Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιπποτης Larry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιπποτης Larry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14 Ιαν 2024

Η επίσκεψη του Larry -Νο 6

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες οι οποίες μας δυναστεύουν, κάθε τόσο θα ανεβαίνει και απο μια τολμηρή ιστορία. Αργήσαμε, αλλά ελπίζουμε να αποζημειωθείτε. 








_____________________
ΣΗΜ. το εικονίδιο είναι απο τη σειρά επεξεργασμένων φωτογραφιων (2005) με τίτλο "πιπεριά"

23 Σεπ 2011

Ο ιππότης Λάρρυ σε νέες περιπέτειες


Ο Λάρρυ, όταν δεν επεδίδετο εις την προσφιλή του ενασχόλησιν της περιποιήσεως των εξαρτημάτων του γυναικείου σώματος, έπαιζε εις τα Χρηματιστήρια του κόσμου ή έσωζεν εκ της χρεωκοπίας χώρας πτωχάς πλην τιμίας.
_______________
θα γραφεται λίγο λίγο, ένεκεν των εξελίξεων

24 Απρ 2011

Η επίσκεψη του Λάρρυ Νο 33 - Πάσχα εις την Πομερανίαν


«Αγαπητέ χερ Λάρρυ, μου είναι αδύνατον να σας παρακολουθήσω» είπεν η γυναίκα_ντουλάπα, στρέφουσα ολόκληρον τον ευμεγέθη κορμόν της προς το μέρος του ευγενούς ιππότου, όστις έμεινεν χάσκων ωσεί κεραυνόπληκτος. Οι φαιοί έλικες του εγκεφάλου του εδυσκολεύοντο να κατανοήσουν το ποιόν της γυναικός ταύτης, ήτις επέμενεν να τον αποκαλεί με το μπανάλ "χερ", λες και δεν διέκρινεν την ιπποτικήν του διάστασιν ή τουλάχιστον την αργυράν πανοπλίαν, ήντινα είχεν ενδυθεί προς χάριν αυτής.

Προς στιγμήν, ο ευγενής ιππότης διερωτήθει τί άραγε τού συμβαίνει και διατί ηυρέθει εις Πομερανίαν, τοσούτον ο νους του είχεν θολωθεί ώστε να ενθυμείται αμυδρώς και το εαυτού όνομα. «Η γυναίκα αυτή σκάει γάιδαρο» ετόλμησε να ψιθυρίσει όπισθεν των οδόντων του και ακριβώς τότε κατενόησεν την πρόσκλησιν της αδελφής του, όπου σαφώς, μετά μεγίστης σαφήνειας δηλαδή, ήτο αναφερόμενον το δύσκολον της αποστολής αυτού εις την χώραν ταύτην.

Η αδελφή του ιππότου, Ερμιόνη καλουμένη, είχεν ξενιτευθεί εξ απαλών ονύχων εις την ψυχράν χώραν των πομερανών κυνών, υιοθετηθείσα εκ θείου τινός εκ πατρός -εξ αιτίας των οικονομικών δυσκολιών της ευγενούς πλην πτωχής οικογενείας των Λαρρυδών- και υπανδρευθείσα έν άρρεν δείγμα των κατοίκων της χώρας ταύτης. «Μα, τί του βρήκε του μπαγάσα, ως φαίνεται θα γαμεί καλά» είχεν αναφωνήσει ο Λάρρυ άμα τη αναγγελλίη του γάμου της εαυτού αδελφής, ήντινα συνεπάθει σφόδρα και ήτο ανέκαθεν πρόθυμος να θυσιάσει και την ζωήν του ακόμη, προκειμένου να εκπληρώσει τα αδελφικά του καθήκοντα προς αυτήν. Ητο η πρώτη φορά όπου η ωραία και κατάξανθος Ερμιόνη του εζήτει κάτι και αυτό ουχί προς ιδικήν της ευχαρίστησιν αλλά υπέρ της εαυτών πατρίδος. Τουτέστιν, όπως ακριβώς περιέγραφεν εις την επιστολήν ήν είχεν αποστείλει συστημένην εις τον αδελφόν της, ο Λάρρυ εκαλείτο να δαμάσει μίαν αγρίαν πομερανήν γυναίκα, μονοκόμματον ώσπερ ντουλάπαν, η γοητεία της οποίας δυσκόλως απεκαλύπτετο εις τον πάσα ένα. Είχεν αποστείλλει εντός της επιστολής και ωρισμένας εικόνας της γυνής, ώστε ο Λάρρυ να δυνηθεί να την ερωτευθεί, διότι, ως γνωστόν, ο ευγενής ιππότης δύναται να συνευρεθεί μετά γυναικός μόνο εις περίπτωσιν κατά την οποίαν αισθάνεται ερωτευμένος και αυτό η ικετεύουσα αδελφή το εγνώριζεν λίαν καλώς.

Η πομερανή, ήντινα περιέγραφεν η αδελφή εις την επιστολήν, ήτο μία γυνή σκληρά ώσπερ λίθος, με καρδίαν εκ γρανίτου ούτως ειπείν, η οποία ήτο απαραίτητον να μαλακώσει, διότι εκ των αποφάσεων ταύτης εξηρτάτο το παρόν και το μέλλον της πατρίδος των ευγενών ιπποτών. Επειδή ταύτη ηυρίσκετο εις θέσιν υψηλήν, την ανωτάτην θέσιν του άρχοντος δήλα δη, με τας αποφάσεις της ώριζεν τα παρόντα και τα μέλλοντα συμβεί. «Τί βάζουν γυναίκες στις ψηλές θέσεις, δεν ξέρουν ότι η γυνή συνεχίζει να μαγειρεύει και εκτός κουζίνας;» διερωτήθει ο Λάρρυ άμα τη αναγνώσει της επιστολής, δεδομένου ότι ουδόλως κατείχεν την πολιτικήν και οικονομικήν, επιστήμας αχρειάστους δι ένα ιππότην του διαμετρήματός του. Εχων εμπιστοσύνην εις την κρίσιν της αδελφής του Ερμιόνης, εγυάλισεν την αργυράν αυτού πανοπλίαν ομού με την περικεφαλαίαν -έβαλε τα μεγάλα μέσα, δηλαδή- και εξεκίνησεν για το μακρινό ταξίδι ιππεύων τον εαυτού ίππον, διότι «ιππότης άνευ ίππου, σκορδαλιά χωρίς σκόρδο εστί» όπως έλεγε η σεβασμία και πάνσοφος μάμμη αυτού.

Βέβαιος ότι θα επροξένει τεραστίαν εντύπωσιν εις τους αγρίους πομερανούς, είς ιππότης ούτως ειπείν εντελώς αυθεντικός και αργυροενδεδυμένος τεμάχια μετάλλου -γκλιν γκλαν τιγκιτιγλάν εβρόντα η πανοπλία καλπάζουσα επί του ίππου- ο Λάρρυ εμειδία όπισθεν του λεπτού μύστακος και της καλοκουρεμένης γενιάδος του, ονειρευόμενος το ροδαλόν αιδοίον όν υπέκρυπτε η ντουλαπώδης αγρία μεταξύ των στιβαρών υποστυλωμάτων άτινα πόδια θεωρούνται και έφερεν εις τον νου αυτού διαφόρους μεθόδους εκπορθήσεως της πομερανής. Το ευτύχημα είναι ότι συνέπιπτεν ο εορτασμός του Πάσχα της πατρίδος του με τον εορτασμόν του Πάσχα των αγρίων κατοίκων της περιοχής αυτής του κόσμου και θα ετύγχανον περισσότεραι της μιάς ευκαιρίαι δια συναντήσεις μετ' αυτής, δεδομένου ότι, μελετών το εκτενές βιογραφικόν της, ανεκάλυψεν ότι επρόκειτο περί γυναικός ενθέρμου υποστηρικτρίας των ηθών και των εθίμων, άρα, ίνα τί ουχί και των του Πάσχα;

Η αυτοπεποίθησις του ιππότου όμως, σύντομα ηυρέθει τόσον χθαμαλώς, ίσαμε το ύψος των αστραγάλων -και άντε, το πολύ- την ησθάνετο κατόπιν και της δευτέρας συναντήσεως. «Θα φταίει που έκανε τόσες μέρες νηστεία η καημένη» εσκέφθει ο Λάρρυ, επιμένων εις την ανακάλυψιν του κομβίου όν θα έλυνεν ούτως ειπείν τας αναστολάς της γυναικός και θα του επαρεδίδετο ως ορεκτικόν εις το πιάτον. Διότι, ως γνωστόν επίσης, ο ευγενής ιππότης ουδεπώποτε εφόρμει επί γυναικός, δεν ήτο του ευγενούς του χαρακτήρος μία τοιαύτη βλαχαντερώδης συμπεριφορά, άφηνεν πάντοτε τας γυνάς να του ζητούν και ούτος να ενδίδει απλώς εις τας ορέξεις των. Μετά την αποστομωτικήν δήλωσιν δε, ότι ήτο αδύνατον να τον παρακολουθήσει, ο Λάρρυ ηννόησεν ότι πρόκειται περί ιδιαιτέρως ιδιαζούσης περιπτώσεως και, προκειμένου να κρατήσει γερά τον τίτλον του ικανοτέρου και σφοδροτέρου γαμιά μεταξύ των ιπποτών της γενεάς του, απεφάσισεν να σκεφθεί καλύτερα το πράγμα, όθεν δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα.

Την επομένη πρωίαν, οβελίαι μετά λουκανίκων είχον στηθεί εις τας εξοχάς της Πομερανίας, χώρας ωραίας αν δεν υπήρχον αυταί αι απεχθείς γυναίκες ντουλάπαι, και τα λεπτεπίλεπτα νευρικά σκυλάκια εχοροπήδουν -τσίκιτι τσικ τσακ τσικιτσάκ- άτσαλα προς όλας τα δυνατάς κατευθύνσεις επί του χλοοτάπητος. Ωραίαι νεαραί πομεραναί περιέβρεχον τα στιφογυρίζοντα λουκάνικα μετά μπίρας -«μάλλον ελλείψει λεμονίων», εσκέφθει ο Λάρρυ, όστις, εάν δεν ευρίσκετο εις διατεταγμένη υπηρεσίαν δια το καλόν της πατρίδος, σίγουρα θα είχεν συνευρεθεί με τουλάχιστον δύο δεκάδες από αυτά τα χαριτωμένα θηλυκά δείγματα της πρασίνης χώρας. Οι οφθαλμοί αυτού όμως, ήτο προσηλωμένοι εις την ντουλάπαν, ήτις ανυπομόνως εκοίταζεν τα λουκάνικα να στροβιλίζονται άνωθεν της πυράς.

«Μα, πότε πια θα φάμε;» ερώτησεν ασμένως η πομερανή, αφήνουσα δύο λακκάκια να χαράξουν τας παρειάς αυτής. Ο ιππότης εξεπλάγη ευχαρίστως και έπεσεν παρευθύς κονταροχτυπημένος: είχεν ερωτευθεί τα λακκάκια της!

«Μα, τι επάθατε αγαπητέ χερ Λάρρυ και ταβλιαστήκατε τόσον αποτόμως;» τον ηρώτησεν η πλανεύτρα και ξανάσκασαν τα λακκάκια εκατέρωθεν επί των παρειών.

«Τί είναι αυτό που δεν έπαθα, ωραία μαμζελίτσα, να ρωτάτε. Αχ, τα λακκάκια σας, αχ!» είπεν ο ευγενής ιππότης και ξανάπεσε στα χορτάρια σχεδόν ημιθανής.

«Ω, ελάτε τώρα, πρώτη φορά βλέπετε λακκάκια;» ηπόρησεν η λακκακιούσα.

«Οχι βέβαια, αλλίμονο, λακκάκια καν και καν έχω αντικρύσει, αλλά σαν τα δικά σας... Ω, είναι υπέροχα! τα υπεροχότερα! τα υπεροχότατα!» και, λέγων αυτά, ξανάπεσε τέζα.

Η συνέχεια είναι η ακριβώς αναμενόμενη. Ο ιππότης Λάρρυ συνευρέθη μετά της ντουλαπώδους λακκακιούσης γυναικός -όπισθεν παρακειμένου θάμνου γιγαντιαίων διαστάσεων- ήτις, μετά την ανακάλυψιν της εαυτής κλειτορίδος κατά σθεναράν και επίμονον υπόδειξιν του ευγενούς ιππότου, εξόντωσεν αυτόν γαμικώς, τουτέστιν τον διέλυσεν εις τα εξ ών συνετέθη, που λένε, και κραυγάζουσα συγκλονιζόμενη πατοκόρφως «Ανάστασις! Ανάστασις! Ανάστασις!» εφόρμησεν εν συνεχεία επί των λουκανίκων και εξόντωσε αρκετούς οβελίες εξ αυτών. Ευτυχώς, ενεθυμήθη να προσάγει και ολίγα λουκάνικα εις τον Λάρρυ, όστις -εξακολουθών ευρισκόμενος όπισθεν του θάμνου- προσεπάθει να συγκολλήσει τα τεμάχια της πανοπλίης αυτού ίνα την ενδυθεί εκ νέου, πράγμα όν τον ημπόδισεν να πράξει η -μανιώδης πλέον- πομερανή.

«Τώρα που σε βρήκα, δεν σ' αφήνω λέμε!» του εσφύριξεν εις το ευώνυμον ούς και ο δυστυχής Λάρρυ επανέλαβεν πλειστάκις το μάθημα περί κλειτορίδος, έως ότου τον διεβεβαίωσεν «ευχαριστώ τα μάλα, λατρευτέ μου ιππότα, και ό,τι θελήσεις εις την διάθεσίν σου, η καρδία μου, η χώρα μου, η κλειτορίς μου, οι τράπεζές μου σοί ανήκουν» μη αφήνουσα αυτόν να ολοκληρώσει την γνωστήν του φράσιν μεθ' ής εξέφραζεν συνήθως την ιδικήν του ευαρέσκειαν, τουτέστιν «δούλος σας κυρία μου».

Ητο γραπτόν, λοιπόν, να λήξει τόσον ευχάριστα εκείνο το Πάσχα εις την μακρινήν Πομερανίαν. Η αδελφή Ερμιόνη ήτο πασίχαρις, όλο «μπράβο αδελφούλη μου, μας διέσωσες, η πατρίς θα ευγνωμονεί σε εις τους αιώνας» έλεγε και ξανάλεγε χοροπηδώσα ως δορκάς πέριξ αυτού. Η αγρία πομερανή είχεν επιτέλους εξημερωθεί, είχεν δαμασθεί εξ ολοκλήρου, και το μέλλον προδιεγράφετο τέλειον. Τόσον τέλειον ώσπερ η κούπα ήν εδώρησεν εις τον ευγενή ιππότην λέγουσα χαριτολογούσα με τα λακκάκια της να ανοιγοκλείνουν ολορόδινα εις τας ερωτικώς διεγερθείσας παρειάς αυτής: «Την έχω φτιάξει με τα χεράκια μου, είναι η αυτοπροσωπογραφία μου, καλέ μου ιππότα, δεν ομοιάζω με σκυλάκι;»
________________________
ΣΗΜ.1. φωτογραφία της κούπας επισυνάπτεται εις την παρούσαν ανάρτησιν, δια του λόγου το αληθές. Την απέστειλεν εις εμέ διαδικτυακώς η αδελφή του ιππότου Ερμιόνη, η οποία είναι φίλη μου στο facebook -και στο twitter άμα λάχει.
ΣΗΜ.2. κατά τα άλλα, ούτε'γώ ήμουν εκεί, ούτε σεις να το πιστέψετε. Καλή Ανάσταση πάντως!
ΣΗΜ.3. άλλες ιστορίες του ιππότη Λάρρυ θα βρείτε εδώ, καθώς επίσης υπάρχουν και δύο εξ αυτών τυπωμένες στο διασκεδαστικό βιβλιαράκι "Fortune Cookies II", εκδόσεις ΑΜΟΝΙ (βλ. προηγ. σύνδεσμο).

11 Μαΐ 2010

"Fortune Cookies II" - Ενα βιβλιαράκι για δίπλα στο μαξιλάρι


Εχμ.. γραφω και'γω εκει μεσα.. δυο απο τις ιστοριες του ιππότη Λάρρυ. Δυστυχώς -ή.. ευτυχώς!- αυτές διάλεξε ο εκδότης. Ετσι, κινδυνεύω να ταυτιστώ με την εικόνα μιας πορνοσυγγραφέως ελαφρού τύπου... Τι να γίνει; Αφού ο Χρήστος Σιδερής είναι φίλος, ε, να μην υποκύψω;


κλικ! να μεγαλωσει το εξωφυλλο


κλικ! να μεγαλωσει ο χάρτης

Το βιβλιαράκι παρουσιάζεται:

ΤΕΤΑΡΤΗ 12 ΜΑΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ) ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ*
ΣΑΒΒΑΤΟ 15 ΜΑΙΟΥ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΣ
* (βλ. χαρτη)

Ελπίζουμε να παραβρεθείτε!
_______________________
ΣΗΜ. οποιος θελει, μπορει να το προμηθευτει και απο μενα -με αφιερωση, εννοειται!
-->> σχετικό ποστ ανέβηκε και εδώ

26 Ιουλ 2006

Η επίσκεψη του Larry -Νο 5

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες οι οποίες μας δυναστεύουν, κάθε τόσο θα ανεβαίνει και απο μια τολμηρή ιστορία. Αργήσαμε, αλλά ελπίζουμε να αποζημειωθείτε.


Ο ιππότης Λάρρυ έκειτο μεταξύ δύο βατραχωδών κυριών της υψηλής κοινωνίας της πολιτείας των Επιδαυρείων, ήν είχεν επισκεφθεί μετά πάσης προσμονής, εντός του πλαισίου προγραμματισθείσης εξορμήσεως αυτού εν τη υπαίθρω. Οι αρωματικοί πόδες του εξείχον του ημιδίπλου διβανίου, το οποίον ήτο μάλλον ημί παρά διπλούν. Η απόλυτος ανάγκη ύπνου και οριζοντιώσεως, δεν εξετάζει τα μήκη και τα πλάτη των διβανίων, ούτω ο ανθεκτικός ιππότης ήτο πλήρως δεδικαιολογημένος -δεν ηδύνατο να πράξει αλλέως πως, τοσαύτη εξουθένωσις απαιτεί ξάπλαν.

Η εξουθένωσις ήτο επόμενον να συμβεί, ακόμη και εις ένα ιππότην με νεύρα εξ ατσαλοσύρματος, όπως ο Λάρρυ εσυνήθιζεν καυχώμενος, ένεκα της θυελλώδους νυκτός ήτις είχεν προηγηθεί μετά των βατραχωδών γυναικών.

Αι γυναίκες αύται, ως γνωστόν, διατηρούν ορμάς πέραν του δέοντος ισχυράς και εξακοντίζουν ταύτας εναντίον των ανδρών οίτινες τολμούν να πλησιάζουν αυτάς εντός ακτίνος μικροτέρας των τριών χιλιομέτρων. Καλούνται δε «βατραχώδεις» διότι τα άκρα αυτών επικρέμανται -ούτως ειπείν- εκατέρωθεν των πλευρών ενός σώματος διεσταλμένου εκ των υπερβολικών συσσωρευμένων λιπών, άτινα συνωθούνται πέριξ της περιοχής άλλοτε ποτέ μέσης καλουμένης. Τουτέστιν, αι βατραχώδεις κυρίαι διαθέτουν τεραστίαν μπάκαν και τύφλα νά 'χουν έμπροσθέν των οι φουσκωτοί στόμαχοι των ανδρών μπιροποτών.

Βεβαίως, δικαιολογούν την τοιαύτην παραίτησίν των από της εκγυμνάσεως του σώματός των και την άφεσιν αυτού ερμαίου εις την ηδονήν της λαιμαργίας, λέγουσαι ότι η μπάκα είναι τάχατες αποθήκη ορμονών των οποίων η έλλειψις αποκαθίσταται τοιουτοτρόπως και προφυλλάσσει ούτωπως αυτάς από ατυχήματα προερχόμενα εξ οστεοπωρώσεως. Τουτέστιν, τρίχες. Αι βατραχώδεις κυρίαι είναι, μηδεμιάς εξαιρουμένης, απλώς και μόνον λαίμαργαι και οκνηραί πέραν του δέοντος. Καταβροχθίζουν τον αγλέορα και, εντός της φοβερής των λαιμαργίας, θα ηδύναντο να χάψουν ακόμη και αμνόν προ της σφαγής, πόσω μάλλον ένα άνδρα της γνωστής λεπτότητος και ψυχικής ευαισθησίας του ιππότου Λάρρυ.

Την προηγηθείσαν νύκτα επότισαν αυτόν πλήθος οινούχων σερμπετίων, παρουσιάζουσαι αυτά ως βυσσινάδαν, και ο τάλας ιππότης έπιε αυτά επιθυμών να συμβαδίσει με τας συνηθείας της υψηλής κοινωνίας. Δια πρώτην φοράν –και τελευταίαν, ηύχετο τώρα- κατά την διάρκειαν του βίου του, είχεν επισκεφθεί την πολιτείαν αυτήν, την και των Επιδαυρείων καλουμένην, εν τη επιθυμία του να γνωρίσει τας φυσικάς καλλονάς της πατρίδος αυτού. Αντί δια φυσικάς καλλονάς όμως, είχεν επιπέσει εντός του βαθέως λάκκου, όν αι κυρίαι είχον υποσκάψει μετά πάσης προσοχής, δήλα δη είχεν ευρεθεί αυτομάτως ενώπιον δύο φυσικών τεράτων χωρίς να το πάρει ουδόλως χαμπάρι.

Οποία η αγαλλίασις των δύο γυναικών, την στιγμήν κατά την οποίαν ο ευγενής και ευαίσθητος ιππότης Λάρρυ ηυρέθη κάτωχρος επί του δαπέδου της σάλας με τα τρία ανάκλιντρα, τα κεκαλυμμένα υπό βαρυτίμων υφασμάτων εκ βελούδου καθώς και υπό απαλών υπαυχενίων παραγεμισμένων με πτίλα νήσσης. Ο Λάρρυ, αν και εκάθητο επί της πολυθρόνας, αρκούντως μακράν των ανακλίντρων επί των οποίων άπλωναν αι βατραχώδεις κυρίαι την αρίδα των, μετά την αθέλητον οινοποσίαν είχεν γλιστρήσει -ούτως ειπείν- ένεκα η έντονος ζαλάδα και το σώμα αυτού είχεν ευρεθεί κυλιόμενον αργά επί του δαπέδου της σάλας.

Αι κυρίαι, άνευ δισταγμού, παρέλαβον αυτόν και εξέδυσάν τον εκ της αργυράς του πανοπλίας λίαν προσεκτικώς μη τυχόν και ξυπνήσει. Ευτυχώς, είχεν προνοήσει να ενδυθεί την αργυράν πανοπλίαν, ήτις ουδόλως έτριζεν, ίνα εντυπωσιάσει τας κυρίας της υψηλής κοινωνίας της πολιτείας των Επιδαυρείων, αίτινες είχον την ευγενή καλωσύνην να τον προσκαλεσωσιν ίνα δειπνήσουν ομού και οι τρεις έν τινι εστιατορίω. Αντί εστιατορίου όμως, αι πονηραί αύται είχον καταφέρει -με τα σεις και με τα σας- να ξενηστικώσουν και να ποτίσουν οίνον τον ιππότην, με δολίαν πρόθεσιν ίνα επί τέλους γαμηθώσιν υπ’ αυτού. Ως γνωστόν, ο ιππότης Λάρρυ είναι κτήτωρ της φοβεροτέρας, ωραιοτέρας και πλέον ντούρας ψωλής των Βαλκανίων, πιθανότατα δε και της Ευρώπης, ίσως και ολοκλήρου της Υφηλίου.

Ο δόλος των κυριών προήρχετο ασφαλώς εκ της ανασφαλείας των αλλά και εκ της αγνοίας των περί της ευγενεστάτης φύσεως του ιππότου, όστις ουδέποτε είχεν αρνηθεί να γαμήσει μίαν κυρίαν, ακόμη και βατραχώδη. Όχι βεβαίως πως ηυχαριστείτο την συνουσίαν μετά τινος απαισίας γυναικός -τρόπος του λέγειν απαισίας, διότι ο Λάρρυ εύρισκεν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας θεσπεσίας αιθερίας υπάρξεις και η γαμιστική του ικανότης ενεργοποιείτο συνήθως μέσω του εγκεφάλου του- αλλά, με το προαναφερθέν τρικ, κατάφερνε να είναι πάντοτε συνεπής και υπέρλαμπρος εραστής. Αι βατραχώδεις κυρίαι δεν εγνώριζον την ικανότητα ταύτην του ιππότου, όθεν έπραξαν ως έπραξαν και, φυσικά, έχασαν εφ’ όσον δεν ηδυνήθησαν να απολαύσουν τας ορμάς αυτού πλήρεις ενεργητικότητος αλλά λίαν αποδεδυναμωμένας, την στιγμήν κατά την οποίαν ούτος ηυρίσκετο σχεδόν εκτός εαυτού -ίπτατο επί των νεφών του αλκοόλ.

Αφού εξέδυσον τον θαυμαστόν ιππότην με την διάσημον δια την υπεροχήν της ψωλήν, επέπεσον η μία μεν επί του ευρέως αυτού στέρνου, η δε ετέρα επί της περιοχής κάτωθεν της κοιλιακής χώρας και ενηλλάσσοντο κάθε τρεις και λίγο, τουτέστιν μία πάνω και μία κάτω και ο ιππότης σχεδόν αναίσθητος παρηκολούθη τον εκμαυλισμόν αυτού ως επί τρισδιαστάτου οθόνης. Απασα η ποσότης του οίνου εξεχύθη ωσεί σπέρμα εντός των άνω και κάτω γυναικείων χειλέων και, κατόπιν του πλήρους ξεζουμίσματος, ούτως ειπείν, έσυραν αι δύο μαινάδες το ισχνόν του δέμας επί του ημιδίπλου διβανίου επί του οποίου ηυρέθη εξυπνών την επομένην πρωΐαν.

Ετάνυσεν τους μύες, ήπλωσεν χείρας και πόδας, το σώμα όμως του ιππότου ηρνείτο επιμόνως να υπακούσει την εντολήν του κυρίου του ίνα εκτιναχθεί εκ του διβανίου και απέμενεν ως να ήτο προσδεδεμένον με σιδηράς αλυσίδας επ’ αυτού. Αι βατραχώδεις κυρίαι εκοιμώντο τον ύπνον του δικαίου, μία εκ δεξιών και μία εξ ευωνύμων, αφήνουσαι ισχυράς εκπνοάς καθώς επίσης επέρδοντο υποκώφως, πράγμα το οποίον απεδείκνυε τον κορεσμόν των ορέξεών των διαρκείας τουλάχιστον τριμήνου. Ο ευγενής ιππότης, αν και δεν ήθελεν ταράξει τον ύπνον αυτών, ησθάνθη μετά τρόμου ισχυράν ξηρασίαν εντός του στόματος και εξέβαλλεν κραυγήν:

- Λίγο νερό! Λίγο νερό!

Αι κυρίαι ανεσήκωσαν τους, ωσεί δρύς, κορμούς των και η μία εξ αυτών έτρεξεν ίνα προσκομίσει μεγάλους αμφορείς πλήρεις ψυχρού ύδατος ίνα δροσίσει τα χείλη του ιππότου, ά εφίλη εμπαθώς την προτεραίαν. Η ετέρα, ανεσήκωσεν μετά προσοχής και τρυφερότητος την κεφαλήν αυτού, μη πνιγεί κιόλας ο έρμος, και προσέφερεν εις αυτόν το ύδωρ εντός ποτηρίου εκ κρυστάλλου Βοημίας περιτέχνως εσκαλισμένου. Τοσαύτη ήτο η ανάγκη του ιππότου να ξεδιψάσει, ώστε το περισσότερον ύδωρ εχύνετο εκτός των χειλέων αυτού.

Εντέλει, εξεδίψασεν και ανεκάθισεν επί του διβανίου διερωτώμενος πώς ηυρέθη επ’ αυτού και μάλιστα εντελώς γυμνός. Αι κυρίαι έδωσαν ικανάς εξηγήσεις ώστε να αντιληφθεί τι ακριβώς είχεν συμβεί και ο ιππότης Λάρρυ, προσποιούμενος τον απαθή, εζήτησεν πλουσιοπάροχον πρόγευμα όν μετά χαράς του προσεφέρθη. Απήλαυσεν τούτον καθήμενος επί του διβανίου χωρίς να ενδυθεί, σκεπτόμενος παραλλήλως μικράν αναίμακτον εκδίκησιν ήτις θα προσέφερεν ικανοποίησιν εις τον ίδιον αλλά και θα έδιδεν μάθημά τι εις τας βατραχώδεις κυρίας. Κατόπιν, μόλις ντερλίκωσε και ησθάνθη εκ νέου ντούρος και ισχυρός, ήρπαξεν και τας δύο ομού εκ των μακριών τριχών της ξανθής κεχρωσμένης κόμης των και τας ετίναξεν επί του δαπέδου.

- Τώρα θα ιδείτε τι θα πάθετε αποτρόπαια γύναια του συρμού! Εκραύγασεν στεντορίως, μια και δεν ήξερε να βρίζει εκτενέστερα.

Αι βατραχώδεις κυρίαι είχον την ευχάριστον έκπληξιν να δεχθώσιν πολλαπλάς εφαρμογάς του υπερμεγέθους ψώλωνος, όστις δεν εβαρύνετο εις το ελάχιστον να τας γαμεί εναλλάξ και επί τα αυτά. Η συνεύρεσις ήτο απολύτως άηχος και, ενώ πιθανώτατα εις ετέραν περίπτωσιν θα ηδύνατό τις να φαντασθεί ότι θα εκυριάρχουν κραυγαί όπως «πάρε και τούτη, πάρε και κείνη και αχ, πασάκα μ' τι μου κάνεις και τι σου κάνω μάνα μ'», δεν ηκούγετο κιχ.

Μετά το πέρας της, τρόπον τινά, εκδικητικής συνουσίας -όσον μία συνεύρεσις δύναται να χαρακτηρισθεί ούτωπως- αι κυρίαι εκείτοντο σχεδόν άπνοες επί του δαπέδου, πλήρεις φαιών μωλώπων επί των μηρών των, ενώ ο ιππότης Λάρρυ ενεδύετο την αργυράν αυτού πανοπλίαν σιγοσφυρίζων ασμάτιόν τι, πανέτοιμος δι αναχώρησιν εκ της μικράς πολιτείας των Επιδαυρείων. Τοσούτον μικράς, ώστε θα εδυσκολεύετο εις το μέλλον να την ανακαλύψη εκ νέου εις τον γεωγραφικόν χάρτην της πατρίδος του. Αι κυρίαι παραμένουσιν εισέτι άπνοες και άφωναι. Ας πρόσεχαν!


1 Μαρ 2006

Η επίσκεψη του Larry -Νο 3

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες οι οποίες μας δυναστεύουν, κάθε μήνα θα ανεβαίνει και απο μια τολμηρή ιστορία. Επειδή κατά το μήνα Φλεβάρη δεν αναρτήσαμε, η επόμενη ιστορία θα αναρτηθεί το τελευταίο Σάββατο του Μάρτη.


Ο ιππότης Λάρρυ, είς ανήρ ευρισκόμενος πάντοτε εν πλήρει ετοιμότητι δι ερωτικάς περιπετείας, ηγέρθη εκ της κλίνης αυτού κατόπιν ύπνου βαθέως και πλήρους ονείρων τε και ονειρώξεων. Τα ενύπνια άτινα επεσκέπτοντο αυτόν κατά την διάρκειαν της νυκτός διήγειρον συνήθως την ευμεγέθη ψωλήν του, ήντινα κατεπράϋνεν με ελαφράς τοπικάς μαλάξεις, άμα τη εγέρσει αυτού.

Σήμερον όμως, το όργανον της ηδονής ηρνείτο επιμόνως να καταπραϋνθή. Ιστατο ως κεντρικόν κατάρτι πλεούσης πλησιστίου ποντοπόρου σκούνας, έχον μεταμορφώσει τα σκεπάσματα της κλίνης του εις πέλαγος, ούτως ειπείν. Τούτον βεβαίως ωφείλετο εις το ενύπνιον, όν ήτο καλώς εγκατεστημένον εντός του εγκεφάλου του, μη δυνάμενον να εγκαταλείψει την φαιάν ουσίαν εξ ής ετρέφετο. Ηυρίσκετο είς τινα εγκεφαλικήν έλικα εσφηνωμένον, ελλοχεύον επιμόνως, ούτως ώστε να ορμήσει δριμύτερον, εις την παραμικράν χαλάρωσιν των βλεφάρων, επαναφέρον τον ιππότην εις τα χλοερά τοπία μυριάδων ανθισμένων πριγκηπικών αιδοίων.

Ισως είπει τις «τι τάχα να έχωσιν τα πριγκηπικά αιδοία, όν εκ τών λοιπών απουσιάζει» αλλά εις την ερώτησιν αύτην μόνον ο ιππότης Λάρρυ δύναται να απαντήσει. Διότι ο Λάρρυ είχεν τεραστίαν γαμιστικήν πείραν. Μυριάδας αιδοίων, καν και καν, είχεν επισκεφθεί ο μεγαλοπρεπής του ψώλος κατά την διάρκειαν του βίου του. Εγνώριζεν λοιπόν πολύ καλώς ότι έν πριγκηπικόν αιδοίον είναι -πρώτον και κύριον- μοσχομυριστόν. Αλλωστε, το δέρμα των πριγκήπων ευωδιάζει ούτως ή άλλως, πόσον μάλλον τα αιδοία των πριγκηπισσών, αι οποίαι άλλο τι δεν κάμνουν από του να τα περιποιούνται ανελλιπώς κατά την διάρκειαν της ημέρας, πολλάκις δε και της νυκτός.

Το ενύπνιον όν παρετήρει διαρκούντος του ύπνου του ο Λάρρυ, ήτο είς θαυμαστός τόπος επί του οποίου, αντί ανθέων, ήνθιζον πλείστα όσα αιδοία, άτινα ήσαν πολύχρωμα και διαφόρων μεγεθών. Μικρούτσικα ροδαλά και γαλαζωπά, σε τόνους απαλούς, αλλά και κατακόκκινα και μπλαβιά με τόσον έντονον χρώμα, ώστε να νομίζει τις ότι είναι έτοιμα να εκραγούν. Ταύτα δε όλα ευρίσκοντο εμφυτευμένα εν μέσω μουνοτριχών κυματιστών, ξανθών ως επί το πλείστον αλλά και καστανών και μελανών και χρωματιστών. Το εντελώς παράλογον της υποθέσεως είναι ότι αντί μίσχων τα αιδοία είχον χείρας με λεπτά δάκτυλα, άτινα εκράτουν κτένας πολυχρώμους επίσης και εκτένιζον τας περιβαλλούσας αυτά τρίχας.

Εκάστη χείρ εκτένιζεν μετά μεγίστης προσοχής, ουχί μόνον το αυτής αιδοίον, αλλά και τον περίγυρον αυτού, πότε πότε δε ηπλώνετο μακράν, μέχρις ότου φθάσει αιδοίον τι γειτονικόν, το οποίον περιεποιείτο επίσης μετά προσοχής. Ο ιππότης Λάρρυ ίστατο εν τω μέσω του παραμυθένιου, ούτως ειπείν, τούτου αιδοιοκόσμου πιέζων τον ψώλον αυτού, όστις επεθύμει σφόδρα να εκσφενδονισθεί ως πύραυλος. Το μόνον το οποίον τον εμπόδιζεν ήτο η αδυναμία εκλογής συγκεκριμμένης κατευθύνσεως. Δεν ηδύνατο δήλα δή να επιλέξει ποίον αιδοίον να γαμήσει πρώτον, τουτέστιν από ποίον αιδοίον να εκκινήσει τας γαμικάς του ασκήσεις.

Ο νους του έφερεν απείρους σπειροειδείς περιστροφάς χωρίς να δύναται να λάβει οριστικήν απόφασιν και, ήτο πλέον ή βέβαιον ότι θα παρεννόει εντελώς εάν δεν έδιδεν την έγκαιρον λύσιν το ξυπνητήρι, το οποίον ήρχισεν να λαλεί μανιωδώς, επί του παρακειμένου κομοδίνου ευρισκόμενον. Η ευώνυμος χείρ του ιππότου ηπλώθει χαλαρώς ως δια να χαϊδέψει αιδοίον τι, συνήντησεν όμως την αδράν επιφάνειαν του ξυπνητηριού ήτις τον επανέφερεν εις την ωμήν πραγματικότητα, όπου τα πριγκηπικά αιδοία σπανίζουν.

Προσεπάθησεν, είναι η αλήθεια, να επανέλθει εις την προτέραν κατάστασιν, αυτήν του ύπνου. Ο εγκέφαλός του όμως, όστις επεθύμει σφόδρα να απαλλαγεί του παρασίτου όν είχεν εμπλακεί εις την φαιάν του ουσίαν, τουτέστιν να εκδιώξει το ενύπνιον κακήν κακώς, τον ηγνόησεν επιδεικτικώς. Ούτω, ο Λάρρυ ηναγκάσθη επι τέλους να εγερθεί. Ηρπασεν έν λινόν προσόψιον και κατηυθύνθη προς το λουτρόν ένθα κατεσίγασεν εντός της λεκάνης την πρωϊνήν του έγερσιν, κατά τι πλουσιωτέραν κατά την ποσότητα της συνήθους.

Φρεσκολουσμένος και ενδεδυμένος εν ιαπωνικόν ελαφρύ ένδυμα, το και κιμονό επονομαζόμενον, κατηυθύνθη προς την εστίαν ίνα παρασκευάση ρόφημά τι εκ φύλλων τιλιάς, το γνωστόν τοις πάσι φλαμούρι. Το ρόφημα τούτον είναι εξαίρετον καταπραϋντικόν και ο ιππότης το εχρειάζετο αδιαμφιβόλως, κατόπιν του εξόχως διεγερτικού ενυπνίου. Συνήθως απελάμβανε ένα στιγμιαίον καφέν ώστε να διεγείρη την ψωλήν του, σήμερον όμως αύτη απήτει κατευνασμόν αντί διεγέρσεως. Ετοποθέτησεν το ρόφημα εις εν κύπελον εκ λεπτής πορσελάνης και εκάθησεν επί τινος ανακλίντρου και ερέμβαζεν. Η όψις του απέπνεεν μυστηριώδη συναισθήματα, δεδομένου ότι οι οφθαλμοί του ευρίσκοντο σχεδόν εκτός των κογχών των.

Εξαίφνης, εξετινάχθη αποτόμως. Το τηλέφωνον ήρχισεν ηχόν εκκωφαντικώς. «Ποίος με ενεθυμήθη πρωΐ πρωΐ» επρόφθασε να σκεφθεί και έλαβεν το ακουστικόν λέγων μετά μεγίστης ευγενείας:

- Παρακαλώ...
- Ο ιππότης Λάρρυ; Ηκούσθη λεπτής χροιάς φωνούλα.
- Ο ίδιος, αυτοπροσώπως. Απήντησεν ο ιππότης.
- Εδώ πριγκήπισσα Λενώρα. Θα ηδύνασθο αγαπητέ να έλθετε σήμερον ίνα γευματίσωμεν ομού;
- Βεβαίως υψηλοτάτη! Δούλος σας! Απήντησεν ο Λάρρυ, συγκρατών μετά κόπου το δέμας αυτού, ίνα μη σωριασθή επί του τάπητος.
- Ω! Δεν γνωρίζετε οποίαν χαράν μου δίδετε ιππότα! Κατά τας δύο είναι καλά; Μήπως επιθυμείτε ενωρίτερον; Ηκούσθη λέγουσα η λεπτή αρωματική φωνούλα -πριγκηπική γαρ.
- Ομορφα! Δύο ακριβώς θα ευρίσκομαι εις τα ανάκτορα.
- Μη κάμνετε τον κόπον αγαπητέ ιππότα, θα στείλω την προσωπικήν μου άμαξαν να σας μεταφέρει. Να ευρίσκεσθε δύο παρά είκοσιν έμπροσθεν της οικίας υμών.
- Ω, υψηλοτάτη! Οποία τιμή δι εμέ τον πτωχόν ιππότην!
- Ουδεμία τιμή είναι αρκετή δια το πρόσωπόν σας, πιστέ μου Λάρρυ. Θα ηδυνάμην να στείλω να σας μεταφέρουν και εκ του Βορείου Πόλου... Δύο παρά είκοσιν ακριβώς, έτσι;
- Ναι, βεβαίως.. δύο παρά είκοσιν ακριβ...

Πριν αποτελειώσει την φράσιν του ο ιππότης, η πριγκήπισσα Λενώρα -κλατς!- έκλεισεν το ακουστικόν. Το κλείσιμο του ακουστικού κατάμουτρα του συνομιλητού είναι το μόνον πριγκηπικόν ελάττωμα, δια τούτο και συγχωρητέον, εσκέφθη πάραυτα ο Λάρρυ, όστις εσχημάτισεν αυτομάτως τον αριθμόν του φενακοποιού του ίνα βελτιώσει την εμφάνισιν της κόμης και του λεπτού μύστακός του.

Εις αυτό το σημείον δυνάμεθα να παραλείψωμεν τα του θεσπεσίου γεύματος, άλλωστε, λίγο-πολύ, όλοι γνωρίζουν τι περιλαμβάνει έν πριγκηπικόν γεύμα. Εκείνον το οποίον έχει ενδιαφέρον είναι το επακόλουθον του γεύματος, εκείνον όν διημείφθη κατόπιν δήλα δή, μεταξύ του ιππότου και της πριγκηπίσσης. Αμα τη λήξει του γεύματος και την αποχώρησιν των σερβιτόρων, η πριγκήπισσα Λενώρα απώλεσεν πάσαν αιδημοσύνην και ήρθη κραδαίνουσα τας δαγκάνας του αστακού, του οποίου είχεν μόλις απολαύσει την σάρκαν, και εφώρμησεν επί των γονάτων του ιππότου. Με την μίαν εκ των δαγκανών εγαργάλη το ευώνυμον ούς αυτού και με την ετέραν τον μύστακά του, ψιθυρίζουσα:

- Τώρα αγοράκι, οι δυο μας! Τι θα μου κάνεις; Θα παίξεις με το μουνάκι μου; Θα μου το γαργαλίσεις με το μουστακάκι σου;
- Ω, αγαπητή.. ω, υψηλοτάτη Λενώρα...
- Ω, Λάρρυ, αφήστε τα σεις και τα σας... τώρα είμεθα δύο ανθρώπινα όντα λιμασμένα δια έρωτα... τίποτε περισσότερον...
- Μα...
- Δεν έχει μα και ξεμά, ορμήστε μου Λάρρυ και ξεσκίστε με! Δικαιώσατε την φήμην υμών. Επί τέλους, φθάνουν αι ευγένειαι. Αρκετά.

Ο ιππότης εκράτει ακόμη το ποτήριόν του πλήρες οίνου ξανθού και ευόσμου και ολίγον έλειψεν να καταβρέξει την πανοπλίαν αυτού. Το εγκατέλειψεν με όσην προσοχήν ημπόρει επί της τραπέζης και εφώρμησεν επί των ασθενικών πριγκηπικών βυζιών. Τι να ζουλήξει από αυτά, τα ελαχίστου μεγέθους βυζάκια, χωρίς να φοβείται ότι θα τα βλάψει; Εμπροσθεν όμως της σφοδράς επιθυμίας της μανιώδους πριγκηπίσσης, ήρχισεν μαλάζων ταύτα κατά το δυνατόν.

Εφούσκωσαν αι ρόγες και εσκληρύνθησαν ως ώριμαι φράουλαι, εφούσκωσαν και τα βυζάκια ολόκληρα και απέκτησαν χρώμα ρόδινον. Μετεμορφώθησαν ως λοφίσκοι όπισθεν των οποίων χάραζεν ροδόχρους η αυγή. Ο ιππότης εγαργάλιζεν τα όμορφα πρώην καχεκτικά στηθάκια με τον λεπτόν του μύστακα, τον άρτι περιεποιηθέντα υπό του φενακοποιού. Η πριγκήπισσα εξέβαλλεν κάθε τόσον μικράς κραυγάς χαράς καί τινα γελάκια κεχαριτωμένα, λικνίζουσα τον κορμόν αυτής δεξιά και αριστερά ξεφεύγουσα δήθεν του απειλητικού μύστακος. Ο Λάρρυ είχεν τοσούτον καυλώσει ώστε μετά κόπου συνεκρατείτο ίνα μη της τον χώσει αποτόμως. Αι πριγκήπισσαι δεν αγαπούν τα παθιασμένα γαμήσια, αυτό το εγνώριζεν καλώς.

Η Λενώρα όμως, αν και ήτο πριγκήπισσα, εξακριβωμένο αυτό, εφαίνετο απολαμβάνουσα την ιπποτικήν ορμήν και ωδήγει την χείρα του ανδρός προς τα χαμηλώτερα σημεία.

- Ω, ελάτε Λάρρυ, ελάτε πλέον. Ολο με τα βυζάκια μου θα παίζετε; Παίξτε και με κάτι τι άλλο!
- Λενώρα.. ω.. Λενώρα.. Μανάρι μου.. Μουνάρα μου.. Πες μου τι να σου κάνω τώρα..
- Να με γαμήσεις επί τέλους αγορίνα μου! Να με γαμήσεις ψωλαρά μου!

Εφώναξεν η πριγκήπισσα τόσον, ώστε θα ηδύνατο να ακουσθεί και εκτός του περιβόλου των ανακτόρων. Ο Λάρρυ προσεπάθησεν να φράξει δια της χειρός του τα χείλη αυτής, αλλά κατενόησεν εγκαίρως ότι κατά την διάρκειαν μίας τοιαύτης διεγέρσεως αι αισθήσεις είναι άκρως ωξυμέναι και, ως εκ τούτου, και ο ψίθυρος ομοιάζει με κραυγήν, οπότε εγκατέλειψεν την προσπάθειαν αποφράξεως της φωνητικής οδού της πριγκηπίσσης και, αποβάλλων πάσαν αιδώ, άρπαξεν το κάθυγρον μουνί της πρώτα με τα δάκτυλα της δεξιάς χειρός του και κατόπιν με τα ακονισμένα άκρα των οδόντων του.

Η πριγκήπισσα Λενώρα έκειτο τώρα εις υπτίαν στάσιν επί της τραπέζης, όπου ευρίσκοντο ακόμη τα κενά σκεύη του προηγηθέντος γεύματος. Οι ερασταί, εις έν διάλειμμα του επικρατούντος πάθους των, είχον την πρόνοιαν να τραβήξωσι το λινόν κατάλευκον τραπεζομάνδηλον, απελευθερώνοντες ούτωπως το ήμισυ της ξυλίνης εκ δρυός επιφανείας. Η κόμη της πριγκηπίσσης είχεν βυθιστεί εντός της κενής, ευτυχώς, σουπιέρας και τα άκρα των ποδών της εξείχον του πέρατος της τραπέζης από του γόνατος και πέραν. Ακριβώς εις την ακμήν ηυρέθη το μουνί αυτής, όν περιεποιείτο ο ιππότης μετά δακτύλων, μύστακος και γλώττης, χωρίς να καταβάλλει ιδιαιτέραν προσπάθειαν.

Μμμμμ... και μμμμ... εμούγκριζεν ούτος, αφήνων την ασθμαίνουσαν αναπνοήν του εκπνέουσαν κατά ριπάς επί του πριγκηπικού μυρωδάτου ροδαλού αιδοίου. Εκόντευε να απωλέσει παντελώς τας φρένας αυτού, δια τούτο απέφευγεν σκοπίμως να σκέπτεται με ποίαν γυνήν τυγχάνει συνευρισκόμενος. Η προτροπή της πριγκηπίσσης, να φερθεί δήλα δή προς αύτην ως εις μίαν τυχούσαν γυναίκα, τον διευκόλυνεν εις την μείωσιν του άγχους του. Τοσούτον απηλευθερωμένος ησθάνετο, ώστε ετόλμησεν να σηκώσει το πριγκηπικόν κορμί δράττων αυτό από την οσφύν και την πλάτην και να το φέρει εις θέσιν καθιστήν επί της τραπέζης. Κατόπιν, κυλίων τούτον αργά και σταθερά, το έφερεν επί των γονάτων αυτού και ύστερον επί του περσικού τάπητος ός εσκέπαζεν το δρύϊνον δάπεδον.

Η πριγκήπισσα Λενώρα το λοιπόν, ηυρέθη, δίχως να το πολυκαταλάβει, γονατιστή έμπροσθεν του ιππότου να σμιλεύει με την απαλήν μικράν και αιχμηράν γλώτταν αυτής το υπέροχον θεόρατον όργανον ηδονής του ιππότου, τουτέστιν την ψωλήν του. Ο Λάρρυ εξηκολούθη καθήμενος, σχεδόν αναπαυτικώς. Δεν είχεν πολυμετακινηθεί. Το έπραττεν τούτον σκοπίμως, ίνα μη σπαταλά δυνάμεις αι οποίαι θα του εχρειάζοντο λίαν συντόμως. Πρέπει να αναφερθή οπωσδήποτε ότι οι ερασταί εξηκολούθουν ενδεδυμένοι, αν και κάπως ακατάστατα. Ελαφρώς αναμαλλιασμένοι, με ξεσφιγμένα τα ζωνάρια και ανασηκωμένα μανίκια, ενδεδυμένοι πάντως σχεδόν απολύτως.

Αφού αφήκεν την νέαν να παίξει αρκετά με τον υπερμεγέθη πούτσον αυτού, ός είχεν αποκτήσει τοσούτον μέγεθος όν ο ιππότης αντίκρυζεν δια πρώτην μέχρι τούδε φοράν, απεφάσισεν να δράσει με την γνωστήν μέθοδον αυτού. Ανεσηκώθη αποτόμως εκ του επενδεδυμένου μετά δέρματος καθίσματος, ήρπαξεν την κόμην της πριγκηπίσσης με τρόπον ώστε να μη της προξενήσει τον ελάχιστον πόνον, εκατέβασεν με ορμήν το φόρεμα αυτής από των υπερόχων ώμων μέχρι των αστραγάλων χωρίς να το ξεσχίσει, και ανέστρεψε το απαλόν και χαλαρόν σώμα, ούτως ώστε να ευρεθή η νέα με την κεφαλήν κάτω και τα γόνατα επί των ώμων του ιππότου. Η πριγκήπισσα, ακόμη και εις την δυσμενή θέσιν εις ήν απροσμένως ηυρέθη, εξηκολούθη σμιλεύουσα τον ευμεγέθη ψώλον. Ο Λάρρυ, με την μίαν χείρα επί του ενός ώμου της πριγκηπίσσης και με την άλλην στηρίζων την οσφύν της, εδάγκωνεν όπου του εδίδετο ευκολία. Πότε το υπέροχον ροδαλόν αιδοίον της και πότε τα υπέροχα κωλομέρια.

Κατόπιν, μετ’ ού πολύ, διότι η στάσις αύτη τυγχάνει λίαν κοπιώδης όσον εξησκημένοι και να είναι οι ερασταί, απέθεσεν την γυναίκα ελαφρώς επί του δαπέδου και ήρχισεν εκδυόμενος την πανοπλίαν αυτού. Η πριγκήπισσα, με το βλέμμα ιλαρόν και γλαρόν συνάμα, παρηκολούθη τον ιππότην εκδυόμενον και εθαύμαζεν την τάξιν μεθ’ ής ετακτοποίει τα διάφορα τεμάχια της στολής αυτού επί ενός εκ των καθισμάτων της τραπεζαρίας. Οταν εξεδύθη την πανοπλίαν και απέμεινεν φορών εν κατάλευκον υποκάμισον και μίαν μακράν περισκελίδα εκ λευκού επίσης ερίου, ηγέρθη αύτη, ώρμησεν ως μαινάς, και εξέσχισεν δια των οδόντων αυτής τα εναπομείναντα εσώρουχα του ιππότου. Γυμνοί λοιπόν και οι δύο ερασταί ήρχισαν να ξιστρίζονται μεταξύ των ως ίπποι, ταλαντευόμενοι και περιστρεφόμενοι. Δεν υπήρχεν το ελάχιστον σημείον επιδερμίδος του ενός, το οποίον να μη είχεν αγγίσει με την επιδερμίδα του ο έτερος των εραστών. Επραττον ωσάν να μη υπήρχεν πλέον χρόνος επί της γης ή ωσάν να ήτο, καθείς εξ αυτών δια τον έτερον, ο τελευταίος επιζών του φύλου του επί του πλανήτου.

Είχον τοσούτον διεγερθεί, ώστε ο γάμος, τουτέστιν η είσοδος του πελωρίου πούτσου εντός του λεπτεπιλέπτου μουνιού, να αποτελεί πλέον την μοναδικήν διέξοδον, την μοναδικήν πράξιν η οποία απετέλη σκοπόν και αιτίαν ταυτοχρόνως της υπάρξεώς των. Οποία ευχαρίστησις! Οποία ηδονή! Εξεχύθη το σπέρμα του ιππότου εντός του κόλπου της πριγκηπίσσης και ανερροφήθη ακαριαίως υπ’ αυτού. Ουδεμία σταγών επερίσσεψεν. Τα χείλη των ήσαν ηνωμένα εις περιπαθείς ασπασμούς καθ’ όλην την διάρκειαν των απιθάνων περιπτύξεων και εξηκολούθουν να ευρίσκονται ηνωμένα ακόμη και κατόπιν της μαγνητικής επαφής των δύο νεανικών σωμάτων.

Απέμεινον ούτωπως επί του σπανίου εκ Περσίας τάπητος του δαπέδου επί μακρόν, μέχρις ότου ο ιππότης ήρχισεν αναρριγών και ανεσηκώθη λέγων «Σηκωθείτε ωραία Λενώρα, μην αρπάξουμε και καμμιά γρίππη!» Η πριγκήπισσα ανεσηκώθη με την σειράν της, αναζητώσα την μεταξωτήν αυτής εσθήτα. Ενεδύθη τάχιστα και παρετήρη τον ιππότην ενδυόμενο καθήμενη επί ενός χθαμαλού καθίσματος, επονομαζομένου «πουφ». Ο Λάρρυ έλαμπεν ολόκληρος, σχεδόν όσον και η αργυρά πανοπλία αυτού. Η πριγκήπισσα επίσης έλαμπεν από κορυφής μέχρις ονύχων και το βλέμμα της εσπίθιζεν ως αστραπή.

Οταν ετελείωσαν με την ένδυσιν, και την υπόδησιν βεβαίως, ετακτοποίησαν το τραπεζομάνδηλον και έκρουσεν η Λενώρα τον κώδωνα ίνα οι υπηρέται συμμαζέψουν τα κενά σκεύη εκ της τραπέζης και σερβίρουν το επιδόρπιον. Πράγματι, ήλθον και έπραξαν ό,τι ακριβώς πράττουν οι υπηρέται υπακούοντες τους ανωτέρους των. Το επιδόρπιον ήτο χαλβάς εκ σιμυγδαλίου, αρκετά γλυκύς αλλά όχι τόσον όσον τα μέλη των νεαρών εραστών, άτινα είχον κορέσει τον έρωτά των. Απεχαιρέτησεν η πριγκήπισσα Λενώρα τον ιππότην Λάρρυ διαβεβαιώνουσα αυτόν ότι θα ενθυμείται καθ’ όλην την διάρκειαν του βίου αυτής την εξαιρέτου ποιότητος περίπτυξίν των, έως του θανάτου της.

Ηπόρησεν ο Λάρρυ ερωτών «Τι μας εμποδίζει να το επαναλάβωμεν ωραιοτάτη Λενώρα;» και έμαθεν αμέσως ότι εντός ολίγων ωρών θα απεχαιρέτα την χώραν η πριγκήπισσα ίνα υπάγει εις ξένον τινά τόπον όπως υπανδρευθή ένα γερόντιον αλλά βασιλέα διότι ούτω απαιτούν οι καιροί και οι υποσχέσεις του πατρός της. Εδάκρυσεν η πριγκήπισσα ταύτα λέγουσα μετά μεγίστης ταχύτητος και ο Λάρρυ έσπευσεν και εφυλάκισεν έν δάκρυ αυτής επί της λινής επιφανείας του ρινομάκτρου του. «Τούτο το δάκρυ θα ρέει διαρκώς εντός της εμής καρδίας πανωραία Λενώρα, δεν θα στεγνώσει ποτέ όσον θα σας ενθυμούμαι» είπεν δακρύζων επίσης και σφογγίζων το ιδικόν του δάκρυ με την ξανάστροφη της παλάμης του. Αντήλλαξον απαλούς ασπασμούς και ο ιππότης εισήλθεν εις την άμαξαν της πριγκηπίσσης ίνα επιστρέψει εις το κατάλυμμά αυτού. Εσκέπτετο πολλά και διάφορα, αλλά δεν του επέρασεν από τον νουν, ούτε ξυστά ούτως ειπείν, ότι θα εσυναντούσε μετ’ ολίγων ετών και πάλιν την πριγκήπισσαν υπό εντελώς διαφόρους συνθήκας.

28 Ιαν 2006

Η επίσκεψη του Larry -Νο 2


Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες που μας δυναστεύουν, το τελευταίο Σάββατο κάθε μήνα θα ανεβαίνει και απο μια διήγηση των επισκέψεων του ιππότου Larry.

Οποιος θέλει να ακούσει τη φωνούλα μου να το διηγείται, ας πατήσει εδώ: 02 knight Larry's story



Η βαρώνη ντε Μπολινιάκ, μια θεσπεσία ύπαρξις εικοσιέξ Μαΐων με σώμα σιταρόχρουν, μελανόφαιους γλαυκούς οφθαλμούς, κόμην χρυσίζουσαν και κίνησιν αιλουροειδούς, ήκουσεν να κρούεται ο κώδων του διαμερίσματός της περί ώραν τρίτην μεταμεσημβρινήν. Ανεκλίθη βραδέως εκ τινος των ανακλίντρων της μεγάλης σάλας, όπου ελάμβανε καθημερινώς ένα σύντομον αλλά βαθύν ύπνον κατόπιν του γεύματος. Τρία ανάκλιντρα εξαιρέτου κατασκευής, μετά λεπτών εσκαλισμάτων επί των δρυΐνων ποδών των και βαρύτιμον επένδυσιν εξ υφασμάτων λινών και μεταξωτών επεξεργασμένων χρωματικώς με την μοναδικήν τέχνην του ινδικού batic, απετέλουν την μόνην επίπλωσιν του χώρου τούτου, ομού μετά μιάς ευμεγέθους πολυθρόνας εγκατεστημένης είς τινα απομεμακρυσμένην θέσιν.

«Ποίος με ενεθυμήθη τοιαύτην ώραν;» ανερωτήθη η νεαρά βαρώνη και έσπευσεν να ανοίξει την θύραν, ελπίζουσα εκ βαθέων να είναι ο εξακουστός ιππότης Λάρρυ ο κωδωνοκρούστης της θύρας της. Πράγματι, εις το άνοιγμα της θύρας ίστατο είς ιππότης, ενδεδυμένος πανοπλίαν με περικεφαλαίαν αργυράν και περικνημίδας σιδηράς, ελαφρώς οξειδωμένας.

«Ω, Λάρρυ, Λάρρυ, ήλθατε επιτέλους!» ανέκραξεν μετά χαράς η βαρώνη και έτεινε την δεξιάν της χείρα ίνα τύχει του καθιερωμένου ασπασμού. Ο ιππότης, κλίνων ελαφρώς την οσφύν, ησπάσθη περιπαθώς την χείρα της νεαράς θεσπεσίας καλλιπύγου βαρώνης, αφού βεβαίως εξέβαλλεν την περικεφαλαίαν αυτού και έθεσεν αύτην υπό την ευώνυμον μασχάλην του.

Το πρόσωπον, το οποίον απεκαλύφθη μετά την εκβολήν της περικεφαλαίας, δεν ήτο το πρόσωπον το οποίον είχεν επί μακράς νύκτας και ημέρας διατηρήσει ζωηρόν το ενδιαφέρον της βαρώνης. Εντελώς διάφορον είχεν πλάσει η φαντασία της τον διάσημον δια το μέγεθος της ψωλής του, και, ως εκ τούτου, δια τας ερωτικάς του επιτυχίας, ιππότην. Εμπροσθεν αυτής ίστατο έν ασθενές δείγμα του ανδρικού φύλου. Ιππότης δεν εφαίνετο πουθενά. Μόνον έν κακέκτυπον ανδρός, είς ασθενής γέρων με κεφαλήν πολιάν και εκ τριχών αραιοκατηκημένην ευρίσκετο εκεί, μετ’ αυτής, έμπροσθεν της θύρας του διαμερίσματος.

Η πρώτη κίνησις της βαρώνης, εάν δεν ήτο ευγενής εκ καταγωγής και φύσεως, θα ήτο να κλείσει την θύραν καταπρόσωπον του ιππότου. Επειδή όμως ήτο μία νεαρά μεν αλλά καλοανατεθραμμένη κυρία, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα εισέλθει εις την σάλαν λέγουσα «Περάστε, περάστε αγαπητέ μου Λάρρυ!»

Η έκπληξις του ιππότου δεν ήτο μικροτέρα, προς το πλέον ευχάριστον όμως. Εκεί όπου ανέμενεν να αντικρύσει μίαν ευγενή κυρίαν μιάς κάποιας ηλικίας λίαν πλησίον της ιδικής του, ηυρέθη πρόσωπον με πρόσωπον μετά μιάς θεσπεσίας υπάρξεως εικοσιέξ Μαΐων. Οποία κατάπληξις και οποία τύχη, εάν βεβαίως η συναίνεσις της βαρώνης δια γαμικήν συνεύρεσιν υπήρχεν πιθανότης να υπάρξει.

«Ευχαριστώ τα μάλα κυρία μου.. δούλος σας ταπεινός..» απήντησεν ο Λάρρυ έχων τας φρένας ελαφρώς διασαλευθείσας εκ του γεγονότος της εξ απήνης συλλήψεώς του, και προεχώρησεν εις τα ενδότερα του διαμερίσματος. Εκεί, ευθύς μόλις είδεν την ευμεγέθη πολυθρόναν, κατηυθύνθη προς αύτην και εθρονιάσθη αποτόμως εκβάλλων κροτάλισμα ισχυρόν. «Ω,» εσκέφθη εν τω άμα, «εάν το ήξευρον θα εφόρουν την εξ ολοκλήρου αργυράν μου πανοπλίαν ή τουλάχιστον θα είχον λαδώσει ταύτην δι ελαιολάδου Μυτιλήνης.»

Η ευγενεστάτη βαρώνη, προτού καθίσει επί του ανακλίντρου, το οποίον διετήρη ακόμη ίχνη εκ της μεσημβρινής ανεπιτυχούς προσπαθείας αυτής δια χαλάρωσιν, ηρώτησεν τον ιππότην εάν θα επεθύμει να πίει μετ’ αυτής βυσσινάδαν. Ο ιππότης, παρ’ όλον που εμίσει βαθέως το αιματόχρουν ποτόν, το οποίον ανέδυεν δυστήνους στιγμάς εκ του βάθους της μνήμης του υποδαυλίζον τα πάθη αυτού εν τω στρατεύματι, εδέχθη μετά χαράς την πρότασιν της αιλουρώδους βαρώνης. Αποφασίσας διατηρών εφ’ εξής εις την μνήμην αυτού την ελαφροτάτην κίνησιν των λαγόνων της ως αύτη απεσύρετο προς τον ψύκτην ίνα λάβει το υδαρές ποτόν καθώς και άφθονον ψυχρόν ύδωρ, απέκρυψεν υπό την δεξιάν παλάμην τους οφθαλμούς αναπολών ειδυλλιακάς στιγμάς παλαιών ερώτων.

Η λίαν αναπαυτική πολυθρόνα, όπου ο Λάρρυ εκάθητο, εκόντευε να απορροφήσει εντελώς το ισχνόν του δέμας εις ένα ύπνον μακάριον, ότε ενεφανίσθη η βαρώνη μετά τινος αργυρού δίσκου όπου ευρίσκοντο τοποθετημένοι δύο μικροί αμφορείς εκ κρυστάλλου Βοημίας, ο μεν πλήρης ψυχρού ύδατος, ο δε πλήρης βυσσινάδας, μετά των απαραιτήτων ποτηρίων, κρυσταλλίνων επίσης, λεπτής βοημικής επεξεργασίας.

Η βαρώνη, αφού εσέρβιρεν τον ιππότην, εκάθησεν εις το ανάκλιντρον αυτής παρατηρώσα με ελαφράν αγένειαν το πρόσωπον αυτού, εστιάζουσα επί των χειλέων τα οποία ερρόφων διακεκομένως την βυσσινάδαν, εκλύοντα χαμηλούς βραχνούς θορύβους. Ο ιππότης ανεσήκωσεν το βλέμμα προς την βαρώνην και, εγκαταλείπων προς στιγμήν το ποτήριόν του επί του αργυρού δίσκου, είπεν «Δεν θα δοκιμάσητε υμείς βαρώνη το ποτόν;» η δε απεκρίθη ευθαρσώς «Αγαπητέ μου Λάρρυ, το ποτόν το έχω εντός του εμού ψύκτου και το πίω ανά πάσαν στιγμήν και αυτήν την στιγμήν δεν το γουστάρω.»

Εκόμπιασεν ο ιππότης, μη έχων να αντιτάξει ουδέν εις το σχόλιον της βαρώνης και το μόνον το οποίον απέμενε εις αυτόν ήτο να μη επαναλάβει την πόσιν βυσσινάδας. Πλήρης δικαιολογιών, ηρνήθη να ενθυμηθεί εις το εξής την ύπαρξιν του ημιπλήρους ποτηρίου του, κειμένου εν τω αργυρώ δίσκω. Επρόσεξεν, εντός της αδυναμίας αυτού ευρισκόμενος, ότι, ενώ πάντοτε έως τότε τον ηνόχλει σφόδρα η προσφώνησις του ονόματός του κατόπιν του κτητικού «μου», τουτέστιν «..μου Λάρρυ», φράσις η οποία έφερεν εις τον νούν το άτυχόν τε και άνευ φύλου ζώον, όταν τον επροσεφώνει ούτως η βαρώνη, ησθάνετο λίαν ευτυχής, ήκουεν την λεπτήν φωνήν αυτής τόσον γλυκείαν ωσεί ώριμον φρούτον πλήρες σακχαρώδους ωπού.

Αντήλλασσον βλέμματα λοιπόν, οι δύο συνδαιτημόνες ενός ανυπάρκτου αντικειμένου πόσεως ή βρώσεως, επί μακρόν. Η μεν βαρώνη δεν εγνώριζεν τον τρόπον δια του οποίου θα έθετε τέλος εις αυτήν την γελοιότητα της ακαίρου επισκέψεως, ο δε Λάρρυ εδίσταζεν να χρησιμοποιήσει παλαιούς δεδοκιμασμένους τρόπους ερωτικής προσεγγίσεως ίνα μη γελοιοποιηθεί προ των οφθαλμών της ωραιοτάτης νέας, η οποία του είχεν αποκόψει τα ήπατα. Ησθάνετο την άλλοτε σθεναράν και υπέρλαμπρον ψωλήν του μαρανθείσαν υπό την σιδηράν πανοπλίαν και εντός του εγκεφάλου του επεκράτει μεγίστη σύγχυσις.

«Οποίον καιρόν θα εξημερώσει αύριον;» απετόλμησεν μίαν βλακώδη ερώτησιν ο υπό πλήρει εξαφανίσει διατελών ιππότης, λαβών αυθωρεί την απάντησιν της βαρώνης «Οι θεοί μόνον γνωρίζουν οποίος καιρός θα εξημερώσει! Αγνωστον το αύριον παντελώς δι ημάς τους ανθρώπους. Μέγας εί Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου. Τα πάντα εν σοφία εποίησας.»

«Δεν θα ηδυνάμην να φαντασθώ οποία γνώσις και ευσέβεια κρύπτεται εντός της λαμπράς ψυχής σας!» ανεφώνησεν κατάπληκτος ο Λάρρυ, συμπληρώνων παρευθύς «Ποίον εστί ευγενέστερον και ωραιότερον, το περίβλημα ή το εσωτερικόν υμών, αγαπητή βαρώνη; Αδύνατον να το είπω μετά βεβαιότητος.»

Η βαρώνη δεν εγκατέλειψεν την δοθείσαν ευκαιρίαν ανεκμετάλλευτον, ήδραξεν ταύτην μετά πάσης δυνάμεως λέγουσα «Ω, ναι, Λάρρυ αγαπητέ, μόλις τώρα ενεθυμήθην ότι έχω υποσχεθεί εις τον πάτερ Ευσέβιον να υπάγω εις τον ναόν του Προφήτου Ηλιού και μάλλον ευρίσκομαι ήδη εν καθυστερήσει. Παρακαλώ, εάν δεν είναι λίαν δυσάρεστον δι υμάς, θα ηδύνασθο να υπάγετε ίνα προφθάσω να ετοιμασθώ;»

Ο ιππότης, άνευ ουδεμιάς αναβολής, εξετινάχθη εκ του καθίσματος όπου επί τόσον μακρόν είχεν μακαρίως απλωθεί, λέγων «Βεβαίως κυρία μου, τι λόγος! Αλλωστε ήγγικεν η ώρα ίνα ετοιμασθώ, η ταπεινότης μου, δια μίαν ετέραν επίσκεψιν, έχω να υπάγω εις την Βουλήν Των Λόρδων.» Ούτωπως εξεγλύστρησεν, ίνα μη δώσει την εντύπωσιν εκδιωχθέντος.

Αντήλλαξον ευγενείς ασπασμούς έμπροσθεν της θύρας του διαμερίσματος, ο ιππότης εισήλθεν εν τω ανελκυστήρι και η ωραία νεαρά αιλουρώδης βαρώνη εσφάλισεν την θύραν. Αμα τη βεβαιότητι της ικανής απομακρύνσεως του ιππότου Λάρρυ, ήρχισεν αύτη να γελά ηχηρώς. Εθεσεν ένα δίσκον εκ βυνιλίου εις το ανάλογον μηχάνημα, το επονομαζόμενον πικ-απ, και εισήλθεν εν τω άμα εις ένα κόσμον ημιφρενοβλαβή ορχουμένη ωσάν μαινάς υπο των ήχων μουσικού τινος συγκροτήματος εκ Λατινικής Αμερικής.

Ο ιππότης παρέπαιεν εν τη οδώ, ως ημιθανής σχεδόν, δεν ηδύνατο να κατανοήσει ακριβώς τον τρόπον με τον οποίον είχεν ευρεθεί τόσον αποτόμως εκτός του διαμερίσματος της βαρώνης, πώς δήλα δη εκείνος, είς τόσον προβεβλημένος δια τας ερωτικάς ικανοτήτας του ανήρ, ηδυνήθη να απωλέσει τοιούτον κελεπούρι. Αμέσως, ίνα μη εκπέσει το κύρος αυτού, είπεν εις εαυτόν ότι επρόκειτο απλώς περί μιάς γυναικός θρησκευομένης, και, ως εκ τούτου, παρθένου, ήτις δεν επεθύμει επαφήν μεθ’ ουδενός ανδρός. Χαρακτηρίσας ούτως την θεσπεσίαν βαρώνην, ησύχασεν η συνείδησίς του και ηδυνήθη να προχωρήσει μετά πλέον σταθερών βημάτων προς το μικρόν αυτού κατάλυμμα.


31 Δεκ 2005

Η επίσκεψη του Larry -Νο 1

Στο πλαίσιο της προσπάθειας απεγκλωβισμού από τις εικόνες που μας δυναστεύουν, το τελευταίο Σάββατο κάθε μήνα θα ανεβαίνει και απο μια διήγηση των επισκέψεων του ιππότου Larry.
Οποιος θέλει να ακούσει τη φωνούλα μου, υπάρχει στο sound cloud


Ο Λάρρυ εισήλθεν εις το διαμέρισμα της βαρώνης έτοιμος να γαμήσει. Φρεσκομπανιαρισμένος, με το περιποιημένο του γενάκι να μοσχοβολά άφτερ σέϊβ, έλαμπεν εντός του κατάλευκου υποκαμίσου του ως ημίθεος φωτεινός ήρως. Ητο τόσον βέβαιος δι όν έμελλεν συμβεί, ώστε είχεν προετοιμάσει καταλλήλως το εργαλείον της ηδονής, τουτέστιν είχε ψιλομαλακιστεί εντός του ανελκυστήρος.

Την θύραν ήνοιξεν η ιδία η βαρώνη βαρέων βαρών ανθυπομειδιώσα και το μειδίαμά της ηπλώθη και προς τας δύο παρειάς όταν αντίκρυσε τον ευγενή ιππότην. Ανέμενεν βεβαίως την έκπληξιν του, αλλά δεν ήτο βεβαία δια την έκτασίν της. Ο Λάρρυ είχε μείνει κόκκαλο ενώπιόν της και η κοκκαλωμένη του ψωλή είχεν αποτόμως μαραθεί. Οποίον έκτρωμα! Η βαρώνη, την οποίαν είχεν επιμελώς πλάσει με την δύναμιν της φαντασίας του, ήτο μια νεωτάτη γυναίκα εικοσιέξ Μαΐων το πολύ. Αυτήν την στιγμήν όμως, ίστατο έμπροσθέν του μία γηραιά σεβασμία εβδομηκοντούτις, τουλάχιστον, κυρία με πάλευκον κόμην.

Ελαβε την χείραν η οποία του προσεφέρθη και, λυγίσας αρκετά την οσφύν του, εξετέλεσεν το αναμενόμενον υπό της βαρώνης χειροφίλημα, δεδομένου ότι η κυρία βαρώνη ήτο ανυπερθέτως το κοντύτερο γυναικείο πλάσμα το οποίον συναντούσε. Η χειρ της βαρώνης ευωδίαζε λιβάνι, έν ακόμη ισχυρόν κατασταλτικόν των ορμών τού, διασήμου δι αυτάς, ιππότου.

«Περάστε αγαπητέ μου Λάρρυ» είπεν η βαρώνη με την τσιριχτή φωνούλα της, παραμερίζοντας τον σάρκινον όγκον της. Αυτό το «μου» έμπροσθεν του διασήμου ονόματός του τον εξενεύριζε τα μάλα, αλλά έδωσεν τόπον εις την οργήν. Να θύμωνε τώρα με μίαν υπερήλικα γιαγιάκα; Δεν ήτο τού, γνωστού δια την παροιμιώδη ψυχραιμίαν, χαρακτήρος του.

«Ευχαρίστως» απήντησεν ο Λάρρυ, συμπληρώνων όπισθεν των οδόντων του «περαστικός είμαι άλλωστε», ερευνών απεγνωσμένως εντός των πτυχών του εγκεφάλου του ίνα εξεύρει δίοδον διαφυγής από την κατάστασιν εις ήν ευρέθη λίαν απροετοίμαστος, πράγμα σπάνιον, δια τούτο και δυσκολώτατον.

«Καθήστε, μα καθήστε, όπου βολεύεστε αγαπητέ. Να κεράσω βυσσινάδαν;» είπεν η βαρώνη και προχώρησεν προς την σάλαν του μεγάλου διαμπερούς διαμερίσματός της.

«Χμμ.. ναι.. να μην ενοχλώ..» ψιθύρισεν ο ιππότης, προσθέτων ελαφρώς ανατιναζόμενος ως υπό ηλεκτρικού ρεύματος «Οχι, όχι βυσσινάδαν! Ενα νεράκι μόνο θα το έπινα ευχαρίστως.»

Το αιματώδες ποτόν του έφερεν αναμνήσεις δυσαρέστους, λόγω της υπερβολής την οποίαν είχε διαπράξει εις το στράτευμα καταναλώνων πολλά κυβικά εξ αυτού. Η βυσσινάδα ήτο το πλέον φθηνόν αναψυκτικόν, το οποίον διετίθετο υπό του Κ.Ψ.Μ. της μονάδος του και ο Λάρρυ δεν ήτο τότε αρκετά πλούσιος ώστε να δικαιούται άλλων επιλογών. Μία βυσσινάδα εκάστην Κυριακήν απόγευμα και πολύ του πήγαινε. Οταν απελύθη του στρατεύματος, εξεπλήρωσεν δηλαδή τας προς την πατρίδα υποχρεώσεις του, ωρκίσθη ότι η βυσσινάδα δεν θα πλησίαζε τα χείλη του πλέον ούτε εις απόστασιν δέκα μιλλίων.

«Οπως επιθυμείτε αγαπητέ μου» απεκρίθη η βαρώνη και κατηυθύνθη δρομαίως προς τον ψύκτην ίνα εκπληρώσει την επιθυμίαν δια ύδωρ του ιππότου. Επλήρωσεν έως το χείλος ένα βοημικής λεπτής τέχνης κρυστάλλινον αμφορέα μικρού μεγέθους, ετοποθέτησεν αυτόν επί αργυρού δίσκου μαζί με δύο ποτήρια, επίσης εκ κρυστάλλου Βοημίας, και επέστρεψεν εις την σάλαν.

Αφού εσερβίρησεν το ύδωρ και εις τα δύο ποτήρια, η βαρώνη εκάθησεν επί του ενός εκ των τριών ανακλίντρων, τα οποία συνηγωνίζοντο μεταξύ των εις την κακογουστιάν και εις το πλήθος των λεκέδων εκ βυσσινάδας επάνω εις τα κλαρωτά καλύμματά των, εκβάλλουσα αναστεναγμόν: «Ω, Λάρρυ, πόσον επεθύμουν την συνάντησιν ταύτην! Υμείς;»

Αντί απαντήσεως, ο Λάρρυ εσυμμάζεψε τους πόδας του κοντύτερα προς τους πόδας της ευρυχώρου πολυθρόνας, εις την οποίαν είχεν επιλέξει να καθήσει, αρκετά μακράν των ανακλίντρων. Εκάθητο τουτέστιν ως σεμνή αρσακειάς.

«Δεν ομιλείτε όμως αγαπητέ. Πάντοτε είστε τόσον ολιγομίλητος;» Αδημονούσα η βαρώνη συνεπλήρωνε τα κενά ομιλίας, μη ανεχομένη την παγεράν σιωπήν. Αλλωστε, σπανίως ομιλούσε εις έτερον ακροατήν πλην του καθρέπτου του λουτρού της.

«Τι να είπω ωραιοτάτη βαρώνη;» απήντησεν ο Λάρρυ, συμπληρώνων «Δια τους υπέρλαμπρους οφθαλμούς υμών, θα σας έχουν πλάσει το εγκώμιον πλειστάκις, οπότε, τι θα ηδυνάμην να προσθέσω;»

«Ω, ελάτε τώρα, αφήστε τας φιλοφρονήσεις, ας ομιλήσωμεν δια τον καιρόν» είπεν ερυθριώσα η βαρώνη, καταβιβάζουσα το άτονον βλέμμα αυτής, το οποίον όχι μόνον είχεν απωλέσει την λάμψιν του αλλά ήτο σχεδόν ανύπαρκτον όπισθεν των, ως πάτοι φιαλών γαλλικής σαμπάνιας, αδιαφανών και παχέων κοίλων φακών των ομματοϋαλίων της.

Μετά το πέρας δύο και ήμισυ ωρών σιγής, διάστημα αρκετόν ίνα γίνει αντιληπτόν άνευ δυσαρέστων εκφράσεων το άκαιρον της συναντήσεως, ο Λάρρυ εσηκώθη, δήθεν δυσφορών ελαφρώς επειδή θα εστερείτο της σπανίας συντρόφου, και ετάνυσεν τους αθλητικούς ραχιαίους μύες του λέγων «Ομορφη η συντροφιά σας ωραία βαρώνη, αλλά με αναμένουν εις τα ανάκτορα.»

Η δικαιολογία ήτο η πρέπουσα, η απολύτως αρμόζουσα εις την περίπτωσιν, διότι, δεν είναι δυνατόν να εναντιωθεί μία βαρώνη εις μίαν προκαθωρισμένην επίσκεψιν εις τα ανάκτορα. Εσηκώθη και η βαρώνη άκρως συγκεκινημένη λέγουσα «Ω, και δεν μου το ελέγατε τόσην ώρα αγαπητέ! Οποία τιμή δια το πρόσωπόν μου να με επισκεφθείτε πρώτην!»

«Ευτυχώς, η ιεραρχία σώζει» εσκέφθη ο ιππότης μοιράζων αφειδώς επαίνους εις την φαιάν του ουσίαν, η οποία κατόπιν βασάνου δύο και ήμισυ ωρών ανεκάλυψεν την ορθήν δίοδον σωτηρίας, και, απευθυνόμενος εις την γηραιάν κυρίαν, είπεν πλήρης ανακουφίσεως «Η τιμή ολόκληρος ιδική μου κυρία μου!»

Αντήλλαξαν ευγενείς ασπασμούς προ της θύρας του ανελκυστήρος, η βαρώνη εισήλθεν εις το διαμέρισμά της, και ο Λάρρυ έφθασεν εις την έξοδον της πολυκατοικίας με την καρδίαν ελαφράν ως κολιμπρί των Ανδεων. Εμπροσθέν του ηνοίγετο ήδη μία νέα πραγματικότης δια της μορφής μιας καλλιπύγου νεάνιδος, ήτις διέβαινεν εκείνην ακριβώς την στιγμήν.

Η επίσκεψις εις την βαρώνην είχεν καταστήσει δυνατήν την ακριβή έλευσιν του λεγομένου «πληρώματος του χρόνου» -του γνωστού timing των άγγλων- και ο Λάρρυ ησθάνθη, παραλλήλως με τον ενθουσιασμόν της υπερόχου ψωλής του η οποία ανηρθώθη ταχύτατα, μεγάλην ευγνωμοσύνην προς την γηραιάν βαρώνην. Ευρίσκετο υπό το κράτος τοσούτου ενθουσιασμού ώστε να σκεφτεί μάλιστα, εις -απευκταίαν βεβαίως- περίπτωσιν νέας επισκέψεώς του εις εκείνην, να δεχθεί ακόμη και το μαρτύριον της πόσεως βυσσινάδας.

Η καλλίπυγος νεάνις εβάδιζεν ταχύτατα και η ανάγκη του ιππότου να συνευρεθεί μετ’ αυτής ήτο τόσον μεγάλη ώστε διηύρυνεν τον βηματισμόν του και ήτο εξαιρετικά φαιδρά η εικών ήν παρουσίαζεν είς «κρεμανταλάς», ούτως ειπείν, να τρέχει κατόπιν ενός νεαρού ακκιζομένου θήλεως. Μετ’ ολίγων ευτυχώς διηυρυμένων βημάτων, ο Λάρρυ έφθασεν εις το σημείον βολής των καθιερωμένων ψιθυριστών μηνυμάτων προς το ούς της νεάνιδος «ωχ, γλύκα μου, πόσο με φτιάχνεις» και τα τοιαύτα. Η νεαρά έστρεψεν αποτόμως και κατέφερεν έν κτύπημα δια της χειρός της εις την ευώνυμον παρειάν του ιππότου.

Η σαρκική αύτη επαφή ήτο αρκετή δια την μετέπειτα εξέλιξιν της τυχαίας συναντήσεως των νέων αυτών εις μίαν συγκινητικήν ερωτικήν ιστορίαν. Η ιστορία των όμως η ερωτική είναι αντικείμενον επομένου συγγραφικού πονήματος.