεί που στέκει, μπροστά στην κουρτίνα αναπολεί τους έρωτές της. Εκείνους που σφράγισαν τη μοίρα της, καθώς και εκείνους στους οποίους έθεσε τη μοιραία της σφραγίδα. Η μοιραία βαρώνη είχε το γνώρισμα της φυλής των ανδρομεδιανών και ερωτευόταν τους άνδρες δυο δυο. Το δυστύχημα είναι ότι διάλεγε τελικά τον πλέον ακατάλληλο, εκείνον που θα την πονούσε και θα τη βασάνιζε περισσότερο.

Στον πλανήτη της αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο, αλλά για τη Γη σήμαινε κάτι φριχτό και ανήθικο να ερωτεύεται και να λαμβάνει μια γυναίκα περισσότερους από έναν άνδρα. Ακολουθούσε τη φύση της βεβαίως, αλλά ήταν υποχρεωμένη να το πράττει κρυφίως. Το ζήτημα γινόταν ασφυκτικά δεινό για τη βαρώνη, όταν έπρεπε αναγκαστικά να διαλέξει έναν μονάχα ως σύζυγο, έτσι ώστε να τακτοποιούνται τα παιδιά, τα περιουσιακά, και άλλα τυπικά τα οποία δεν καταλάβαινε και τόσο.

Σήμερα, εκεί που στέκει μπροστά στην κουρτίνα, ακούει να χτυπούν τη θύρα του μεγάρου που αποτελεί την κατοικία της εδώ και διακόσια χρόνια. Είναι ένα μικρό παλάτι χιλίων οκτακοσίων τετραγωνικών μέτρων, μέσα σε κήπο εκατό στρεμμάτων. Να είναι καλά η ψυχούλα του βαρώνου Πιερ ντε Μπολινιάκ που υπήρξε ο τελευταίος της σύζυγος. Πιερ, που σημαίνει πέτρα, όνομα και πράγμα. Χτυπά λοιπόν το κελλαριστό κουδούνι και όπου νά ’ναι θα της αναγγείλουν τον επισκέπτη. Ο ήχος αυτού του κουδουνιού θυμίζει νερό τρεχούμενο, για τούτο τον έχει βαφτίσει «κελλαριστό». Παλαιότερα, θα αδημονούσε να μάθει ποιος τη θυμήθηκε. Σήμερα, απλώς αδιαφορεί.

Ο μπάτλερ παραμερίζει απαλά τη μωβ μεταπλαστική κουρτίνα, η οποία χωρίζει το μεγάλο σαλόνι απο τον προθάλαμο, και αναγγέλει με την απρόσωπη φωνή του:

- Η Αυτού Εξοχότης ο Πρόεδρος Πασών Των Βρωσιών!

- Να περάσει.

Απαντά με το γνωστό της φλέγμα η Βαρώνη, φέρνοντας στο νου τις χώρες εκατέρωθεν του παλιού Ατλαντικού, που σήμερα ονομάζονται Βρωσίες χώρες. Ο Πρόεδρός τους, παλαιός της φίλος και παρατρίχα εραστής, είναι γνωστός για το προοδευτικό του πνεύμα και τη μανία του για τις επιστήμες και το σκάκι. Απλώνει τα χέρια και τον υποδέχεται με ένα χαμόγελο αστραφτερό.

- Μπους-τζούνιορ, αγόρι μου!

Δηλώνει την ευχάριστη έκπληξη που την κατέχει τώρα. Η μουρτζουφλιά χάθηκε απο το πρόσωπο της βαρώνης ως δια μαγείας. Ο Μπους-τζούνιορ τρέχει σχεδόν προς την ανοιχτή αγκαλιά -όσο του επιτρέπουν τα ογδόντα του χρόνια να τρέξει. Αγκαλιάζονται περιπαθώς με υπόκρουση τον κούφιο βήχα του μπάτλερ, ο οποίος περιμένει κάποια παραγγελία πριν αποσυρθεί.

- Φέρε μας το αγαπημένο πορτό του Προέδρου, Τζούτζι, αγόρι μου!

Προστάζει χαριτωμένα η μοιραία βαρώνη το μπάτλερ, που πλησιάζει με τη μποτίλια του αγνού πορτογαλικού ποτού σε ένα δίσκο απο τιτάνιο. Ποτήρια υπάρχουν άφθονα στο μικρό σερβάν, ο Τζούτζι δε θα ασχοληθεί με το σερβίρισμα του ποτού, επειδή η βαρώνη επιθυμεί να περιποιείται μόνη τους ακριβούς επισκέπτες της.

Μετά τους εναγκαλισμούς και τους ασπασμούς, κάθονται στο φαρδύ καναπέ και η βαρώνη ρωτά με αγωνία:

- Λοιπόν, τα νέα σου!

- Ετοιμάζω κάτι που θα σας ευχαριστήσει αγαπητή μου Τσούλα!

Ο Πρόεδρος διατηρεί μια ευγενική συμπεριφορά, η οποία περιλαμβάνει τον πληθυντικό αριθμό μαζί με το χαϊδευτικό της βαρώνης. Εκείνη είναι περισσότερο αυθόρμητη, χαρακτηριστικό και αυτό της φυλής των ανδρομεδιανών.

- Τι είναι αυτό; Πείτε μου, πείτε μου, μη με κρατάτε σε αγωνία...

- Μια υπερσυμπαντική πτήση! Αυτό είναι το σπουδαιότερο νέο μου. Πιστεύω ότι θα σας συγκινήσει...

- Μόνο να με συγκινήσει; Μα τι λες Μπουσίνο μου; Εν-θου-σι-ά-στη-κα!!! Για Ανδρομέδα υποθέτω...

- Ναι, η Ανδρομέδα περιλαμβάνεται στο φιλόδοξο σχέδιο της επιστημονικής ομάδας, άλλωστε σας επισκέφθηκα για τον λόγο τούτον.. ΚΑΙ για τούτον δηλαδή...

- Καλά καλά... άσε τις περικοκλάδες τώρα και... Πες μου! Πες μου, τι μπορώ να κάνω; Μπορώ να ταξιδέψω μαζί με το πλήρωμα; Ναι;

Εκλιπαρεί μια καταφατική απάντηση τρέμοντας σύγκορμη η μοιραία βαρώνη, που σιγά σιγά ανακτά την κεκαλυμένη της ομορφιά και λάμψη.

- Θα ήθελα να σας παρακαλέσω για τούτο αγαπητή Τσούλα...

..σιγομουρμουρίζει ο Πρόεδρος, συνεχίζοντας δυνατά:

- Αλλά με προλάβατε! Πάντα προβλεπτική! Να φιλήσω το χέρι σας!

Απλώνει η ωραία -και πάλι- βαρώνη το γαντοφορεμένο της δεξί προς τα χείλη του Προέδρου, σκεπτόμενη να πάψει να δείχνει τόσον ενθουσιασμό τώρα που έχουν την απόλυτη ανάγκη της.

- Αφήστε τα αυτά Μπουσίνο μου. Πείτε μου καλύτερα πότε και πώς. Το πότε με ενδιαφέρει περισσότερο φυσικά.

- Σε δέκα ημέρες αγαπητή Τσουλίτσα, σε δέκα μέρες ακριβώς ξεκινά το συμπαντότρενο Βεζούβιος απο το Σαλέρνο της Νοτιανατολικής Βρωσίας. Θα είστε η επίτιμος καλεσμένη μας.

-Καλεσμένη ΣΑΣ; Θα ταξιδέψεις κι εσύ Μπουσίνο; Στην ηλικία σου;

- Τι έχει η ηλικία μου παρακαλώ; Γαμώ καθημερινώς, αν ενθυμείστε, και επιτυχώς βεβαίως βεβαίως...

Αφήνει ένα τρελλό γελάκι η βαρώνη κρύβοντας αυτό που ήξερε καλά, ότι δηλαδή ο Μπουσίνος της είχε μια τσουτσουνίτσα σα μπάμια μαραμένη, πράγμα για το οποίον είχε αρνηθεί την ερωτική του προσφορά πριν κάποιες δεκάδες χρόνια. Πάντα όμως έκανε πως τάχα πιστεύει στη φοβερή του αρρενωπότητα για να μη τον στενοχωρεί.

- Ε, καλά τώρα, το ξέρετε πως σας πειράζω.. κακό είναι;

Λέει η ωραία βαρώνη, μη τυχόν χάσει την ευκαιρία να ξαναβρεθεί στην πατρίδα της.

- Να με πειράζετε αγαπητή μου, να με πειράζετε.. άλλωστε μονάχα σε σας το επιτρέπω κάτι τέτοιο. Λοιπόν; Θα έρθετε; Να υπολογίζω στη συμμετοχή σας; Στις γνώσεις σας περί του γλωσσικού ιδιώματος των ανδρομεδιανών...

- Φυσικά, φυσικά θα έρθω. Τζούτζι! Ετοίμασε τα ωραία μου κολάρα και την πράσινη στολη! Και τα μωβ σανδάλια!

Στρέφει το βλέμμα προς τον Πρόεδρο και συμπληρώνει:

- Ελπίζω να μη ξεχάσατε τα κολάρα, έτσι; Είναι απαραίτητα για την επίσκεψη στην Ανδρομέδα. Χωρίς κολάρο μπορεί να βρεθεί κανείς στις Ασφόδελες πλαγιές, το χειρότερο τόπο εξορίας που υπάρχει στο σύμπαν.

- Ναι, αγαπητή μου, οπωσδήποτε, έχω δώσει εντολή.. Το δικό μου είναι ένα βαθύ μπλε.. το ωραιότερο και το μεγαλύτερο ξέρετε...

- Δεν αμφιβάλλω.. ποτέ δεν αμφέβαλλα για σένα Μπουσίνο άλλωστε. Για τη νοημοσύνη σου δηλαδή.

Προσθέτει με νόημα, κλείνοντά του το μάτι, κάτι που ο Πρόεδρος εκλαμβάνει ως κολακευτικό για το πρόσωπό του.

Αφού ήπιαν το υπέροχο πορτογαλικό ποτό, το ονομαστό πορτό, που είχε διατηρήσει την ονομασία του στο βάθος των αιώνων και το παρήγγελε κάθε χρόνο κατευθείαν στον προμηθευτή της στη Λισαγκόμα, σηκώνονται και προχωρούν προς τη μεταπλαστική κουρτίνα μαζί. Η ωραία πλέον βαρώνη θέλει να ξεπροβοδίσει η ίδια τον εκλεκτό επισκέπτη μέχρι την πύλη του αρχοντικού της. Χρειάζεται καλόπιασμα ο γερο-ξεκούτης και η βαρώνη γνωρίζει καλά το κουμπί του. Οσο δε νευριάζει, φαίνεται να είναι ο καλύτερος των ανθρώπων. Βάρδα μη του πάει κανείς κόντρα! Δεν τό ’χει σε τίποτα να τον κάνει σκόνη κι αυτόν και ολόκληρη τη χώρα του.

Οταν έφυγε ο επισκέπτης, η ωραία βαρώνη Τσούλα ή Τσουλίτσα -για τους στενούς φίλους μόνο- και Τσουλάρα ντε Μπολινιάκ για τους ξένους, βγάζει ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Επιτέλους! Θα πάει στην πατρίδα της! Η ιδέα και μόνο πως θα βρεθεί στο γνωστό της περιβάλλον, όπου θα μπορεί να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις επιταγές της φύσης της και τις συνήθειες της φυλής της, διεγείρει τόσο τη φαντασία της που αρπάζει τον καημένο το Τζούτζι, το μπάτλερ, και τον ξαπλώνει πάνω στο μικρό σερβάν με τα ποτήρια, λες και είναι ο τελευταίος άνδρας στον κόσμο. Ξεκουμπώνει βιαστικά το στενό του μαύρο παντελόνι και το καυλάκι του της φαντάζει ως το ωραιότερο καυλί της οικουμένης.

- Μα.. εξοχωτάτη.. τα ποτήρια...

Ψελλίζει ο Τζούτζι.

- Στο διάλο τα ποτήρια! Ποιος τα γαμεί!

Λέει η βαρώνη και, δίνοντας μια σπρωξιά με το αριστερό της γαντοφορεμένο χέρι, τα πετάει όλα στο πάτωμα, όπου θρυψαλιάζονται θορυβωδώς. Μετά, ως μαινάδα, σκαρφαλώνει στην παρακείμενη καρέκλα και απο εκεί απλώνει το πόδι της το δεξί και στρογγυλοκάθεται επάνω στον ατυχή μπάτλερ. Ο Τζούτζι δεν ήταν ποτέ σπουδαίος γαμιάς, δεν γαμούσε γυναίκες, προτιμούσε τους νεαρούς ιπποκόμους ως επι το πλείστον -τουλάχιστον μέχρι τώρα. Βάζει όμως τα δυνατά του να ικανοποιήσει την αφεντικίνα του, μη βρεθεί και άνεργος, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, όπως αποδεικνύουν οι σπαρακτικές οιμωγές της βαρώνης. Τον βοήθησε αρκετά βεβαίως και η απέχθειά του προς το γυναικείο φύλο, ώστε να καθυστερήσει την εκσπερμάτισή του προς μεγάλη χαρά της βαρώνης, η οποία εκφράζεται ευμενώς:

- Τι θησαυρό είχα στο σπίτι μου τόσον καιρό και δεν το εγνώριζα!

Κάνει η βαρώνη το κομπλιμάν στον μπάτλερ, ενώ εκείνος σκέφτεται απο μέσα του «ευτυχώς που φεύγει η πουτάνα σε λίγες μέρες» χαμογελώντας της μυστηριωδώς:

- Ο,τι πείτε κυρία βαρώνη. Πάω όμως τώρα να ετοιμάσω τα μπαγκάζια σας.

Βγαίνει απο το μεγάλο σαλόνι μαζεύοντας τα βρακιά του σχεδόν τρέχοντας και τρέμοντας απο θυμό, τον οποίο, όπως όλοι οι υποτελείς, ξέρει να κρύβει πολύ καλά.

Η ωραία βαρώνη, μετά το σεξουαλικό της απεριτίφ, αποσύρεται στα δώματά της για να περιποιηθεί την καλλονή της, η οποία έχει αρχίσει να κάνει την αστραφτερή επανεμφάνισή της. Ανοίγει διάπλατα την μεταπλαστική κουρτίνα, η οποία καλύπτει ένα καθρέπτη τεραστίων διαστάσεων, και κοιτάζει προσεκτικά τον εαυτό της. Η εικόνα που αντιγυρίζει ο καθρέπτης, δεν είναι και τόσον της αρεσκείας της. Πολύ έχει παχύνει τελευταίως. Προλαβαίνει άραγε να δώσει στη σιλουέττα της μια εμφάνιση αρκετά ανεκτή μέσα σε δέκα ημέρες; Αναρωτιέται πατώντας το πλήκτρο σύνδεσης με την προσωπική της διαιτολόγο:

- Ελα χρυσή μου, τι κάνεις;

- Ω, τι ευχάριστη έκπληξη! Εσείς κυρία βαρώνη; Χρόνια και ζαμάνια...

Απαντά η διαιτολόγος Νίτσα, η οποία είχε σπουδάσει διαιτολόγος και μασέζ χάρη στη γενναιοδωρία της βαρώνης ντε Μπολινιάκ.

- Ναι, εγώ καλό μου κορίτσι. Θέλω να με συμβουλεύσεις τι να κάνω ώστε να βρω τον εαυτό μου σε δέκα ημέρες.

- Δέκα ημέρες; Δε γίνεται δεκαπέντε τουλάχιστον;

- Δυστυχώς όχι Νίτσα μου! Νίτσα μου, φεύγω για Ανδρομέδα σε δέκα ημέρες ακριβώς.

Τονίζει η βαρώνη με στόμφο, χωρίς να αφήνει την παραμικρή αμφιβολία.

- Ερχομαι αμέσως τότε.

Λέει η διαιτολόγος κλείνοντας τον υπολογιστή της. Παίρνει ένα μικρό βαλιτσάκι και ξεκινά με το άκτιβ-τρέϊλερ για το βαρωνέϊκο. Η βαρώνη εντωμεταξύ, μπαίνει για ένα μπανάκι στη μικρή πισίνα του λουτρού της. Δεν έχει κρατήσει πολύ υπηρετικό προσωπικό για λόγους οικονομίας -πόσα χρόνια πια θα κρατούσαν τα χρήματα του ντε Μπολινιάκ; Ετσι, έχει μονάχα το μπάτλερ, τη μαγείρισσα, δυο καμαριέρες και δυο ιπποκόμους. Τα πλέον απαραίτητα πρόσωπα δηλαδή για να φέρνουν βόλτα το αρχοντικό της. Η Νίτσα ήταν παλαιότερα εσωτερική, τώρα όμως, αφού την απέλυσε η βαρώνη δίνοντάς της μια γερή αποζημίωση, διατηρεί δικό της εργαστήριο διαιτολογίας, όπου παρασκευάζει και διάφορα μαντζούνια για ειδικές περιπτώσεις -καλή ώρα σαν και τούτη. Εχει μείνει ανύπανδρη, μεγαλοπιάνεται κιόλας βλέπετε, και η εικόνα της έχει παραμείνει αρκετά φρέσκια για τα εβδομηντατόσα χρονάκια που κουβαλά στην πλάτη της. Ούτε σαράντα δε φαίνεται. Είναι μια ζωντανή διαφήμιση της εργασίας της.


(συνεχίζεται)

9 Ιουλ 2006

Τα Μ π ί ρ ν τ α




Απλωσε το δεξί της χεράκι στο κομοδίνο πλάϊ και πήρε το χάπι του ύπνου. Η σημερινή μέρα είχε περάσει ήσυχα, ούτε κρότοι, ούτε τίποτα. Ανησυχούσε λιγάκι, αλλά μπορεί να ήταν και για καλό αυτή η σιωπή. Δε μπορούσε να δει τίποτα ακόμα, μόνο άκουγε. Η ακοή της είχε εξαιρετική απόδοση, μπορούσε ν' ακούσει και τον παραμικρό ψίθυρο. Καταλάβαινε απ' το βάδισμα ποιός έμπαινε στο θάλαμό της, μια νοσοκόμα, ένας γιατρός ή ένα μπίρντα.

Προτιμούσε τα μπίρντα πάντα, επειδή είναι ήρεμα και δεν έχουν συναισθηματικές εξάρσεις. Το άγγιγμά τους είναι απαλό και σταθερό. Μια νοσοκόμα μπορεί να δώσει και καμμιά τσιμπιά άμα –για παράδειγμα- δεν της αρέσει η στάση που παίρνεις για κατούρημα στην πάπια. Ενα μπίρντα ποτέ.

Τα μπίρντα είναι πλάσματα εξωκοσμικά, κανείς δε θυμάται πλέον απο ποιό γαλαξία κατάγονται, ούτε κι από που προέρχεται η ονομασία τους. Δεν έχει ιδιαίτερο όνομα το καθένα τους, όπως οι άνθρωποι και τα οικόσιτα ζωάκια, απλά είναι και λέγονται «μπίρντα» όλα τους κι αντί για ονόματα έχουν αριθμούς. Εξωτερικά δε διαφέρουν καθόλου απ’ τους ανθρώπους. Υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά μπίρντα, μόνο που δεν έχουν καθόλου ορμές κι έτσι ούτε ερωτεύονται ούτε παντρεύονται και πολλαπλασιάζονται μόνο με κλωνισμό. Το σώμα τους και τα χαρακτηριστικά του προσώπου είναι πανομοιότυπα. Η διαφορά είναι στο βλέμμα κυρίως, στον τρόπο που κοιτάζουν, είναι σα να κοιτάζουν αλλά να μη βλέπουν, κάπως σαν εντελώς αφηρημένο. Το βλέμμα ενός μπίρντα τρυπάει τοίχους και ψυχές. Δεν είναι όμως να τα φοβάται κανείς αυτά τα πλασματάκια. Ουδέποτε έχει αναφερθεί –όσο υπάρχει ο κόσμος κι ο πολιτισμός μας τουλάχιστον- η παραμικρή απείθεια, το παραμικρό ατόπημα, πόσο μάλλον παράπτωμα, από κάποιο μπίρντα.

Γι αυτό το λόγο χαίρουν απόλυτης εμπιστοσύνης κι έχουν καταλάβει ακόμα και υψηλές υπεύθυνες θέσεις στην κοινωνία μας. Τα ίδια δεν επιδιώκουν κάτι τέτοιο βέβαια, αλλά και δεν αρνούνται τίποτα, σε κανένα. Οπου τοποθετήσεις ένα μπίρντα κι όποια εργασία του αναθέσεις, είσαι σίγουρος πως –ο κόσμος να χαλάσει- θα τη φέρει σε πέρας με τον καλύτερο και ταχύτερο τρόπο. Κοστίζει κάπως ακριβά βέβαια να συντηρείς ένα τέτοιο πλάσμα. Οχι επειδή έχει παράλογες οικονομικές απαιτήσεις, το αντίθετο μάλιστα. Ενα μπίρντα δε θέλει καθόλου χρήματα. Τα απεχθάνεται κι ούτε καν τ’ αγγίζει. Για να εργαστεί όμως αποτελεσματικά θέλει καλή διατροφή, όμορφα και καθαρά ρουχαλάκια καθώς και υγιεινό περιβάλλον με πολύ πράσινο γύρω του.

Τα μπίρντα αγαπούν πολύ την ομορφιά και δε μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτή. Μπορεί να δεχτούν να τρώνε λιγώτερο –για ποιότητα ούτε λόγος να χειροτερέψει- αλλά δε θα δεχτούν ποτέ να μείνουν σ’ ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας χωρίς θέα και πράσινο. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε βρει τη βολή μας και αναθέτουμε όλες τις δύσκολες εργασίες στα μπίρντα, επειδή τα μπίρντα φαίνεται να γνωρίζουν τα πάντα χωρίς να χρειάζεται να σπουδάσουν. Είναι απλούστατα γεννημένα γιατροί, νοσοκόμοι, δικαστές, δικηγόροι, μηχανικοί. Τα γονίδιά τους έχουν πάρει πλήρεις πληροφορίες για όλα όσα υπάρχουν στον πλανήτη μας κι ίσως και γι άλλα πολλά που δε γνωρίζουμε ακόμα. Ενα μπίρντα όμως κρατάει καλά φυλαγμένο το μυστικό του και δεν είναι δυνατό να το αποσπάσει κανείς με οποιοδήποτε τρόπο. Δε μιλούν σχεδόν ποτέ, μόνο όταν είναι ανάγκη, αλλά και τότε προτιμούν να εκφράζονται γραπτώς.

Κατά τη διάρκεια της εργασίας τους –όποια κι αν είν' αυτή- ακούνε μουσική από ένα γουώκμαν προσαρμοσμένο στη φαρδειά τους ζώνη. Η μουσική αυτή είναι εντελώς μονότονη, ένας διαστημικός ήχος συριχτός, σχεδόν παραμυθένιος, που άμα τον ακούσει μια φορά το αφτί του ανθρώπου, μάλλον δε θά 'χει καμμιά επιθυμία να τον ξανακούσει. Το κράτος κι οι μεγάλες επιχειρήσεις προτιμούν τα μπίρντα επειδή ποτέ δεν κάνουν απεργία, ούτε καν περνάει απ' το νου τους κάτι τέτοιο. Εργάζονται συνεχώς χωρίς καμμιά διακοπή για όσες ώρες είναι προγραμματισμένα.

Στην αρχή που τ' ανακάλυψαν, τα χρησιμοποιούσαν μονάχα για κατώτερες εργασίες, σκουπιδιάρηδες, ταχυδρόμους, κλπ. Οταν όμως κάποιος επιστήμονας αποκάλυψε το μυστικό των γονιδίων τους, όλοι έπεσαν επάνω τους για να εκμεταλλευτούν τις ικανότητές τους. Ακόμα κι οι αποτυχημένοι συγγραφείς γίνονται διάσημοι μετά την απόκτηση ενός μπίρντα. Το μπίρντα γράφει χωρίς να διεκδικεί πνευματικά δικαιώματα κι έχει και μεγάλη φαντασία –μονάχα όταν γράφει. Γράφει αυτόματα ό,τι του παραγγείλει κανείς, χωρίς κανένα δισταγμό, σχεδόν χωρίς έμπνευση! Γράφει αυτόματα τα πάντα, από μια απλή αίτηση ή έκθεση ιδεών μέχρι μια επιστημονική πραγματεία οποιασδήποτε επιστήμης, ένα προεκλογικό λόγο ή ένα αστυνομικό μυθιστόρημα τριακοσίων σελίδων. Ετσι εκδόθηκε επιτέλους το λεξικό, που η Ακαδημία το δούλευε πάνω από δυο αιώνες. Τριάντα μπίρντα το τέλειωσαν σε εφτά μήνες μονάχα κι όχι μόνο αυτό, επιμελήθηκαν και την έκδοση, έκαναν και τη διανομή και τη διαφήμιση με τόση επιτυχία, που εξαντλήθηκε κιόλας η έκτη έκδοση!

Το σώμα των δικαστών αποτελείται σχεδόν αμιγώς από μπίρντα. Οι δικαστές αυτοί είναι πάντα αδέκαστοι, δικάζουν με σοφία και ευαισθησία. Είναι απόλυτα ικανοί να διακρίνουν τον ένοχο κι όταν χρειαστεί δε μένουν αυστηρά προσηλωμένοι στο «γράμμα» του Νόμου αλλά εξαντλούν το «πνεύμα» του. Θα μπορούσε να πει κάποιος, πως μπαίνουν στο μυαλό των υποδίκων και διαβάζουν τις σκέψεις... Κάτι ακόμα σημαντικό που δεν ειπώθηκε με αρκετή σαφήνεια είναι πως αν π.χ. ένα μπίρντα-δικαστής για κάποιο λόγο δε θεωρείται απαραίτητο μπορεί, χωρίς καμμιά διαμαρτυρία, να γίνει νοσοκόμος. Αυτό κανένας άνθρωπος δε θα το δεχόταν κι ούτε φυσικά θά 'χε την ικανότητα να το κάνει. Τα μπίρντα ζούν κοντά στη φύση όταν είναι ελεύθερα, χωρίς δηλαδή τις υποχρεώσεις που δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα να τα φορτώσουν οι άνθρωποι, αλλά και πριν «ανακαλυφθούν» απο τους ανθρώπους.

Εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να τα καταλάβουμε, πώς δηλαδή είναι δυνατό να υπάρχουν πλάσματα χωρίς ίχνος εμφανούς συναισθήματος, τη στιγμή που αναγνωρίζουμε την ύπαρξή του ακόμα και στα ζώα μας. Ετσι είναι όμως. Εχουν αναπτυχθεί αρκετές θεωρίες περί αυτών των πλασμάτων και της ιδιοσυγκρασίας τους, πολλές απ’ αυτές μιλούν για την πιθανότητα να έχει επιδράσει στο γονιαδιακό χαρακτήρα τους η απέραντη σοφία που κρύβεται κάτω απ’ την καρτερικότητά τους. Θα πρέπει να έχουν περάσει «δια πυρός και σιδήρου» μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η παντελής τους αδιαφορία προς τα τετριμμένα και τα μικρά ζητήματα –τα λεγόμενα «υλικά» ή «προσωρινά» του κόσμου τούτου. Η γνώση τους ίσως ξεπερνάει τον υλικό μας κόσμο που είναι φτιαγμένος με τις εικόνες του καθένα μας.

Η μικρή ασθενής που είχε υποβληθεί σε εγχείρηση για την ανάκτηση της όρασής της νοσηλευόταν εδώ και τρείς μέρες στο κρατικό νοσοκομείο μέχρι ν’ αναρρώσει, να βγουν οι γάζες απ’ τα ματάκια της και να φανεί το αποτέλεσμα της επέμβασης. Είχε υποστεί βλάβη του οπτικού νεύρου σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα πριν απο τρία χρόνια, ήταν όμως πολύ μικρή για να χειρουργηθεί, έπρεπε να πάρει και σειρά στη λίστα του νοσοκομείου. Τώρα που η μικρή βρισκόταν στην ηλικία των δέκα ετών, με αρκετά δυναμωμένο οργανισμό, μετά από ειδική δίαιτα και γυμναστική, η εγχείρηση είχε αυξημένες τις πιθανότητες επιτυχίας της. Ο γιατρός που έκανε τη λεπτή επέμβαση ήταν κι αυτός ένα μπίρντα. Μόνο ένα μπίρντα θα μπορούσε άλλωστε να την κάνει.

Τα χάπια του ύπνου που είχε διατάξει ο γιατρός της ήταν από φυτικά εκχειλίσματα, ώστε να μην επιβαρύνουν με χημικές ουσίες τον ευαίσθητο οργνισμό της. Επρεπε να κοιμάται πολλές ώρες, πράγμα που ένας άνθρωπος –πόσο μάλλον ένα παιδί- δεν είναι δυνατό να καταφέρει από μόνος του. Τα μπίρντα κοιμούνται κατά βούληση όσο και όποτε θέλουν, όσο και όποτε είναι απαραίτητο, ανάλογα με τις ευθύνες που έχουν αναλάβει. Μπορούν, ας πούμε, να εργάζονται χωρίς διακοπή επί πολλά συνεχή εικοσιτετράωρα και μετά, με δυο ωρίτσες ύπνου νά 'ναι φρέσκα φρέσκα ή –αν δεν έχουν εργασία- να κοιμούνται συνεχώς επί εβδομάδες, ακόμη και μήνες.

Ενα πρωϊνό ήρθε επιτέλους η πολυπόθητη στιγμή της αποκάλυψης, η στιγμή που θα έβγαιναν οι γάζες και θα ήταν ορατό το αποτέλεσμα της εγχείρησης. Οι γονείς της μικρής βρίσκονταν έξω απ' τον ειδικό θάλαμο και περίμεναν με αγωνία. Ο γιατρός-μπίρντα πέρασε με τη λουλουδάτη του μπλούζα –τα μπίρντα φορούν πάντα ρούχα με λουλουδάτα υφάσματα, ακόμα κι οι δικαστές, χωρίς να χάνουν τίποτα απ’ την υπόληψη που τους έχουμε- χαιρέτησε τους γονείς κοιτάζοντά τους με το απλανές του βλέμμα και μπήκε στο θάλαμο μόνος. Πλησίασε το κρεββάτι της μικρούλας κρατώντας το μικρό δίσκο με τα εργαλεία του. Πήρε ένα μεγάλο ψαλίδι κι άρχισε να κόβει το κάλυμμα του κεφαλιού της. Η μικρή ήταν εξαιρετικά ήσυχη, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στα πεπειραμμένα ευαίσθητα χέρια του μπίρντα.

Μόλις αφαιρέθηκε το κάλυμμα κι αποκαλύφθηκαν οι γάζες, άρχισε να τις ξετυλίγει προσεχτικά. Τα παράθυρα είχαν κατεβασμένα τα ρολλά γιατί ήταν απαγορευμένο το πολύ φως για την περίπτωση. Σιγά σιγά θα έβλεπε η μικρούλα, σα ν’ ανακάλυπτε τον κόσμο απ’ την αρχή. Οι γάζες ξετυλίγονταν αργά αργά και το παιδί έλυωνε κυριολεχτικά παραιτημένο στο απαλό άγγιγμα των έμπειρων χεριών. Οταν αφαιρέθηκε κι η τελευταία γάζα, με τα μάτια κλειστά ακόμα, η μικρή ασθενής αγκάλιασε το γιατρό-μπίρντα και τον έσφιξε με θέρμη στα μικρά της μπρατσάκια λέγοντάς του: «Ευχαριστώ, ευχαριστώ γιατρέ!
Κι αν ακόμα ποτέ μου δεν ξαναδώ, ευχαριστώ γι αυτό το άγγιγμα, ευχαριστώ για την αγάπη που με κάνατε να νοιώσω!» Ο γιατρός-μπίρντα δε μίλησε, μονάχα άγγιξε τα ματάκια της και τα βοήθησε ν’ ανοίξουν απαλά. «Βλέπω! Βλέπω!» κραύγασε η μικρή, οι γονείς όρμησαν στο θάλαμο κι ο γιατρός-μπίρντα χάθηκε σαν να τον κατάπιε το πάτωμα.

Αγκάλιασαν την κορούλα τους, τη φιλούσαν κι οι δυο ταυτόχρονα, τη βοήθησαν να σηκωθεί και να ντυθεί, πέρασαν κι απ' το λογιστήριο για τις διατυπώσεις και κίνησαν για το σπίτι τους. Το δωμάτιο της μικρής ήταν σαν καινούργιο, με ολοκαίνουργιες κουρτίνες και μια όμορφη πολυθρόνα με χρωματιστό κάλυμμα στη γωνία. Ενθουσιασμένη χτύπησε τα χεράκια της και δήλωσε με μεγάλη σοβαρότητα: «Οταν μεγαλώσω, θέλω να γίνω μπίρντα!»


17 May 2003 10:29

29 Ιουν 2006

Το Μεργκαέλ και άλλες ιστορίες για τη φυλή των Αενάκουα



Πώς απόχτησε το παγώνι την ουρά του

Ενα καλοκαιρινό πρωΐ, ο γιος του φύλαρχου ξύπνησε πολύ προβληματισμένος. Επρεπε να βρει γυναίκα να παντρευτεί και να κάνει απογόνους. Επίσημους απογόνους, φυσικά. Ανεπίσημους είχε προλάβει να κάνει μερικούς, παρ' όλο το νεαρόν της ηλικίας του. Η γυναίκα που θα γεννούσε το μελλοντικό αρχηγό έπρεπε να είναι κάτι τι το εξαιρετικό. Ενα πλάσμα, όχι μονάχα πεντάμορφο και πανέξυπνο, μα έπρεπε να έχει και ειδικές χάρες. Οπως π.χ. να ξέρει να γιατρεύει διάφορες αρρώστιες, να φτιάχνει διάφορα μαντζούνια ηρεμιστικά, να τιθασσεύει άγρια άλογα, να καταλαβαίνει τη γλώσσα των πουλιών και των ψαριών -ναι, και τα ψάρια μιλούσαν και τραγουδούσαν στη μυθική αυτή χώρα!

Σκέφτηκε λοιπόν ο διάδοχος του φύλαρχου να ζωγραφίσει ένα παράξενο πουλί και να το δείχνει στις υποψήφιες συζύγους του για να καταλάβει ποια έχει αυτά τα ειδικά χαρίσματα. Η πρώτη που το είδε, απάντησε ότι απλώς δεν υπάρχει τέτοιο πουλί. Η δεύτερη, είπε ότι θα πάει να ρωτήσει τη μαμά της για να μάθει αν και πού μπορεί να υπάρχει αυτό το παράξενο πουλί. Η τρίτη, πήρε τη ζωγραφιά και τη μύρισε. Τα χρώματα ήταν νωπά ακόμα και ανέδυαν μια μυρωδιά μούχλας. Τότε, τα χρώματα τα έφτιαχναν απο σαπισμένα χορταρικά και, μέχρι να στεγνώξουν, μύριζαν απαίσια.

Πήρε λοιπόν τη ζωγραφιά, τη μύρισε, την γυρόφερε στα χεράκια της και του είπε:

- Χμμ.. πρίγκηπά μου, αυτό το πουλί πρέπει να βρίσκεται κάπου όχι και πολύ μακρυά. Δώσε μου τρεις μέρες χρόνο να πώ να στο φέρω. Μέχρι να στεγνώξει η ζωγραφιά, θα το έχεις.

Ο πρίγκηπας συμφώνησε και γύρισε στην πολυτελή του καλύβα.

Η γυναίκα, πήρε τη ζωγραφιά και πήγε γραμμή στο κοτέτσι. Εκεί, διάλεξε μια μαύρη κότα και την πήρε στην καλύβα της. Μετά, άνοιξε ένα μπογαλάκι με διάφορα πολύχρωμα υφάσματα, υφασμένα απο τα χεράκια της, κι έκοψε μερικές λουρίδες. Πήρε και αλεύρι και νερό κι έφτιαξε μια δυνατή κόλλα και κόλλησε τις μακριές χρωματιστές λουρίδες στην ουρά της μαύρης κότας. Στόλισε και το κοτίσιο κεφαλάκι με καναδυό κουρελάκια και έδεσε την κότα σε ένα παλούκι, να μη κινείται μέχρι να στεγνώξει η κόλλα.

Σε δυο μέρες που η κόλλα στέγνωξε, άφησε την κοτούλα ελεύθερη να συνηθίσει να περπατά με τα καινούργια της αξεσουάρ. Η κότα, που είχε μείνει νηστικιά και χωρίς νερό αυτές τις μέρες, άρχισε να τρέχει για να βρει νερό και τροφή χωρίς να πολυνοιάζεται για το βάρος της καινούργιας της ουράς. Εβγαζε και κάτι κραυγές απο τον ολόστεγνο καταπιώνα της και βράχνιασε. Δεν πήγε και πολύ μακριά. Το νερό και το κριθάρι την περίμεναν λίγο παραπέρα, στη γωνιά του χωραφιού.

Το άλλο πρωΐ που ξημέρωσε η τρίτη μέρα της προθεσμίας που είχε ζητήσει η γυναίκα απο τον πρίγκηπα, η κότα είχε πλέον μεταμορφωθεί στο παράξενο πουλί της ζωγραφιάς. Την πήρε λοιπόν και την πήγε στην καλύβα του αρχηγού. Οταν είδε ο πρίγκηπας τι κατάφερε να σκαρώσει η γυναίκα, την αγάπησε αυτομάτως και την εκανε γυναίκα του και μάνα των παιδιών του. Την κοτούλα την ονόμασαν παγώνι, επειδή έμοιαζε να κρυώνει με τα τόσα παραπανίσια που φορούσε πέρα απο τα δικά της φτερά. Ετσι ακριβώς απόχτησε το παγώνι την ουρά του, κι όποιος διαφωνεί να αποδείξει το αντίθετο.



Το Μεργκαέλ

Το Μεργκαέλ κάθεται κάτω απο μια συστάδα υψηλόκορμων θάμνων τιουΐ, το κοινότερο φυτό που απαντά κανείς στα χωρικά όρια του τρίτου γαλαξία. Το Μεργκαέλ είναι πλάσμα ανθρωπόμορφο αλλά άφυλο. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα. Απο τη γέννησή του και ως τα δώδεκα χρόνια του, φέρνει προς αγοράκι, ένα πλασματάκι νευρώδες και ζωηρό. Απο τα δώδεκα και μέχρι τα πενήντα περίπου, γίνεται γυναίκα πολυπόθητη, και κατόπιν χάνει το φύλο του. Μαραγκιάζει, χάνει το σφρίγος του μαζί με την αυτοεκτίμησή του, και το ρίχνει στη φιλοσοφία. Κάποιοι άντρες της φυλής Ωγκαίο το ποθούν κατά καιρούς, αλλά το Μεργκαέλ, που έχει αρχίσει πλέον να σκέφτεται, δε διακινδυνεύει την είσοδό του στο θολό σύννεφο του έρωτα, δε χαλαλίζει την ηρεμία του για κάτι τι στιγμιαίο.

Σήμερα, το Μεργκαέλ είναι λίγο ανήσυχο. Βλέπει το θολό σύννεφο να πλησιάζει επικίνδυνα, βρίσκεται στην πορεία του και ψάχνει τρόπους να το αποφύγει. Σκέφτεται να αρχίσει να τρώει καρπούς μεϊούσι για να ξεχνιέται ή να ψήσει και να γευτεί το ρόφημα νάϊ-νάϊ να ησυχάσει την τρέλλα του κορμιού του. Πρέπει να αναφέρουμε εδώ ότι, στη χώρα των Αενάκουα τρελλαίνεται το κορμί, ενώ το μυαλό δεν παύει στιγμή να λειτουργεί ικανοποιητικά. Το καημένο το Μεργκαέλ λοιπόν σήμερα μάλλον θα την πατήσει, επειδή είναι κάπως δυσκίνητο και δεν θα προλάβει να ξεφύγει απο το σύννεφο, που έρχεται ορμητικά σαν κύμα να το καταβροχθίσει.

Στη χώρα αυτή, ο ουρανός είναι υγρός σα θάλασσα και τα νέφη σαν κύματα, ενώ οι ωκεανοί αποτελούνται απο αέρινες μάζες. Οι Αενάκουα είναι συνηθισμένοι να ταξιδεύουν με τις βάρκες τους στα συννεφένια πλάτη και μήκη των αέρινων ωκεανών, τη στιγμή που ο θαλασσένιος ουρανός τους προκαλεί πανικό, ιδίως όταν έρχεται κατά πάνω τους. Το φως των δέκα ήλιων του συστήματός τους διαπερνά τις νερένιες μάζες του ουρανού και φτάνει ίσαμε την παραμικρή χαραμάδα των αχυρένιων καλυβιών τους. Το Μεργκαέλ τρέχει, με όση δύναμη του απομένει, να κρυφτεί στο καλυβάκι του, κοντά στη θαμνοσυστάδα τιουΐ. Το νερένιο σύννεφο όμως τρέχει γρηγορότερα, το προλαβαίνει, το ρουφάει και το εξαφανίζει μέσα στη θολούρα του.

Πολλοί σοφοί Αενάκουα λένε ότι, όποιος μπει στο θολό σύννεφο και καταφέρει να βγει, γίνεται σοφότερος. Ισως να το έχουν δοκιμάσει και κάτι γνωρίζουν παραπάνω. Σύντομα θα μάθουμε αν έχουν δίκιο, όταν -και αν- το Μεργκαέλ καταφέρει να βγει απο τη θολή παγίδα που το σκλάβωσε. Στον αρχαίο πλανήτη Γη, την πηγή των διαφόρων συμπαντικών πολιτισμών, έλεγαν πως ο έρωτας είναι σα να σού 'ρχεται ο ουρανός στο κεφάλι. Μάλιστα, μερικοί γαλάτες το φοβόντουσαν αυτό δεόντως, όπως ο αρχηγός του χωριού του περίφημου ιππότη Αστερίξ.

Εδώ, στη χώρα των Αενάκουα, αυτό είναι πραγματικότητα, μια και ο ουρανός είναι θάλασσα και τα σύννεφα είναι κύματα. Λέγαν ακόμη ότι οι ερωτευμένοι ζουν στα σύννεφα, εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο, αφού τα σύννεφα είναι φιλικό περιβάλλον γι αυτούς και δε χρειάζεται να είναι ερωτευμένοι όταν π.χ. ψαρεύουν κοτσύφια. Τι να πει κανείς! Θα περιμένουμε να μιλήσει το Μεργκαέλ, αν τελικά τη γλυτώσει.


Νεκρική τελετουργία

Η Ανιραμ έγλυψε το τελευταίο κοκκαλάκι του αδελφού της. Τώρα είχε φάει ολόκληρο το σόϊ της, εκτός απο τη μάνα της, την Αρόντα. Ετσι συνηθίζεται στους Αενάκουα: Να τρώνε τους νεκρούς τους για να τους φέρουν μέσα τους στο υπόλοιπο του βίου. Την Ανιραμ θα τη φάνε τα παιδιά της, όταν έρθει η ώρα της να κλείσει τα μάτια. Με τον τρόπο αυτό πιστεύουν ότι οι νεκροί παραμένουν ζωντανοί στο διηνεκές και αλλίμονο στον άτεκνο Αενάκουα! Είναι καταδικασμένος να χαθεί δια παντός μαζί με ολόκληρη τη γενιά του που την κουβαλάει μέσα του, εκτός αν έχει αγαπηθεί πολύ οπότε, το νεκρό του σώμα το τρώει τελετουργικά είτε ο αγαπημένος φίλος είτε ο γλυκός εραστής.

Τρέμει η Ανιραμ τη μέρα που θα κλείσει οριστικά τα μάτια της η μάνα της. Σκέφτεται απο τώρα ότι θα είναι πολύ δύσκολο να τη φάει, θα της πάρει πολύ χρόνο να καταβροχθίσει αυτό το κορμί με την τεράστια ψυχή, κι από την άλλη, δεν έχει καμμιά όρεξη να την κουβαλήσει κι αυτήν μέσα της. Φτάνουν τόσοι και τόσοι που κουβαλάει ήδη. Εκτός απο το πολυπληθές της σόϊ, κουβαλάει ένα σωρό φίλους και φίλες και εραστές, μαζί με τις πεθαμένες επιθυμίες τους. Γιατί είναι σπάνιο να κλείσει κανείς τα μάτια έχοντας εκπληρώσει όλες του τις επιθυμίες. Οσο πιο νέος ο νεκρός, τόσο περισσότερο δύσπεπτος. Η μάνα της Ανιραμ αποτελεί εξαίρεση, μια και, αν και μεγάλη σε ηλικία, έχει αμέτρητες επιθυμίες ανεκπλήρωτες.

Μαζεύει προσεχτικά τα κοκκαλάκια του πολυαγαπημένου της αδελφού σε ένα απλωμένο μαντίλι και σηκώνεται απο το τελετουργικό τραπέζι. Τα τοποθετεί μαζί με τα κόκκαλα του πατερούλη της και των παπούδων και σκέφτεται πως αύριο είναι μια καλή μέρα για να τα επεξεργαστεί στον τόρνο της φυλής κατασκευάζοντας παιδικά παιχνίδια. Τα κοκκαλάκια του εραστή της όμως τα θέλει ακόμη μαζί της, τυλιγμένα στο κόκκινο μαντίλι, κάτω απο το μαξιλάρι της. Η ψυχούλα του δεν έχει απορροφηθεί ακόμα εντελώς απο την Ανιραμ, και η ύπαρξη των οστών βοηθά στην αφομοίωσή τους. Αφησε πολλές επιθυμίες ανεκπλήρωτες, βλέπετε, ο μακαρίτης.

Η Ανιραμ προσέχει να εκπληρώνει τις επιθυμίες της για να μη ταλαιπωρήσει τα παιδιά της. Αγαπά πολύ τα παιδιά της και, ώρες ώρες λέει μέσα της, μακάρι να χανόταν εντελώς από προσώπου του νησιού της, να την καταβρόχθιζε ένα τεράστο ψάρι οκινούκ ή να χανόταν στο συννεφένιο ωκεανό ή να την κατάπινε το νερένιο νέφος του υγρού ουρανού.



Η κηδεία του φίλου μου του Γκέντιν

Πολλοί σοφοί πιστεύουν ότι η φυλή των Αενάκουα είναι ένας μύθος, άλλοι ότι πράγματι υπήρξε, και μερικοί λένε πως οι Αενάκουα υπάρχουν ακόμα και σήμερα ανάμεσά μας. Σήμερα, που η βιολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ, το μυστήριο βρίσκεται στα πρόθυρα της λύσης του. Αρκεί να γίνουν οι κατάλληλες εξετάσεις για τον εντοπισμό του γονιδίου.

Προχθές βρέθηκα στην κηδεία του φίλου μου του Γκέντιν και σιγουρεύτηκα ότι ήταν, όσο ζούσε, ένας απο αυτούς. Αλλά, και πεθαμένος που είναι, ένας Αενάκουα παραμένει στη ζωή, γιατί οι Αενάκουα είναι αθάνατοι. Αυτό που εμείς ονομάζουμε "θάνατο" δεν τους αγγίζει: Κλείνουν απλώς τα μάτια και περνούν απο το δικό μας εικονικό κόσμο στο δικό τους, ξαναγυρνούν δηλαδή στην Παγγαία με το νερένιο της ουρανό και τη συννεφένια θάλασσά της.

Το πώς βεβαιώθηκα, μπορώ να το εξιστορήσω αμέσως. Πεντακόσιες εικοσιεπτά γυναίκες παραβρέθηκαν σε αυτή την κηδεία. Τις παρατηρούσα με προσοχή και έβλεπα μια βαθειά θλίψη στα μάτια τους για την απώλεια του αγαπημένου τους. Ολες τον αγαπούσαν, χωρίς να τον διεκδικεί καμμιά για τον εαυτό της, χωρίς να αποζητά την αποκλειστικότητα του έρωτά του. Πείτε μου λοιπόν, γνωρίζετε πολλούς άντρες αυτής της ποιότητας; Γιατί, όσο νά'ναι, θα είχε βάλει το χεράκι του ο μακαρίτης (για μας και τον κόσμο μας 'μακαρίτης') ώστε να εμπνεύσει μια παρόμοια συμπεριφορά.

Φυσικά, ήταν παντρεμένος και είχε τρία παιδιά, που υπεραγαπούσε. Οι γυναίκες αυτές, απ' όσο μπορώ να συμπεράνω κρίνοντας και απο τη δική μου σχέση μαζί του, δεν ήταν υποχρεωτικά όλες ερωμένες του. Υπήρχαν και καλές φίλες, καλή ώρα η αφεντιά μου, αλλά και συνεργάτιδες και βοηθοί στη δουλειά του. Ο Γκέντιν συνεργαζόταν μονάχα με γυναίκες, εμπιστευόταν μονάχα τις γυναίκες, αγαπούσε τρελλά τις γυναίκες, και οι γυναίκες γνωρίζουν να ανταποδίδουν με θέρμη τα όμορφα συναισθήματα. Τις εξύψωνε με την παρουσία του πλάϊ τους, μια λέξη του τις έκανε να νοιώθουν μοναδικές. Οι γυναίκες είναι ευαίσθητες και το εκτιμούν πολύ αυτό.

«Λόγια του αέρα, η γυναίκα θέλει αγριάδα» ίσως πει κάποιος βαρβάτος αρσενικός χοντράνθρωπος προσγειωμένος στο σήμερα. Δεν είναι όμως έτσι. Καθόλου δεν είναι έτσι. Τα τσιτάτα που κυκλοφορούν περί δήθεν αντρισμού είναι για τα πανηγύρια, μαζί με τα σλόγκαν περί του δήθεν 'πολιτισμού' μας. Οι Αενάκουα είναι -εξακολουθούν να είναι- οι μόνοι πολιτισμένοι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες. Το πρώτο στοιχείο που τους ξεχωρίζει απο το πλήθος (δεν χρειάζεται και άλλο, ε) είναι η δύναμη της αντίληψης των αναγκών του "άλλου". Τοποθετούν τον "άλλο" σε θέση σημαντική τόσο, όσο και αυτή όπου έχουν βάλει τον εαυτό τους. Δεν έτυχε να γνωρίσω άλλον Αενάκουα εκτός απο το Γκέντιν, ούτε άντρα ούτε γυναίκα, είμαι τόσο σίγουρη όμως για την προέλευσή του που υπέγραψα την ομαδική αίτηση για γονιδιακή εξέταση των οστών του.

Αυτό και μόνο δεν σημαίνει κάτι; Τόσες πολλές γυναίκες βρέθηκαν να συμφωνήσουν. Εκτός απο τη νόμιμη σύζυγο, που φαινόταν να απολαμβάνει το χαμό του απο τον κόσμο μας, μια και χασκογελούσε όλη την ώρα κατά τη διάρκεια της κηδείας αλλά και μετά, όταν μοίραζε τα κόλυβα λες και μοίραζε κουφέτα. Μπαίνω όμως στον πειρασμό να σκεφτώ μπας και εκείνη είναι μια Αενάκουα. Μήπως..;



Απο πού μας ήρθε το τσίπουρο

Μια φορά, ο αρχηγός της φυλής των Αενάκουα καθόταν και απολάμβανε το ηλιοβασίλεμα πίνοντας το αγαπημένο του ποτό απο απόσταξη σταφυλιών και καπνίζοντας συνάμα ένα μυρωδάτο πούρο. Καθόταν στη σκιά του δέντρου Τσίπ, που είχε ρίζες κονδυλώδεις (απο όπου τα πατατάκια Τσιπίτα -γκρίζα διαφήμιση είναι.. ΜΗ ΤΑ ΤΡΩΤΕ!)
Εκεί που καθόταν λοιπόν, έπεσε ένα χοντρό κλαδί στο κεφάλι του και τον χτύπησε στο δοξαπατρί. Τού 'φυγε το πούρο απο τα χείλη και παρά λίγο να πει το Δεσπότη Παναγιώτη. Αντί γι αυτό, είπε το ποτό του Τσιπ-πούρο, μια και το ποτό το κρατούσε γερά και δεν έπεσε να χυθεί παρ' όλο το ξάφνιασμα. Σιγά σιγά, ο τόνος ανέβηκε μια σκάλα.. τσπ-πουρο τσιπ-πούρο Τσίπουρο! Ετσι, πίνουμε τώρα το τσιπουράκι μας και το φχαριστιόμαστε. Το φύλαρχο όμως ξεχάσαμε πώς τον έλεγαν... Αυτά παθαίνει η ζωή όταν δεν διορίζει ιστορικούς να γράφουν τα γεγονότα. Ενώ σήμερα με την τιβί ενημερωνόμαστε για όλα..!




_______________________________________
ΣΗΜ.1. O Shadow_of_the_Shadow, σημαντικό μέλος του ιστοχώρου www.kivernologotexnia.com, στις 26-05-2005 και ώρα 23:39:01 ακριβώς, είχε την ιδέα να αναπτύξουμε μια ιστορία για τη φανταστική φυλή των Αενάκουα. O ευφάνταστος αυτός διαδικτυακός συνάδελφος λογοτέχνης έδωσε το σύνθημα της έναρξης με αυτή την περιγραφή:

«Οι Αενάκουα ήταν μια (φανταστική) φυλή που ζούσε πριν από χιλιάδες χρόνια σε ένα σύμπλεγμα νησιών στις ακτές της Παγγαίας, πριν αυτή κομματιαστεί από τον διαχωρισμό των πλακών της Γης. Όταν ο κόσμος φαινόταν να είναι ένας, τότε οι Αενάκουα ζούσανε στην άκρη του. Θαλασσινός λαός με πολιτισμό χιλιάδων χρόνων και ατέλειωτη ιστορία επιτευγμάτων....»

ΣΗΜ.2. Οι ιστορίες που παρουσιάζω, είναι η δική μου συμμετοχή σε αυτό το ομαδικό πείραμα

8 Μαρ 2006

ΥΠΕΡΠΟΝΤΙΑ ΤΑΞΙΔΙΑ -1-

Υπάρχει ένα καράβι όπου δεν ισχύει ο νόμος της βαρύτητας ή, μάλλον, ο νόμος αυτός ισχύει αντιστρόφως. Μόλις επιβιβάζεται ο ταξιδιώτης σε αυτό το καράβι, μια δύναμη πανίσχυρη σαν μαγνήτης τον τραβά προς τα πάνω φέρνοντάς τον ταυτόχρονα σε ύπτια θέση, τον οριζοντιώνει δηλαδή και τον ανεβάζει ψηλά με τέτοιο τρόπο ώστε να βρίσκεται σε κλάσμα δευτερολέπτου καρφωμένος με την πλάτη στην οροφή του σαλονιού. Ο τρόπος αυτός να ταξιδεύει κανείς είναι αρκετά πρωτότυπος και ξεκούραστος, μια και το ταβάνι του σαλονιού αυτού του καραβιού είναι ντυμένο, σε όλη του την επιφάνεια, με βελούδινο μαλακό στρώμα.

Το πρόσωπο κοιτάζει αναγκαστικά προς το κρυστάλλινο δάπεδο του καραβιού, διάφανο και πεντακάθαρο. Ταξιδεύοντας λοιπόν, ο επιβάτης είναι υποχρεωμένος να βλέπει διαρκώς τη θάλασσα, εκτός κι αν κλείσει τα μάτια. Το θέαμα είναι υποβλητικό και ανανεώνεται διαρκώς, οπότε, μια και δε νυστάζει, σπάνια αποφασίζει να τα κλείσει.

Αν η θάλασσα είναι γαλήνια, μπορεί να διακρίνει ως τα απύθμενα βάθη, να καμαρώνει όλα τα θαλασσινά πλάσματα, να βλέπει παράξενα ψάρια με καρούμπαλα, αστακούς να ζευγαρώνουν, αστερίες να τρέχουν σα δαιμονισμένοι, θεώρατα καβούρια, καταχθόνιες σμέρνες, κυματιστά σαλάχια, καρχαρίες τρικάταρτους, φύκια σα θεόρατα δέντρα να τρέχουν χωρίς ρίζες, κι άλλα πολλά και θαυμαστά. Συχνά, η θάλασσα γίνεται πολύχρωμη εξ αιτίας των χρωματιστών κοπαδιών απο ψάρια πορτοκαλιά, καφετιά, μωβ ή κιτρινοπράσινα.

Αν η θάλασσα είναι φουρτουνιασμένη, αυτό που βλέπει ο ταξιδιώτης είναι μονάχα η επιφάνειά της η ταραγμένη, που πάλλεται ανάμεσα στο λευκό του αφρού και το σκούρο μπλε, παίζοντας με μυριάδες παράξενα σχήματα.

Οταν το καράβι ταξιδεύει νύχτα, υπάρχουν ειδικοί προβολείς που φωτίζουν δυνατά και τότε η εικόνα της θάλασσας είναι συναρπαστική, επειδή -έχει δεν έχει φουρτούνα- ο βυθός είναι ορατός πεντακάθαρα.

Απολαμβάνοντας αυτό το υποχρεωτικό θέαμα, που εναλλάσσεται με άτακτο ρυθμό, οι ταξιδιώτες δεν αντιλαμβάνονται καθόλου τη διάρκεια του ταξιδιού καρφωμένοι όπως είναι στο ταβάνι. Ο χρόνος εξαφανίζεται δηλαδή, όσο κρατάει το ταξίδι τους.

Δε βρίσκονται πολλοί άνθρωποι στον κόσμο πρόθυμοι να ταξιδέψουν με αυτό το καράβι και θεωρούν όσους το προτιμούν τρελλούς κι αλλοπαρμένους. Οι περισσότεροι δεν αντέχουν το μηδενισμό του χρόνου και των αποστάσεων. Χρειάζονται το χρόνο και τις αποστάσεις για να δικαιολογούν την ύπαρξή τους. Ο χρόνος είναι ανθρώπινο δημιούργημα κι ο άνθρωπος δεν τον αποχωρίζεται εύκολα. Η απόσταση χωρίζει, όπως πιστεύουν πολλοί άνθρωποι που επιζητούν να ζουν απομακρυσμένοι, χωρισμένοι ο ένας απο τον άλλο.

Στο καράβι που αντιστρέφει το νόμο της βαρύτητας, η απόσταση που διανύει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μηδενίζεται, επειδή δεν υπάρχει χρόνος για να την υπολογίσει κανείς. Ακόμη, η απόσταση των ανθρώπων που είναι καρφωμένοι στην οροφή του καραβιού είναι μηδενική μεταξύ τους, μια και είναι κολλημένοι ο ένας με τον άλλο και όλοι μαζί επάνω στο βελούδινο στρώμα. Αυτό τρομάζει τον κοινό άνθρωπο, που θέλει να νοιώθει τον εαυτό του ως κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Η ανάσα και η μυρωδιά του διπλανού ενοχλούν, έτσι τον έχουν διδάξει.

Το καράβι αυτό ταξιδεύει σπάνια και πάντα τα δρομολόγιά του μένουν μυστικά για να μην ενοχλείται ο λαός, οι παπάδες και οι κυβερνήσεις. Ανακοινώνονται ιδιαιτέρως στους ενδιαφερόμενους και διαδίδονται με μεγάλη μυστικότητα. Το πώς βρίσκονται νέοι επιβάτες, αφήνεται στους παλιούς ταξιδευτές, στους γνώστες αυτής της ιδιαίτερης εμπειρίας. Αυτοί ανακαλύπτουν εκείνους που θα συνεχίσουν τα παράξενα -για τους υπόλοιπους- ταξίδια.

Η αναγνώριση γίνεται μονάχα με ένα βλέμμα. Φτάνει ένας σπινθήρας βλέμματος για να αναγνωριστούν οι άνθρωποι που διαφέρουν, οι πρωτοπόροι.

Με τον καιρό, λένε, η βαρύτητα θα εξαφανιστεί εντελώς από τον πλανήτη και τίποτα δε θα μας κρατά στην αναγκαστική όρθια στάση και τόσο μακρυά μεταξύ μας. Οπότε, αυτό το καράβι είναι μια πρόγευση απο το μέλλον του ανθρώπου και, όπως όλα τα μελλούμενα να συμβούν, προκαλεί φόβο και ανησυχία στον πολύ κόσμο. Λένε ακόμα, πως είναι κατασκεύασμα τρομοκρατών ή ότι πίσω του κρύβονται σκοτεινά συμφέροντα.

Η αλήθεια είναι ότι το καράβι αυτό απλώς υπάρχει και ότι υπήρχε απο πάντα. Αυτό όμως είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό. Για να το εννοήσει κάποιος, χρειάζεται να κάνει πρώτα ένα ταξίδι μαζί του. Και πώς να αποφασίσει ένα παρόμοιο ταξίδι όταν βρίσκεται με τις πατούσες καρφωμένες στο χώμα; Πώς να ταξιδέψει κοιτάζοντας τη θάλασσα, αφού, ακόμα κι όταν βρίσκεται μέσα της, θάλασσα γι αυτόν δεν υπάρχει;