23 Μαρ 2010

ΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ

A- Αγάπη!
Γ- Ναι, αγάπη...
Α- Τι σού'φερα σήμερα;
Γ- Μμμμ... τι;
Α- Μάντεψε!
Γ- Πού να ξέρω;
Α- Πού πήγα σήμερα;
Γ- Πού; Πες μου...
Α- Δεν είχαμε πει χτες βράδυ ότι το πρωΐ θα πάω...
Γ- Χτες βράδυ... δε θυμάμαι... Τι είπαμε χτες βράδυ;
Α- Ελα τώρα... γιατί κάνεις ότι δε θυμάσαι;
Γ- Αλήθεια! Δε θυμάμαι τίποτα! Πες μου...
Α- Θα σου πω άμα κατέβεις.
Γ- Τώρα... κατεβαίνω... Εφυγαν τα παιδιά;
Α- Ποια παιδιά;
Γ- Δε θέλω να ακούσουν τα παιδιά...
Α- Τι να ακούσουν;
Γ- Αυτά που θα μου πεις.
Α- Και πώς ξέρεις τι θα σου πω; Αφού δε θυμάσαι.
Γ- Ναι, δε θυμάμαι, αλλά φαντάζομαι.
Α- Τι φαντάζεσαι;
Γ- Αυτό που θα μου πεις... ότι δεν είναι κατάλληλο να το ακούσουν τα παιδιά.
Α- Α! Γιατί να μην είναι κατάλληλο; Ομορφα πράγματα δε σου λέω συνήθως;
Γ- Ναι, όμορφα, αλλά ακατάλληλα...
Α- Ελα λοιπόν να σου πω τι σού'φερα!

(κατεβαίνει τη σκάλα και τρέχει πλάϊ του)

Γ- Νά'μαι! Τι μού'φερες;

(κρύβει κάτι πίσω απο την πλάτη του)

Γ- Ελα λοιπόν! Δείξε μου! (προσπαθεί να τραβήξει τα χέρια του να δει)

Α- Αυτό! (παρουσιάζει ένα μανταρίνι και της το προσφέρει με υπόκλιση)



Γ- Α! Ενα μανταρίνι! Πού το βρήκες; Υπάρχουν ακόμη μανταρίνια;
Α- Υπάρχουν... Για σένα υπάρχουν.
Γ- Καλέ μου! (ορμάει και τον φιλάει) Κινδύνεψες για μένα;!
Α- Οταν ξέρω ότι κάτι σου αρέσει, δε λογαριάζω τίποτα για να στο χαρίσω.
Γ- Γιατί, εγώ δεν κάνω το ίδιο;
Α- Πότε έκανες κάτι παράτολμο για χάρη μου;
Γ- Πέρσυ... δε θυμάσαι;
Α- Πότε; Αααα... πέρισυ... Το κρεμμυδάκι...
Γ- Ναι, το κρεμμυδάκι! Λίγο ήταν; Θα με ξέσκιζαν τα σκυλιά του Πρόεδρου... αλλά, στό 'φερα. Το ξερρίζωσα και στό 'φερα!
Α- Καρδούλα μου!
Γ- Αγαπημένε...
Α- Ελα, φάτο στα γρήγορα, πριν γυρίσουν τα παιδιά.
Γ- Ναι. Να φέρω μαχαίρι ή να το καθαρίσω με τα χέρια;
Α- Οπως σε ευχαριστεί. Οπως νοιώθεις καλύτερα. Τα φλούδια δικά μου όμως, ε;
Γ- Ναι, φυσικά... Δε θέλεις και καμμιά φετίτσα;
Α- Οχι, γλυκειά μου, όχι. Ολο δικό σου το ζουμερό μανταρινάκι.
Γ- Αααχ! (το μυρίζει) Τι ωραία μυρωδιά! Πόσα χρόνια έχω να μυρίσω ένα μανταρίνι! Αααχ! Υπέροχο!

(το ξεφλουδίζει με μανία, βιαστικά κι εκείνος μαζεύει τα φλούδια και τα χώνει στην τσέπη του)

Γ- Γιατί τα κρύβεις τα φλούδια;
Α- Θα τα απολαύσω αργότερα γλυκειά μου... Ισως το βραδάκι...
Γ- Α! Κάνε όπως θέλεις... (τρώει φέτα φέτα το μανταρίνι και γλείφεται)

ΝΤΡΙΝΝΝΝΝ (χτυπά το κουδούνι)

Α- Κρύψτο! Γρήγορα, μη μας πιάσουν! Τρέχα στο μπάνιο... κι αυτή η μυρωδιά... θα μας προδώσει... (τινάζει τα χέρια δεξιά αριστερά να διώξει τη μυρωδιά) Πάω να ανοίξω.
__________________________
Πολύ παλιό, ούτε που θυμάμαι πότε γράφτηκε. Το βρήκα στα "σκουπίδια" του υπολογιστή.

22 Μαρ 2010

ΜΑΥΡΟ


«Χμμμ... το μαύρο με εμπνέει, αν και προτιμώ την πολυχρωμία..» Σκέφτηκε η Βάρβαρη φέρνοντας εικόνες απο το άγριο παρελθόν, εκεί στη μακρινή Μογγολία υπό κινεζική κατοχή, όπου είχε μεγαλώσει και διδαχτεί την τέχνη του Νικάν_Τους_Αντιπάλους (ΝΤΑ) και του Προστατεύειν_Τους_Ανήμπορους (ΠΤΑ) και του... τεσπα.. ένα σωρό τέχνες είχε διδαχτεί..!
Απλώνει τώρα το χέρι με το χιλιομπαλωμένο δερμάτινο βραχιόλι που της φέρνει γούρι και ανασύρει μια βαριά σπάθα. Σπαθίζοντας τον αέρα, επιτίθεται στη Σκιά_Της_Σκιάς εκβάλλοντας καυτές ανάσες, όπως είχε παρατηρήσει να κάνουν οι Δράκοι επιτιθέμενοι -πριν τους ξεπαστρέψει ο μπαμπάς της.

ΜΑΥΡΟ

Απέναντί μου στέκεται ένα κομμάτι απο την κόλαση. Ενα κατάμαυρο έργο τέχνης. Ενας πίνακας ζωγραφικής. Απο όσο μπορώ να διακρίνω, μέσα στο μαύρο του σώμα βρίσκονται σπαρμένες μικρές κηλίδες ρόδινες και λευκές. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τι σκόπευε ο ζωγράφος να μεταδώσει, ποιο τάχα να είναι -αν υπάρχει- το κρυφό μήνυμα του πίνακα. Αυτό που φαντάζομαι είναι μια απεραντωσύνη μαύρη, η μαύρη ήπειρος μάλλον, όπου η λιγοστή ελπίδα διάσωσης αχνοφαίνεται αμυδρά. Μπορεί όμως οι λευκές κηλίδες να είναι απαστράπτοντα δόντια σε πεινασμένα στόματα ή το ασπράδι των ματιών των μαύρων ανθρώπων που εκλιπαρούν το ενδιαφέρον μας.
Οι ρόδινες κηλίδες είναι το εσωτερικό απο τις παλάμες τους, που στέλνουν ένα σήμα απαγορευτικό: Οχι άλλες φωτογραφίες! Φτάνει πια! Η κακομοιριά μας οφείλεται σε σας αποκλειστικά λευκοί αδελφοί, σε σας που χωρίς σκέψη εκτροχιάσατε την πορεία μας προς τον πολιτισμό, σε σας που μας εμποδίσατε να κινηθούμε ελεύθερα με τα δικά μας οχήματα! Τώρα μας φωτογραφίζετε κερδίζοντας βραβεία σε διεθνείς εκθέσεις.. εκθέτοντας το ταλέντο σας υποστηριζόμενο απο τη δική μας αθλιότητα..
Σιγά σιγά σκοτεινιάζει και ο πίνακας απορροφάται, γίνεται ένα με τη νύχτα. Τα λευκά στίγματα λάμπουν σαν αστέρια σε έναν ουρανό κατάμαυρο χωρίς φεγγάρι και οι ρόδινες κηλίδες ούτε που φαίνονται πια. Η φαντασία μου εστιάζει στα λαμπυρίζοντα στίγματα προσανατολισμένη προς τις πιθανές νέες διεξόδους της ανθρωπότητας. Αραγε υπάρχει ζωή στον Αρη; Κι αν είναι να σβηστεί η ντροπή της ανθρωπότητας απο το χάρτη, η μαύρη ήπειρος δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανότητες -αν υπάρχουν- να ξαναβρεθεί κάπου στο διάστημα;
Ξημερώνομαι κοιτάζοντας προσεκτικά το έργο του παρανοϊκού ζωγράφου -γιατί μόνο κάποιος έξω απο τή συμβατική λογική θα μπορούσε να ζωγραφίσει κάτι τι παρόμοιο. Τώρα που ανατέλλει ο ήλιος κι ο πίνακας φαντάζει αποτρόπαιος, πως να ξεκινήσω τη μέρα μου με τόση πια μαυρίλα; Ας παρομοιάσω λοιπόν το έργο με ένα κατάμαυρο καφεδάκι διάστικτο με μικρές σταγόνες γάλακτος ή κρέμας που δεν έχει καλοδιαλυθεί κι ας το καταπιώ με μικρές γουλιές.
________________________________
μικρο δείγμα απο τις "kivernoistories" που είχαν παιχτεί με μπόλικο κέφι στον αρχαίο κόμβο www.kivernologotexnia.com, που, εδώ και μερικά χρονάκια, πλέει ακυβέρνητος στις διαδικτυακές θάλασσες...

6 Μαρ 2010

ερωτισμός με σμόκιν

Η ωραία μαρκησία Εψη Εψιλον εκάθητο αραχτή επί τινος ανακλίντρου, επενδεδυμένου δια βαρυτίμου υφάσματος μπροκάρ, χρώματος κυανού, κεκοσμημένου δια χρυσών αστερίσκων λιλιπουτείου μεγέθους, έμπροσθεν του υπερμεγέθους καθρέπτου της σάλας Τελετών του βρυξελλώδους Μεγάρου και ηυνανίζετο. Πέριξ αυτής, πλήθος ψωλώνων εντός σκελεών παντός τύπου και χρωματισμού -από του ευγενούς σμόκιν μέχρι του τετριμμένου μπλουτζίν- ανέμενον υπομονετικώς το πέρας του αυνανισμού της μαρκησίας Εψης, ίνα λάβωσιν την τιμήν να εισέλθουν εντός του κόλπου αυτής, όσον το δυνατόν βαθύτερον, και εκβάλλουν εν αυτώ το κολλώδες υγρόν των. Η ωραιοτάτη μαρκησία Εψη, ουδεμίαν σημασίαν δίδουσα εις το περιβάλλον αυτής, εμάλαζε τους βύζους εναλλάξ, τουτέστιν μία τον εκ δεξιών και μία τον εξ ευωνύμων, και κατόπιν έτριπτε μανιωδώς το αυτής αιδοίον εκβάλλουσα μικράς διεγερτικάς κραυγάς ωσάν παραδείσιον πτηνόν και ωσάν μικρός μόσχος. Ενίοτε, αι κραυγαί αυταί ηκούγοντο και ως ογκανητά, αλλά μόνον από μη εξευγενισμένα ώτα. Επερνούσαν ώραι, ημέραι, μήνες, ολόκληρα έτη, αλλά η σκηνή ταύτη εξηκολούθη υφισταμένη ως να ήτο διαρκώς εν τη στιγμή της ενάρξεως αυτής, ως να μη διέβαινεν ο χρόνος, ως η εικών του αυνανισμού της ωραίας αυνανιζομένης Εψης Εψιλον να έμενεν αποκεκρυσταλλωμένη εν τη σάλα του βρυξελλώδους Μεγάρου. Οι πέριξ αυτής ψώλωνες ετρωγόπινον του σκασμού, λαμβάνοντες άφθονα και υψηλής γαστριμαργίας φαγητά και ποτά εκ τραπεζών εστολισμένων με άνθη, αναμένοντες το ευτυχές γεγονός του πέρατος του αυτοερωτισμού και της πλήρους διεγέρσεως της ωραίας μαρκησίας, ωσεί παρόντες. Τουτέστιν, ουδείς απετόλμα ούτε να φαντασθεί καν να ενοχλήσει την ωραίαν, έστω λέγοντας «μα τι κάνεις κυρά μου τόσα χρόνια; Μπετόν έγινε ο ψώλων μου πια!» και ο χρόνος εκυλούσεν ομαλώς και αδιαταράκτως, έως την στιγμήν όπου η ωραία Εψη Εψιλον έχυσεν επιτέλους, αλλά εν πλήρει σιγή. Ουδείς αντελήφθη εγκαίρως το πέρας του αυνανισμού και το υγρόν του Κόλπου έρρευσεν εν τοσαύτη αφθονίη, ώστε επλημμύρισεν την σάλαν του βρυξελλώδους Μεγάρου και οι ψώλωνες εσυρρικνώθησαν εν τω άμα. Αι σκελέαι παντός τύπου και χρωματισμού, έτρεχον και δεν έφθανον ουδεμού πανικόβλητοι, αι τράπεζαι αναποδογυρίστηκαν, τα φαγητά και τα ποτά υψηλής γαστριμαργίας επέπλεον επί τω αφρί και, εν τέλει, άπαντες επνίγησαν, εκτός της ωραίας Εψης η οποία ανεδύθη ως νέα Αφροδίτη αναζητώσα νέον περιβάλλον σφριγηλών ψωλώνων.
_______________________
μεταφερθηκε ελαφρως διορθωμενο απο την 1η εγγραφη, που έγινε εδω.