14 Δεκ 2010

πηγαινέλα στον Αδη

Ετρωγε ο Συμεών
καθισμένος οκλαδόν
στο λιβάδι
σάντουιτς τυρί ζαμπόν
χορτασμένος εκκινών
για τον Αδη.
Ως πλησίαζε λοιπόν
με το βήμα ζωηρόν
και ασθμαίνoν
βλέπει άγρυπνον φρουρόν
Κέρβερον προ των θυρών
κορδωμένον

Παλικάρι ο Συμεών
μ' ένα βλέμμα βλοσυρόν
τον κοιτάζει
μα ουδεμία εκ των τριών
του κυνός των κεφαλών
δεν τρομάζει.
Μίαν σκέψιν προχωρών
στου εγκεφάλου τον φλοιόν
περιπλέκει
προ ουδενός μη ορρωδών
να εισέλθει εφορμών
σαν φυσέκι!

Μα ο πατέρας των Θεών
είχε άλλον σχεδιασμόν
δια τον νέον
και τον κάνει αναφανδόν
απ' τον κόσμο των σκιών
εξακτέον.
Του ξεφράζει τον λαιμόν
και του δίνει θεϊκόν
ένα χάδι
πέφτει ευθύς ο Συμεών
ως βροχή και ως χιών
στο λιβάδι...

Μα το σάντουιτς απόν
ο τυρός και το ζαμπόν
στα χαμένα
δεν πτοείται ο Συμεών
και ζητάει κολατσιόν
από μένα
κι εγώ ρίπτω το στυλόν
και το πάκο των χαρτιών
στα σκουπίδια
για να μάθει το τεκνόν
να μου πρήζει το μυαλόν
και τ' αρχίδια!
_____________________
(στιχάκια ψαρεμενα απο τα σκουπιδια του υπολογιστη, γραμμενα 3/2/2006)
Ορεξη που την είχα! ;)

8 Δεκ 2010

Λαβυρινστάν (La vir in stan) ~ μια σοβαρή μελέτη




Η λέξη "vir" σημαίνει άνδρας στα λατινικά, αλλά και στην τουρκική γλώσσα υπάρχει η λέξη "μπίρ" («έλα ορέ μπίρο'μ» ή/και «μπιρ παρά»). Επίσης, υπάρχει και η γαλλική λέξη "bureau" που σημαίνει "γραφείο" και ένας άνδρας συνηθέστατα βρίσκεται καθισμένος πίσω από ένα γραφείο, επειδή εκεί νιώθει περισσότερο ασφαλής. Η μπίρα επίσης θεωρείται κυρίως ανδρικόν ποτόν, εξ ού και "μπιροκοιλιά", ένα ακόμη ανδρικόν προνόμιον. Δεν υπάρχουν εισέτι γυναίκες με μπιροκοιλιάν. Συμπτωματικόν;

Το "La" είναι άρθρο θηλυκό στη γαλλική γλώσσα (και στην ιταλική νομίζω), αλλά είναι και νότα μουσική. Το "in" σημαίνει "μέσα" στην αγγλική γλώσσα, αλλά έχει καταλήξει να σημαίνει και "μέσα στα πράγματα" στην εποχή μας, «είμαι in» λέμε και ψηλώνουμε 10 πόντους. Η λέξη "stan" μπορεί και να μην υπάρχει, αλλά μπορεί και να υπάρχει -δεν είμαι γλωσσολόγος για να ξέρω. Μπορώ όμως να συνθέσω μια ιστορία μετά από την ανάλυση που προηγήθηκε. Συμπτωματικόν;

Από τη σύνθεση των ανωτέρω λέξεων, προκύπτει η λέξη "λαβύρινθος", γνωστή ως ελληνική λέξη από αρχαιοτάτων χρόνων. Οθεν, συνάγεται ότι η λέξη "λαβύρινθος" γέννησε όλες τις προαναφερθείσες λέξεις, άρθρα, νότες, κλπ κλπ, άρα, τίποτε δεν αποκλείει να γεννήσει και άλλες τόσες. Δεδομένης της φύσεως και της μορφολογίας ενός λαβυρίνθου, μπορούμε να εικάσουμε ότι πιθανότατα -πιθανότατα λέμε, προσέξτε το αυτό- όλες οι λέξεις να προέκυψαν από αυτή τη μαγική λέξη, τη λέξη "λαβύρινθος" δηλαδή. Τον ισχυρισμό αυτό ενισχύει και η έτερη σημασία της λέξης "λαβύρινθος", η οποία αφορά περιοχήν του ωτός, του αφτιού μας ούτως ειπείν. Διότι, με το αφτί μας ακούμε τις λέξεις. Συμπτωματικόν;

Αν λάβουμε υπόψη και το ότι ο λαβύρινθος του αφτιού παίζει μεγάλο ρόλο στην αίσθηση της ισορροπίας, μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι όσο λιγότερες λέξεις γνωρίζουμε, τόσο ισχυρότερη είναι η ισορροπία μας, επειδή δεν υπερφορτώνεται ο λαβύρινθος. Αυτό διαπιστώνουμε να συμβαίνει και στους σκληρούς δίσκους των ηλεκτρονικών υπολογιστών, που, όταν υπερφορτώνονται κλατάρουν, καθώς και στους διαφόρους σέρβερς, οι οποίοι κρασσάρουν κατόπιν υπερφορτώσεως. Αλλωστε, και οι φορτισμένες ατμόσφαιρες δεν προμηνύουν τίποτε καλόν. Συμπτωματικόν;

Και τώρα που μάθατε για την υπερλέξη "λαβύρινθος", μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι, ανέφελοι, αναίμακτοι, ανασφάλιστοι, να κοιμάστε ακόμα και όρθιοι, μια και θα είστε απολύτως ισορροπημένοι! Συμπτωματικόν;

_____________________
ΣΗΜ.1. το ότι η λέξη "λαβΥρινθος" γράφεται με Υψιλον, είναι αμελητέον, διότι κάλλιστα θα μπορούσε να γράφεται και με Ιώτα. Αυτό, η ορθογραφία της λέξης αυτής δηλαδή, είναι κάτι τι συμπτωματικόν -πράγματι. Εκτός και αν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, πριν απο 40.000 χρόνια προφέρανε το Υ με κλειστά χείλη, όπως το σύγχρονο γαλλικό "u" (φτου κακά!) στη λέξη "bureau".
ΣΗΜ.2. Το ότι το γράμμα Υ προσομοιάζει με αντεστραμμένο Λ, θα εξεταστεί σε επόμενη σοβαρή μελέτη, μην είστε ανυπόμονοι.
ΣΗΜ.3. Δεν επιτρέπω σχόλια επειδή υπάρχει πιθανότητα να εκληφθεί ως σάτιρα η παρούσα σοβαρότατη μελέτη συνομωσιολογίας. (αυτό το έγραφα στην πρώτη ανάρτηση, αλλά το σκέφτηκα καλύτερα τελικά και εδωπέρα σας κάνω τη χάρη να σχολιάσετε)
ΣΗΜ.4. Ευχαριστώ το παιδάκι που ζωγράφισε αυτή την εκπληκτικη ζωγραφιά :)
ΣΗΜ.5. ανέβηκε πρώτη φορά το Σάββατο, 14 Απριλίου 2007, εδώ


7 Νοε 2010

«Μίλα μου για μένα»


Αυτό ακριβώς της είπε Εκείνος, να του μιλάει γι αυτόν, και μετά συμπλήρωσε «κι εγώ θα σου μιλάω για σένα, πόσο καλή είσαι, τί ωραία που μαγειρεύεις, πώς με τρελλαίνουν τα χάδια σου, πώς με ζαλίζει το άρωμα των μαλλιών σου, όλο τέτοια θα σου λέω, όχι για το πώς αισθάνομαι για σένα, αν είμαι ευτυχισμένος μαζί σου, αν σ' αγαπώ και κρυάδες, και μετά πες μου κι εσύ για μένα» κι Εκείνη του είπε «σ' αγαπώ τρελλούτσικε, ό,τι και να μου λες» κι Εκείνος άνοιξε τη μπαλκονόπορτα, βγήκε στο μπαλκόνι, ανέβασε το ενα πόδι στο κάγκελο, πέρασε και το άλλο πόδι και -παφ!- έσκασε στο πεζοδρόμιο σα μπαλόνι γεμάτο νερό, μόνο που δε γέμισε νερά ο δρόμος, αίματα γέμισε, και μια κυρία φώναζε για το καινούργιο της παλτό και ποιος θα την αποζημιώσει κι Εκείνη βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε την κυρία και το παλτό και φώναξε «τί σκούζεις κυρά μου; σιγά το παλτό!» και μετά κατέβηκε κάτω και μαλλιοτραβήχτηκαν κάμποσην ώρα -πάλι αίματα και σάλια- μέχρι που έφτασε το ασθενοφόρο και τις πήρε, επειδή νόμισαν οι τραυματιοφορείς ότι για τις γυναίκες αυτές το είχαν καλέσει, και ο σκασμένος Εκείνος έμεινε λιώμα στις πλάκες και ήρθε ένας οδοκαθαριστής κι έσπρωξε τα κομμάτια στο οδόστρωμα γιατί βαριόταν, και πάτησαν τα κομμάτια τα διερχόμενα οχήματα και τα ισοπέδωσαν όπως κάνουν με τα ψόφια σκυλιά.
______________________________
Γράφτηκε πριν λίγες ώρες εδώ

16 Σεπ 2010

ΤΟ ΓΟΡΓΟΝΑΚΙ



Μιά φορά κι έναν καιρό, στα βαθειά νερά της θάλασσας μέσα σ' ένα μεγάλο τρύπιο κοχύλι ζούσε το μικρό Γοργονάκι με τη μανούλα του τη Γοργόνα και τον πατερούλη του τον Τρίτωνα. Είχε μιά όμορφη γαλάζια ψαρίσια ουρά και κατάξανθα μακριά μαλλιά μέχρι τη μέση.

Κάθε πρωί, ο Τρίτωνας έπαιρνε το καλάθι του και, καβαλώντας έναν ιππόκαμπο, πήγαινε να το γεμίσει με μικρά όμορφα ψαράκια, με στρείδια και μύδια, με αχινούς και πεταλίδες. Η Γοργόνα έμενε στο σπίτι -το μεγάλο κοχύλι-και το συγύριζε με μεγάλη φροντίδα, να είναι πάντα ταχτικό και καθαρό.
Οταν γύριζε ο Τρίτωνας το μεσημέρι, μαγείρευαν μαζί μιά υπέροχη νόστιμη ψαρόσουπα. Το Γοργονάκι λάτρευε την ψαρόσουπα κι όταν άδειαζε το πιατάκι του έγλυφε τα δάχτυλά του.




Ολο το πρωϊνό το Γοργονάκι έπαιζε στην αυλή του σπιτιού, το απόγευμα όμως, μετά το μεσημεριανό ύπνο, κολυμπούσε και λίγο παραπέρα μαζί με τους φίλους και τις φίλες του, παίζοντας κρυφτό και κυνηγητό.

Κάποιο απόγευμα το Γοργονάκι βρήκε μιά καταπληκτική κρυψώνα: Ενα μεγάλο μακρουλό κοχύλι, στριφογυριστό και δαιδαλώδες. Ηταν ένα κοχύλι πολύ παράξενο, πολύ διαφορετικό απο τα συνηθισμένα. Χωρίς να διστάσει, το γοργονάκι τίναξε πέρα-δώθε τη μακρυά ψαρίσια ουρά του, όρμησε μέσα γοργά κολυμπώντας και χάθηκε στους πολύχρωμους διαδρόμους του κοχυλιού.




Αλλος διαδρομος είχε χρώμα ανοιχτό ροζ, άλλος γαλαζοπράσινο, άλλος πορτοκαλοκίτρινο, άλλος βαθύ μωβ, άλλος κίτρινο καναρινί, άλλος βυσσινί...
Το Γοργονάκι κοίταζε θαυμάζοντας μαγεμένο γύρω του, εξερευνούσε το παράξενο κοχύλι και δεν ένιωθε την ώρα που περνούσε. Κάποια στιγμή θέλησε να βγεί στην έξοδο του κοχυλιού, να δεί πώς πάει το παιχνίδι, σίγουρο πως κανείς δεν θα κατάλαβε την κρυψώνα του. Στάθηκε όμως αδύνατο να βρεί το δρόμο.




Το κοχύλι είχε τόσο πολλούς διαδρόμους, τόσες στροφές, που, αντί να βγεί, το Γογονάκι μπερδευόταν όλο και περισσότερο, πλησιάζοντας προς τη μύτη του κοχυλιού.
Το παιχνίδι είχε πιά τελειώσει και τα πλασματάκια της θάλασσας είχαν γυρίσει στις φωλίτσες τους για να φάνε και να κοιμηθούν. Η μαμά Γοργόνα κι ο μπαμπάς Τρίτωνας βγήκαν στην αυλή για να υποδεχτούν, όπως κάθε βράδυ, το Γοργονάκι τους. Κοίταξαν αριστερά, κοίταξαν δεξιά, πουθενά δεν έβλεπαν το παιδάκι τους. Τότε η μαμά Γοργόνα φώναξε με τη λεπτή μακρόσυρτη φωνή της:

“- Γοργονάάάάάάκι! Πού είσαι, Γοργονάάάάκι!”
Το Γοργονάκι άκουσε τη φωνή της μανούλας του κι απάντησε αμέσως:
“- Εδώ είμαι, μανούλα μου!”

Η φωνούλα του όμως ανακατευόταν με τους υπόκωφους ήχους του βυθού κι αδυνατισμένη όπως ήταν απ' την αγωνία, δεν έβγαινε μέσα απ' το κοχύλι. Η μαμά Γοργόνα έκανε μιά βόλτα γύρω απ' το σπιτάκι φωνάζοντας και ξαναφωνάζοντας συνεχώς, μα και το Γοργονάκι δεν έπαψε ούτε στιγμή να φωνάζει μέσα απ' το κοχύλι.
Κάποια στιγμή, η μαμά Γοργόνα βρέθηκε κοντά στην κρυψώνα και κάτι σαν να πήρε τ’ αυτί της. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε προσεχτικά κι άκουσε καθαρά τη φωνούλα του παιδιού της.

“- Πού είσαι Γοργονάκι μου; Πού είσαι;” φώναξε με λαχτάρα.
“- Εδώ είμαι μανούλα μου, εδω, μέσα στο κοχύλι!” απάντησε το Γοργονάκι.




Ετρεξε αμέσως η μαμά Γοργόνα και είπε στον μπαμπά Τρίτωνα πού βρισκόταν το παιδάκι τους. Τότε ο μπαμπάς Τρίτωνας πήρε ένα μεγάλο άσπρο βότσαλο και, κολυμπώντας σα δελφίνι, έφτασε δίπλα στο μεγάλο παράξενο κοχύλι. Φώναξε στο Γοργονάκι να απομακρυνθεί από τη μύτη του κοχυλιού κι άρχισε σιγά-σιγά και μεθοδικά να τη χτυπά με το μεγάλο άσπρο βότσαλο, μέχρι που η μύτη του κοχυλιού έσπασε και πετάχτηκε έξω το Γοργονάκι!

Κανείς δε φαντάζεται τί έγινε εκείνο το βράδυ! Κάλεσαν τις γιαγιάδες και τους παπούδες, τους θείους, τις θείες και τα ξαδελφάκια, όλους τους γείτονες κι όλους τους φίλους, κι έστησαν γλέντι τρικούβερτο!




Τα καβουράκια έπαιζαν ταμπούρλο, οι γαρίδες λικνίζονταν με χάρη παίζοντας το ντέφι, οι θαλασσινές χελώνες έπαιζαν βιολοντσέλο και το μεγάλο χταπόδι βγήκε κι αυτό απ' τη φωλιά του και χτυπούσε παλαμάκια με μανία!
Ολα τα ψαράκια, μικρά και μεγάλα χόρευαν απο βάλς μέχρι τσιφτετέλι κι όλα τα πλάσματα του βυθού ήταν πολύ χαρούμενα που βρέθηκε το μικρό τους το Γοργονάκι, το φιλαράκι τους!
_______________________
ΣΗΜ. Το παραμυθάκι γράφτηκε και εικονογραφήθηκε πριν απο 10 χρόνια περίπου. Η εικονογράφηση έγινε από τη Ντόρα Τ., όταν ήταν μικρούλα. Η Ντόρα σήμερα σπουδάζει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

2 Σεπ 2010

blue vespa blue

Καβασάκι εντούρο ή Χόντα
σαν τη βέσπα δεν έχουν προσόντα
τη γαλάζια, παλιά, σκονισμένη

Χωρίς φρένο και γκάζι πηγαίνει
και το δρόμο τον βρίσκει από μόνη
τον οσμίζεται μάλλον η σκόνη

Τρέχει, τρέχει πετάει σα γλάρος
και βουτάει στο ρεύμα με θάρρος
στο φανάρι ευτυχώς, κοκκαλώνει

Σαν μουλάρι τις ρόδες στηλώνει
αποκτά στη στιγμή κάποιο βάρος
στέκει σούζα σαν νά'ναι φαντάρος!
_____________________
Πρωτογράφτηκε ατάκα κιεπιτόπου στη βωβή ΧελιδΩνα, 10 Φεβρουαρίου 2009 2:03 π.μ. Πλάκα δεν έχει; Το είχα ξεχάσει...

1 Σεπ 2010

Πόσα τσιγάρα δρόμος;



- Πόσο μακριά είναι το χωριό μπάρμπα;
- Δυο τσιγάρα δρόμο.

Υποθέσαμε ότι θά'ταν κανα τέταρτο της ώρας, άντε είκοσι λεπτά, άντε το πολύ κάνα μισάωρο, αλλά το χωριό απείχε πάνω από δυο ώρες περπάτημα. Πάνω στο μουλάρι καθισμένος ο Γιάννης με το στραμπουληγμένο πόδι, το σκοινί το κράταγα εγώ επειδή σε μένα είχε εμπιστευτεί το ζωντανό η κυρά του και μου είχε δώσει οδηγίες πώς να του κραίνω μην αγριέψει, πίσω ακολουθούσαν οι δυο άλλοι συμφοιτητές.

- Πολύ αραιά τα καπνίζει τα τσιγάρα του ο μπάρμπας, είπε ο Γιάννης όταν πέρασε το πρώτο ημίωρο και δεν φαινόταν ούτε καπνός από χωριό, εκεί πάνω στις ερημιές της παραμεθορίου.
- Τι σε νοιάζει εσένα; Σάμπως περπατάς; Σαν μπέης έχεις κάτσει πάνω στο μουλάρι, τι να πούμε κι εμείς; είπε ένας εκ των δύο ακολούθων του μπέη, ο πιο ευαισθητούλης Κωστής.
- Για σας το λέω... μουρμούρισε ο Γιάννης.

Περπατούσαμε στη λασπουριά, σχεδόν αμίλητοι, χωρίς τα γέλια και τα πειράγματα των περασμένων ημερών. Οι γαλότσες βαριές, τίναζαν λάσπη στο κάθε βήμα. Ο πιο ευαίσθητος Κωστής φόραγε σκαρπίνια. Τις πρώτες μέρες τα πρόσεχε σαν και τί, όλο τα καθάριζε και τα ξελάσπωνε κάθε πέντε βήματα, αλλά μετά το πήρε απόφαση και πλατσούριζε πιο πολύ κι από μας τους υπόλοιπους. Εκανε σαν το άτακτο παιδάκι που ξέφυγε από την προσοχή της μαμάς του.

- Να το χωριό! είπα μόλις ξεχώρισαν μακριά, στον απέναντι λοφίσκο, ανάμεσα σε συννεφένιους καπνούς, μερικές γκρίζες πέτρινες στέγες.
- Ναι, αυτό θά'ναι! αλλά είναι μακριά ακόμα...
- Να ρωτήσουμε το παιδί.

Στο δρόμο, που ο θεός να τον κάνει δρόμο, φάνηκε νά'ρχεται ένα παιδί πάνω σε ένα άλογο. Το ρωτήσαμε και είπε ότι «όχι, δεν είναι αυτό το χωριό που ζητάτε, σε ένα τσιγάρο δρόμο θα πρέπει να κόψετε αριστερά», ο Γιάννης ρώτησε πόσο βαστάει ένα τσιγάρο στα μέρη του, είπε «δεν έχω ρολόι πατριώτη» και χάθηκε καλπάζοντας.

Δεν χρονομέτρησα σε πόση ώρα πέσαμε στου δρόμου τη διχάλα, πάντως στρίψαμε κατά τις οδηγίες. Κάτι στέγες κεραμιδένιες φάνηκαν χαμηλά μπροστά μας.

- Επιτέλους! ανέκραξε ο μέχρι εκείνη τη στιγμή αμίλητος Νίκος, ο κρητικός που τό'παιζε σκληροτράχηλος και κουβάλαγε το σακκίδιο στην πλάτη. Δεν ήθελε να το φορτώσει στο μουλάρι, όπως είχαμε κάνει εμείς, γιατί «εδώ μεσα έχω το ημερολόγιό μου», όπως είχε πει.
- Ναι, αυτο θα είναι.. μακάρι να είναι αυτό! φώναξε ο Κωστής πηδώντας άγαρμπα μεσα σε μια λακκούβα και τινάζοντας μπόλικα νερά.

Το μουλάρι τρόμαξε και, παρά τα "ότch ότch" που του απηύθηνα με καθησυχαστική φωνή κατά τις οδηγίες της κυράς του, πέταξε κάτω το Γιάννη που στραμπούληξε και το άλλο πόδι, και όρμησε τρέχοντας σαν τρελλό μαζί με τα σακκίδια προς το άγνωστο. Σηκώσαμε τον πολλαπλώς τραυματία με προσοχή, τον ξελασπώσαμε όσο γινόταν και, βαστώντας τον προσεχτικά οι άλλοι δυο από τις μασχάλες, προχωρούσαμε πλέον σαν τον κάβουρα προς την κατηφόρα μέχρι που φάνηκε ξανά το παιδί με το άλογο σαν από μηχανής θεός.

- Τι έγινε πατριώτες; ρώτησε, απαντήσαμε τα περί φυγής εν εξάλλω του ζωντανού, μας είπε «μην ανησυχείτε, περιμένετε εκεί που είστε» και σε λίγα λεπτά γύρισε θριαμβευτικά σέρνοντας το μουλάρι πίσω από το άλογό του.

Ξαναφορτώσαμε το Γιάννη που βογγούσε πάνω στο ζώο και κινήσαμε προς το στόχο μας. Μισό τσιγάρο δρόμος απόμενε, τί στο καλό, κάποτε θα φτάναμε! Και φτάσαμε.

Νεστόριο Καστοριάς, πριν από πολλά πολλά χρόνια. Ενας φούρνος που από πάνω είχε Χάνι. Με δυο δωμάτια κι ένα φαρδύ διάδρομο με τέσσερα κρεββάτια σκεπασμένα με χοντρές βελέντζες. Το ένα δωμάτιο το είχε ο δάσκαλος. Ηρθε η χανιτζού και απεφάνθη «τα πιδιά στού δουμάτιου κι του κουρίτσ' στου διάδρουμου», εγώ εξανέστην κι έβαλε ένα απο τα κρεββάτια του διαδρόμου στο δεύτερο δωμάτιο. Ισα που χώραγε, σκέπαζε και το τζάκι και θα ψοφάγαμε στο κρύο, αλλά "ανάγκα και θεοί πείθονται". Κανείς δε μπορεί να τά'χει όλα σε αυτή την παλιοζωή.

Το φαγητό ήταν εξαιρετικό, μοσχαράκι ντόπιο, ραγού μαγειρεμένο στη γάστρα. Κάναμε τη βόλτα μας και είδαμε πινακίδες μικρές σε κολώνες και σε δέντρα να διαφημίζουν τη βραδινή εκδήλωση «ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΣΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΟΥ ΤΑΚΗ» και είπαμε να πάμε να δούμε. Και πήγαμε και είδαμε και ακούσαμε. Δεν έπεφτε καρφίτσα. Ολο το χωριό παρόν. Καθήσαμε, τιμής ένεκεν, στο τραπέζι του γραμματέα της κοινότητας. Κοψίδια κοψίδια κοψίδια και τσίπουρο, αλλά τότε δεν έπινα -ούτε κάπνιζα- ήμουν καλό κορίτσι. Τα όργανα βαρούσαν γερά, βαλσάκια και ταγκά με κλαρίνα και βιολιά. Σηκώθηκαν μερικές κυρίες με δαντελωτούς γιακάδες και βαρύτιμα σκουλαρίκια και χόρεψαν με τους συζύγους -τι χορός, ένα περα-δώθε ήταν, ένα σκαμπανέβασμα πάνω σε ψηλοτάκουνα όπου ισορροπούσαν βαριά σώματα ποτισμένα με βαριά αρώματα και οι καπετάνιοι να συγκρατούν τις γαλέρες μη ντεραπάρουν. Τελοσπάντων, σε λίγο άλλαξε το σκηνικό, τα κλαρίνα και τα βιολιά βρήκαν το δρόμο τους, ένας φαντάρος -ο Σελίμ απο την Ξάνθη, ένα πανύψηλο παληκάρι- σηκώθηκε και χόρεψε ένα χορό που δεν λέει να ξεκολλήσει από τη μνήμη μου και αν υπάρξει ποτέ ένας αποκρυπτογραφητής εγκεφάλων θα μπορέσω να τον μοιραστώ ευχαρίστως. Ολοι φωνάζαν «ζήτω ο τούρκος» και «ένα τσιπουρο στον τούρκο» κι από τα πολλά κεράσματα το παληκάρι θά'γινε ντέφι. Παραπάταγε όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, «γιατί φεύγετε;» ρώτησε ο κ. γραμματέας «πρέπει να σηκωθούμε πολύ νωρίς το πρωί» απαντήσαμε «μα γιατί; αύριο είναι Κυριακή» επέμενε και του εξηγήσαμε ότι πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά μας και να φύγουμε γιατί μας περιμένει ο κύριος καθηγητής και δεν επέμενε άλλο. Πώς να του εξηγούσαμε ότι δεν αντέχαμε το πολιτιστικό σοκ;

Πίσω στο Χάνι λοιπόν, όπου βρήκαμε το ένα από τα κρεββάτια του διαδρόμου φουσκωμένο να σκάει στο κλάμμα. Κάποιος βρισκόταν κάτω από τις βελέντζες. Ο πιο θαρραλέος -ο κρητικός, φυσικά- πλησίασε και σήκωσε λίγο τα σκεπάσματα. Από κάτω φάνηκε να ξεπροβάλλει ένα αγορίστικο μουτρο αναψοκοκκινισμένο, ξανθόμαλλο με ανοιχτογάλανα μάτια που είχαν γίνει κόκκινα από το κλάμμα. Τα αγόρια τον περικύκλωσαν, κάθισαν στις βελέντζες, άκουγαν την ιστορία του και τον παρηγορούσαν. Μπηκα στο δωμάτιο να προλάβω να ξεντυθώ να πέσω για ύπνο. Κοιμήθηκα αμέσως σαν ξερή, «η μέρα είχε πολλές συγκινήσεις που με είχαν κουράσει», όπως θα έγραφε σύγχρονη μυθιστοριογράφος του συρμού.

Το άλλο πρωί έμαθα τα καθέκαστα για τον κλαψιάρη νεαρό. Είχε έρθει, λέει, από το χωριό του, λέει, για να παντρευτεί, λέει, αλλά βρήκε την κοπέλλα που θα παντρευόταν, λέει, να έχει παντρευτεί έναν άλλον, λέει, την περασμένη Κυριακή και έτσι, λέει, θα πήγαινε να παρουσιαστεί φαντάρος χωρίς να παντρευτεί, λέει. Ηταν βοσκός, μόλις δεκαοχτώ χρονών, δυο χρόνια μικρότερος από μας. Τον ρώτησαν «γιατί θες να παντρευτείς τόσο μικρός; την αγαπούσες; γιατί κλαίς;» και απάντησε «για να φυλάει τα πρόβατα όσο λείψω στο στρατό, όχι, δεν την ξέρω καν, ο κουμπάρος μου τη βρήκε, κλαίω που με γέλασε ο κουμπάρος και τώρα δεν προλαβαίνω να βρω άλλη» κι έτσι έμαθα μια νέα παράμετρο των ανθρώπινων σχέσων, πολύ μακριά από τα ρομαντικά μυθιστορήματα που γνώριζα ίσαμε τότε.

Στο επόμενο χωριό ξέχασα τη φωτογραφική μου μηχανή στο σπιτι του παπά του χωριού, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία, όπως άλλη ιστορία είναι και εκείνη όπου φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του ντόπιου ΤΕΑτζή με ντουφέκια κρεμασμένα πάνω από τα κεφαλάρια των κρεββατιών των στρωμμένων με λινά γαλάζια υπέροχα σεντόνια.

______________________
ΣΗΜ.1. ανέβηκε πριν από λίγο εδώ.
Διαίρεσις λαού επετεύχθη. Στοπ.Τσιγάρο στοπ. Στοπ.
ΣΗΜ.2. ακούστε και το παλιό σατιρικό τραγουδάκι μου για το θέμα:


1 Αυγ 2010

Μετά τη σφαγή




Μετά τη σφαγή,
απλωμένοι στον ήλιο
οι σφαγμένοι σκλάβοι.

Καινούργιοι σκλάβοι φτάσαν
με τουρμπάνια λευκά,
ξεδίπλωσαν λευκά πανιά,
έφεραν δοχεία με υδρόμελι,
άλειψαν πληγές,
τυλίξαν σώματα νεκρά,
στόλισαν τάφους
σκάλισαν περίτεχνα πατερίτσες,
αλλάξαν τζάμια στα ματογυάλια.

Μετά τη σφαγή,
οι σφαγείς
-σκλάβοι κι αυτοί-
λούφαξαν σε αμμουδερές σπηλιές
μέχρι να γιάνει τις πληγές
το αλάτι.

Ούτε υδρόμελι, ούτε πατερίτσες, ούτε ματογυάλια.
Μόνο αλάτι.
Να σκληρύνουν οι πληγές
των σφαγέων σκλάβων,
περιμένοντας διαταγή
να ξανασφάξουν.

Πριν τη σφαγή, οι αφέντες γελούσαν.
Μετά τη σφαγή, οι αφέντες γελούσαν πιο πολύ.

Οι αφέντες πίνουν χάπια,
καταπίνουν συναισθήματα.
Οι αφέντες δεν είναι σκλάβοι,
ούτε ελεύθεροι είναι οι αφέντες,
ούτε άνθρωποι.

Χημικά κατασκευάσματα είναι οι αφέντες,
τα λεγόμενα ζόμπι.

________________________
-->> πρωτογραφτηκε προχτες εδω και μεταφερθηκε με μικρες διορθωσεις.

23 Ιουλ 2010

ΑΕΡΙΚΑ

Ψηλές, ξανθούλες ή κοντές μελαχροινές,
αφράτες, στέκες, παχουλούλες, στρουμπουλές,
με τα μπλού τζήν, αυτή τη σύγχρονη στολή,
με ξέπλεκο μαλλί
ή σκούφους ως τ' αυτιά,
με μπόττες, μοκασίνια και αρβύλες με καρφιά!

Αερικά, αερικά,
αερικά είν' αυτά,
τα νέα θηλυκά! (δεν είναι θηλυκά!)
Αγγελοι γήινοι, χωρίς φτερά!
Σύγχρονες μάγισσες, νεράιδες, ξωτικά!

Με ηδονικά μυρωδικά
αλείφουν τις πληγές νωχελικά,
που προκαλέσαν μ' ένα βλέμμα, μ' ένα χάδι, ένα φιλί,
τα νέα θηλυκά,
νεράιδες, ξωτικά,
μα οι πληγές αυτές ανοίγουν πιό πολύ!

*****

Σου ρίχνουν βλέμματα υποχθόνια, μα γλυκά,
σαν διασταυρώνεσαι στο δρόμο ξαφνικά,
κι όταν θα φτάσεις στων ματιών τους τη βολή,
σου κόβουν τη χολή,
τα νέα θηλυκά,
που προσπερνάνε με αέρα, βιαστικά!

Αερικά, αερικά,
αερικά είν' αυτά,
τα νέα θηλυκά! (δεν είναι θηλυκά!)
Αγγελοι γήινοι, χωρίς φτερά!
Σύγχρονες μάγισσες, νεράιδες, ξωτικά!

Με μυστικά φανταστικά
πληγώνουν τις καρδιές με μαγικά
λόγια του έρωτα, κουβέντες για κομπιούτερ, μηχανές,
αυτά τα ξωτικά, τα νέα θηλυκά,
που μεταλλάσσουν τους ψιθύρους σε φωνές!

*****

Ομως, τη νύχτα, όλ' αλλάζουν ξαφνικά,
πάνε στις "ντίσκο" τα κορμιά τα θεϊκά (ελκυστικά)
και ξεβιδώνονται χορεύοντας τρελλά,
με κότσο τα μαλλιά
ή πλεξίδες μακριές,
μ' αέρινα φορέματα κι αλόγων λαιμαριές!

Αερικά, αερικά,
αερικά είν' αυτά,
τα νέα θηλυκά! (δεν είναι θηλυκά!)
Αγγελοι γήινοι, χωρίς φτερά!
Σύγχρονες μάγισσες, νεράιδες, ξωτικά!

Αερικά, αερικά...
Πώς τις ζηλεύω, κι ας τις βλέπω στοργικά,
αυτές τις μάγισσες, τα νέα θηλυκά, τα ξωτικά,
μ' αυτά τα θεϊκά κορμιά, τα ελαστικά!..
Το χθες ξεφτίζει και το αύριο έρχεται, οριστικά!
________________________________
γραμμενο στις 23-12-93/ 11:15 π.μ. - 14:10 μ.μ.
το βρηκα στα σκουπιδια του πισι

21 Ιουν 2010

Οταν αυτοκτονούν οι νεκροί

Ξυπνώ με γροθιές σφιγμένες.
Ηρθαν στον ύπνο μου αγαπημένοι νεκροί.
Ηρθαν να αυτοκτονήσουν,
να σκοτωθούν ξανά απ' το δικό τους χέρι.
Κρατούν πιστόλι, ένα μπαμ στον κρόταφο
και πάει, ξαναπεθαίνουν!

Η αιτία ακατανόητη,
ή μάλλον, αιτία είναι η αδυναμία κατανόησης.
Οι νεκροί δεν μπορούν να καταλάβουν
το γιατί κανείς δεν τους καταλαβαίνει σήμερα.
Και αυτοκτονούν.

Και έρχονται οι παλιοί πεθαμένοι,
σαν να είναι πάντα και παντού παρόντες,
οι περασμένοι, από αιώνες πεθαμένοι,
να πλύνουν και να στολίσουν το ξόδι.

Μάνες, που αν ζούσαν σήμερα θα ήταν δυο αιώνων,
χωρίς ήχο και χωρίς σπαραγμό,
με κινήσεις λιτές -σαν από πάντα-
πλένουν τρυφερά τα ξανασκοτωμένα κορμιά,
και συγκολλούν πρόσωπα
στραπατσαρισμένα απο πυροβολισμούς
σε νεκρά κεφάλια.

Κι όμως! Ειναι τόσο ζωντανοί αυτοί οι νεκροί.
Τους βλέπω από τη μισάνοιχτη πόρτα.
Ολα συμβαίνουν μέσα στην κουζίνα,
όπου τα παιδιά μελετούν τα μαθήματα.
Και λέω, ας μείνω μακριά, μην ενοχλώ,
άλλωστε καλό κάνουν στα παιδιά οι νέες εμπειρίες.

Και τα παιδιά παρατηρούν. Βλέπουν
πώς είναι να πλένεις ένα νεκρό που ξανασκοτώθηκε,
βλέπουν τί είναι θάνατος -ξανά και ξανά θάνατος-
βλέπουν ότι ο ήχος δεν ωφελεί
-τι δύναμη έχει ένα μοιρολόι; καμμιά!

Καταλαβαίνουν τα παιδιά στοργή τί σημαίνει,
να κρατά τρυφερά η πεθαμένη από αιώνες μάνα
να κρατά το κορμί του πεθαμένου από αιώνες παιδιού
να συγκολλά τα κόκκαλα του κρανίου με αγάπη
και να χώνει μέσα τα μυαλά που ξεχειλίζουν
μετά τον αυτοπυροβολισμό,
για να είναι όμορφο το πρόσωπο του νεκρού,
που αποφάσισε να ξανασκοτωθεί.

Αχ, αυτές οι πεθαμένες μάνες που είναι πάντα ζωντανές!
Ερχονται από τους αιώνες,
αφήνοντας την ησυχία του θανάτου,
έρχονται πρόθυμες να θυμίσουν
ότι εδώ βρίσκονται και να μη φοβόμαστε.
Εδώ βρίσκονται και θα τα κάνουν όλα κατά πώς πρέπει.
Και αφήστε τα παιδιά να βλέπουν,
καλό είναι να μαθαίνουν τα παιδιά.
________________________
Γράφτηκε πριν απο λίγο εδώ

10 Ιουν 2010

Ιστορίες της γιαγιάς μου της κεφαλλονίτισσας


Η γιαγιά μου η Ολγα μού διηγότανε ιστορίες για τη νόνα της την Πηνελόπη, που εκλέφτηκε στα δώδεκά της με το γερουσιαστή. Δεν ήτονε, βέβαια, γερουσιαστής όντις τον επαντρεύτηκε, μα έγινε αργότερα, όταν του εγέννησε δώδεκα παιδιά. Ολα τους εζήσανε, και θά 'πε μέσα του ο άθρωπος: «Αφού αντιπροσωπεύω τόσους νοματαίους, έ, ας έμπω και στη Γερουσία». Κι έτσι, εβρέθηκε Γερουσιαστής!

Μου διηγότανε πολλές ιστορίες η γιαγιά μου η Ολγα. Οι πιό πολλές δικές της, από τα παιδικάτα της. Τότες που έτρεχε στους αγρούς, στα Ομαλά, κι εφόριε το μεγάλο άσπρο φιόγκο στα μαλλιά, που της τον έφιαχνε η μάνα της -η σιόρα Ελένη- όταν επηγαίνανε επισκέψεις. Ετσι και τότες, κατακαλόκαιρο, επήγανε επίσκεψη στη θειά την Αντριανούλα, να τη δούνε πώς πορεύεται με τους σέμπρους της, να τους φιλέψει εκείνη την αξέχαστη σουμάδα της και το βύσσινο το γλυκό. Η γιαγιά μου, το Ολγάκι, θά 'τανε δε θά 'τανε οχτώ χρονώνε τότε. Σαν παιδάκι το λοιπόν, μόλις έφαγε το γλυκό της κι ήπιε και τη σουμάδα της και κατάλαβε πως οι μεγάλοι αποξεχάστηκαν με τις κουβέντες τους, εβγήκε απ' την αυλόπορτα κι αρχίνησε να τρεχαλάει έξω, στα χωράφια. Ετρεχε σαν παλαβωμένο μετά από την κλεισούρα του σχολειού και τ' Αργοστολιού, και το φουστάνι το κάτασπρο από οργκαντίνα και τα περκάλινα μεσοφόρια ανέμιζαν και γραπώνονταν απ' τα κλωνάρια της αγράμπελης και γέμιζαν αγκάθια και κομματάκια απ' άχυρα χρυσά. Τα μαλλάκια τα μακρυά, τα καλοχτενισμένα, λύθηκαν κι αυτά, λευτερώθηκαν απ' τον τεράστιο επίσημο φιόγκο, κι ανέμιζαν στο καλοκαιριάτικο μελτεμάκι.

Μα, ξάφνου, ακούστηκαν φωνές: «Ολγα!» και πάλι «Ολγα!» που την εξύπνησαν θαρρείς απ' τ' όνειρο το ευτυχισμένο. Επήρε το δρόμο προς το σπίτι το δίπατο -εκείνο που το '64, όταν επισκέφτηκα την Κεφαλλονιά, σωζώταν μόνο ο μπροστινός του τοίχος με το πολυφωτογραφημένο μπαλκόνι. Οπως εγύρναγε, ετίναζε τα ρούχα της από τ' άχυρα, κι έστρωνε όπως-όπως τις πιέτες και τις σούρες του φουστανιού και των μεσοφοριών. Απλωσε και τα χεράκια της να στρώσει και τ' ατίθασσα μαλλάκια κι απόμεινε πετρωμένη: «Τί να εγίνηκε ο φιόγκος; Ωχ, και να μη τήνε δεί η μάνα της. Ωχ, και πώς θα γλυτώσει!» Παρ' όλη την τρομάρα της, έψαχνε να βρεί λύση και φαίνεται πως τήνε βρήκε γιατί έτρεξε κι εμπήκε στο σπίτι από το πίσω πορτάκι. Εκεί, επερίμενε στη σκιά, πίσ' από τη μεγάλη κονσόλα.

«Ολγα!» και πάλι «Ολγα!» ακουγόντανε ακόμα οι φωνές και κάποιος εκατέβηκε στο κατώϊ. Το Ολγάκι ξεμύτησε με προφύλαξη κι εβρέθηκε φάτσα με φάτσα με τη μεγάλη θειά που ανέβαινε με μιά αγκαλιά ρίγανη. «Ωχου το πουλάκι μου! Και πώς εγίνηκες έτσι; Ελα να σε συγυρίσω να μη σε σκοτώσει η μάνα σου!»

Την περιέλαβε και την έπλυνε, τη χτένισε και της εφόρεσε ένα φιόγκο, μα ένα φιόγκο, τρείς φορές καλύτερον απ' τονε δικόνε της! Ετσι, επαρουσιαστήκανε μαζί στη σιόρα Ελένη. «Τί φωνάζεις καημένη μου; Το παιδί ήτανε κάτω, στη γωνιά κι είχε πάρει έναν υπνάκο! Για τούτο, επειδή ήτανε πολύ φρόνιμη, της εχάρισα και το φιόγκο που βλέπεις, και να μη της ξαναβάλεις άσκημα πράματα στα μαλλάκια της!»

Ο λογος της θειάς της Αντριανούλας ήτανε νόμος και δεν εχώραγε καμμία συζήτηση. Ετσι, έληξε η επίσκεψη εκείνη. Μόνο ένα βλέμμα της έρριξ' η μάνα της και την επήρε, ανέβηκαν στην άμαξα κι εγύρισαν στ' Αργοστόλι.

Μιά άλλη ιστορία που μου διηγόταν η γιαγιά μου ήτανε πολύ αστεία. Είχανε πάει με τη μάνα της, τη σιόρα Ελένη, επίσκεψη στην κοντέσσα Μελπομένη. Ενα σπίτι δυό φορές μεγαλύτερο απ' το δικό τους κι από μέσα... δέκα φορές πιό πλούσιο! Τα έπιπλα αστράφτανε φρεσκολουστραρισμένα, οι πολυέλαιοι, οι κουρτίνες, ήτανε άλλο πράγμα. Οταν εχτυπήσανε το κουδούνι και τους άνοιξε ο πορτιέρης, μιά νεαρή καμαριέρα τις έμπασε στο μικρό σαλονάκι. Εκεί να δείς πολυτέλεια! Ολα όμορφα και με πλούσια φαντασία τοποθετημένα. Η γιαγιά μου -εφτά χρονώνε τότε- εκάθησε σ' ένα πολύχρωμο σκαμνάκι. Η μάνα της όμως εδιάλεξε την πολυθρόνα στη γωνία του σαλονιού, που πάνω της ήτανε ριγμένο ένα αστραφτερό ύφασμα. Ισως νά 'πε μέσα της πως ετούτη τη θέση την προώριζε η κοντέσσα για τους πιό διαλεχτούς καλεσμένους.

Με το που θρονιάστηκε όμως η σιόρα Ελένη στην πλουμιστή πολυθρόνα, εγίνηκε το θάμα! Τα ματάκια της μικρής Ολγούλας αντικρύσανε ξαφνικά τα πόδια της μάνας της σηκωμένα στον αέρα, να κοιτάνε οι σόλες των παπουτσιώνε το ταβάνι, σφηνωμένα ανάμεσα στις νταντέλλες των πολυπληθών μεσοφοριώνε της, την ανάποδη του υφάσματος του κρινολίνου της και του αστραφτερού πανιού που -μόλις μιά στιγμή νωρίτερα- εσκέπαζε την πολυθρόνα. Ποτέ μέχρι τότε δεν την είχε δεί τη μάνα της σε τέτοια παράξενη στάση, και για τούτο την επιάσανε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια! «Βόηθησέ με, μωρή να ξαγκιστρωθώ από δώ μέσα!» της εφώναζε πνιχτά η σιόρα Ελένη, μα η Ολγούλα τίποτα. Δεν εμπόριε να κουνηθεί απ' το ξεκάρδισμα. Εκοίταζε τη μάνα της και τα ματάκια της κοντεύανε να πεταχτούνε όξω απ' τίς κόγχες τους. «Βόηθησέ με μην έρτει κανένας! Βόηθησέ με, κακομοίρα μου, μη σε σκοτώσω!» Η μικρή όμως είχε μαρμαρώσει. Ενα άγαλμα ξεκαρδισμένο απ' τα γέλια, αν γίνεται κάτι τέτοιο.

Τα πράγματα έμειναν έτσι για κάμποσην ώρα, μέχρι που εμπήκε η κοντέσσα Μελπομένη και -κρυφογελώντας κι εκείνη- εφώναξε τη δούλα να βοηθήσει τη σιόρα Ελένη να σηκωθεί. Εζήτησε τα χίλια συγνώμη «Ω, σιόρα μου, τι επάθετε! Την είχα για το μάστορη την πολυθρόνα και για να μη φαίνεται την εκουκούλωσα με τούτο το πανί... Και πώς δε σας τό 'πε το δουλικό! Ω, τι ετραβήξετε! Ω,ω,ω! Λαχτάρα που θα επήρατε!» «Τίποτε, κοντέσσα μου, τίποτε, έχω και τούτο το μόμολο που άλλο δεν ηξέρει απ' το να χάσκει το βλοημένο!» «Αμ, θα σου δείξω εγώ κακομοίρα μου, όταν φτάσουμε οπίσω στο σπίτι!» εσφύριξε της γιαγιάς μου κάποια στιγμή.

Οταν ετελειώσανε τις κουβέντες τους οι δυό κυράδες, ήτανε κιόλας σούρουπο. Τα νεύρα της σιόρας προγιαγιάς μου ήτανε τεντωμένα σα συρματόσκοινα, για τούτο κι εγυρίσανε με τα πόδια, μήπως και τα μολάρει. Η Ολγούλα ακολουθούσε τη μάνα της αμίλητη, ούτε κιχ δεν έβγαλε μέχρι το σπίτι ελπίζοντας να ξεχάσει η σιόρα μάνα της το ρεζιλίκι. Μα πού! Μόλις εκλείστηκ' η αυλόθυρα οπίσω τους και, σαν εμπήκε κι ο καδινάτσος, πού σε πονεί και πού σε σφάζει! Εφαγε της χρονιάς της η μικρή κι επί πλέον εκοιμήθηκε και νηστική εκείνο το βράδυ.

Σκέφτομαι ώρες-ώρες πως ίσως η γιαγιά μου να μην εκατάλαβε καθόλου το λόγο που την καταχέριασε η μάνα της και γι αυτό εθυμότανε τόσο ζωντανά ετούτη την ιστορία μέχρι τα γεράματά της. Πάντως, όσες φορές και να τηνε διηγότανε, εξέσπαγε σε κάτι γέλια, μα κάτι γέλια!

Αλλη μιά ιστορία ήτανε εκείνη στον Εληό, οπού εκάνανε Κούλουμα, κι ο αδερφός της ο Μεμάς επιάστηκ' απ' την ουρά του αετού για να πετάξει, κι όπως ήτανε αλαφρύς τον επήρ' ο αετός και ποιός ξέρει πού θα τόνε πήγαινε αν δεν εκατάφερνε να πιαστεί απ' την κορφή του γεροπλάτανου, ή μήπως ήτανε θεόρατη συκιά; Τόση φαντασία αυτό το παιδί!

Με τη φαντασία του εκόντεψε να τρελλάνει την κακομοίρα τη δούλα της θειάς της Αντριανούλας, όταν εσκάρωσε το στρατό με τους μπούμπουρες. Εμάζεψε για τούτο το σκοπό πολλούς μπούμπουρες, αυτά τα μαύρα στρουμπουλά ζουζούνια που αφθονούν το καλοκαίρι στα χωράφια, κι εστέριωσε πάνω στα καβούκια τους κέρινα απολειφάδια. Είχε ματιάσει και μιά τρύπα στον τοίχο του κατωγιού, απ' όπου εχώριαν ίσα-ίσα να περάσουνε. Οταν λοιπόν η θειά έστειλε τη δούλα στο κατώϊ να φέρει κι άλλο κρασί, εκείνος αμόλαρε απ' όξω τους μπούμπουρες, αφού άναβε τα κεράκια στην καμπούρα τους. Τί να υποθέσει η καημένη η δούλα όταν αντίκρυσε μέσ' στο σκοτάδι μιά φωτεινή σειρά να περπατάει απά στο πάτωμα του κατωγιού; Τί διαβόλους της κόλασης, τί πλάσματα σατανικά νά 'τανε τούτα; Της έφυγε το λαγήνι απ' τα χέρια κι έσπασε με κρότο κι εκείνη εβρέθηκε λιγοθυμισμένη στο πάτωμα. Με το "μπάμ" εκατέβηκε η θειά στο κατώϊ και -μιά και τα μυαλά της τά 'χε τετρακόσια- επετάχτηκε στα γρήγορα όξω κι άρπαξε το δράστη από τ' αυτί. Με τό 'να χέρι εκράτιε τ' αυτί, με τ' άλλο έψαχνε νά 'βρει κάνα ξύλο να του της βρέξει, έστριψε κάπως ο διαολάκος και της τό 'σκασε.

Μετά από τούτο το κάζο, έκανε κάμποσες μέρες να τηνε πλησιάσει, την άφησε να ξεθυμάνει μέχρι που την άκουσε ένα βράδυ απ' το κρεββάτι του να διηγιέται το κατόρθωμά του μικρανεψιού της σε κάποιους επισκέπτες και να σκάει στα γέλια. Ετσι ξεθάρρεψε κι έγινε και το αγαπημένο της, το καμαρωμένο της ανηψάκι.

Δεν ξανασκάρωσε διαολιές στον Εληό, στο σπίτι της θειάς της Αντριανούλας, σα νά 'χε κάνει κάποια μυστική συμφωνία μαζί της, κι όταν επήγαινε η οικογένεια εκεί για να ξεκαλοκαιριάζει, ο Μεμάς είχε το λεύτερο να διατάζει σαν αφεντικό.

Μιά ιστορία μ' ένα κατόρθωμα της θειάς της Αντριανούλας αυτή τη φορά, είναι τότε που είχε μαγερέψει κουκιά για να φάνε οι σέμπροι ένα μεσημέρι. Δεν τους αρέσανε τα κουκιά κι όλο εφτύνανε τα φλούδια στα τσίγκινα πιάτα τους. «Ετσι εισάστενε, ε;» είπε μέσα της η θειά και το βράδυ τους εμαγέρεψε τα ίδια τα φλούδια με ωραία σάλτσα και μοσκομυρίζανε. «Εφκειό είναι φαί σιόρα Αντριάνα, όχι το που εμαγέρεψες το μεσημέρι!» είπε ο αρχισέμπρος. Πού να μολογήσει το μυστικό του εξαιρετικού φαγητού τότες η θειά η Αντριανούλα. Επερίμενε κάμποσες μέρες, να τελειώσουν οι σέμπροι όλες τις δουλειές κι όταν τους αποχαιρέταγε για καλό χειμώνα, τους τό 'σκασε το πράμα. Για τούτο την εσεβόντανε όλοι αυτήν τη θειά που εζούσε μόνη της και τά 'βγαζε πέρα σαν άντρας και καλύτερα, για τη σοφία και τη νοικοκυρωσύνη της.

Δε θυμάμαι άλλη ιστορία της γιαγιάς μου, αν και θα πρέπει να μού 'χει διηγηθεί πολλές, τόσες φορές που πήγαινα να την επισκεφτώ στο διαμέρισμα της οδού Δροσοπούλου, όπου είχε καταντήσει μετά από τα μεγαλεία και τα πλούτη. Ανοιγε το μπαούλο κι έβγαζε από μέσα κομμάτια από αστραφτερά φορέματα κεντημένα με χάντρες, ένα καπέλλο με φτερά και βέλο, μιά εφημερίδα πολυκαιρισμένη πού 'γραφε για τότε που είχε βγεί "μις Αργοστόλι", κι άλλα πολλά θυμητικά. Οταν έσβησε το φως από τα μάτια της τα λαμπερά, σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη και δεν επήγα ούτε στην κηδεία γιατί μου τό 'κρυψαν επειδή είχα εξετάσεις. Εκανα όνειρα τότε, πως θα τελειώσω τις σπουδές μου και θα νοικιάσω ένα σπίτι και θα δουλεύω και θα ζώ με την αγαπημένη μου γιαγιά να μου λέεει ιστορίες για την Κεφαλλονιά, όπως μονάχα εκείνη ήξερε να διηγείται. Τα όνειρα όμως όνειρα έμειναν, όπως γίνεται συνήθως, μα δεν τό 'ξερα ακόμα. Αυτό ήταν ένα ακόμα σκληρό μάθημα για μένα.
_______________________
FIL2053 - απο τα σκουπίδια του PC

26 Μαΐ 2010

Διαχειρίστριες του θανάτου


Η Ελίζα έτριβε με οινόπνευμα τα μουδιασμένα πέλματα του Μάκη, όταν εκείνος άφηνε την τελευταία του πνοή. Ο παιδικός της φίλος ήταν κατάκοιτος εδώ και δυο χρόνια περίπου, μετά από ένα γλύστρημα σε αγώνες σκι. Ο λαιμός του είχε σπάσει, το κορμί του είχε παραλύσει σχεδόν εντελώς, και ήταν θαύμα πως συνέχισε να ζει μετά απο αυτή την αεροπλανική τούμπα. Μόνο το δεξί του χέρι μπορούσε να κινεί, κι αυτό αδέξια.

Η Ελίζα είχε σταθεί στο πλάϊ του, όλο αυτό το διάστημα, σαν αδελφή και σα μητέρα, μια και ο Μάκης δεν είχε γονείς ούτε άλλους συγγενείς και η λύση του ασύλου δε θα ταίριαζε καθόλου σε ένα νέο άνθρωπο, εξαιρετικά δραστήριο μέχρι την τραγική μέρα του δυστυχήματος.

Τρίβοντας λοιπόν τα άχρηστα πέλματα του φίλου της του Μάκη, κάτι που συνήθιζε να κάνει κάθε απόγευμα για να βοηθάει την τόνωση του κυκλοφορικού του, ένοιωσε σαν κάτι να κινείται, τους τένοντες να τεντώνονται, και λαχτάρησε. Μόλις ήταν έτοιμη να φωνάξει «ζήτω» πιστεύοντας πως η ζωή ξαναγύριζε στα απονεκρωμένα μέλη. Η ζωή όμως την ξεγέλασε κι έφυγε μακριά, αφήνοντας οριστικά ολόκληρο το σώμα εντελώς άψυχο. Η Ελίζα το κατάλαβε δυστυχώς ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όταν σήκωσε το βλέμμα προς το πρόσωπο του αγαπημένου της φίλου και, παρατηρώντας το δικό του, αντίκρυσε μια παγωμένη ματιά στυλωμένη στο πουθενά.

Η αίσθηση του θανάτου, που πέρασε ακριβώς δίπλα της χωρίς να την αγγίξει, ήταν σαν ένα μαγικό και έξοχο ξάφνιασμα για την Ελίζα. Δεν αισθάνθηκε τον παραμικρό φόβο. Ισα ίσα, μια μεγάλη χαρά γέμισε την καρδιά της μέχρι τα μπούνια. Από τότε, δεν έπαψε να προσφέρει αφιλοκερδώς -και με άπειρη ευχαρίστηση μάλιστα- τις υπηρεσίες της σε πάσχοντες κάθε είδους, με φανερή προτίμηση σε εκείνους που τα ψωμιά τους φαίνονταν λίγα. Μόλις ο τυχών τραυματίας ή βαρειά ασθενής άρχιζε να αναρρώνει, η Ελίζα χανόταν απο την καρέκλα δίπλα στο κρεββάτι του πόνου.

«Εξις Δευτέρα φύσις» λέει το παλιό ρητό, που είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωση της νεαρής γυναίκας. Κάθε απόγευμα επισκεπτόταν νοσοκομεία και κλινικές ως αδελφή ειδικευμένη να παρέχει τις στερνές ανακουφιστικές υπηρεσίες σε ετοιμοθάνατους -άνδρες ή γυναίκες, αδιάφορο. Με τον καιρό απέκτησε μια ιδιότητα παράξενη, να μαντεύει την παρουσία του θανάτου, αν ο θάνατος δηλαδή βρισκόταν κάπου εκεί κοντά ή αν είχε φύγει οριστικά η απειλή του απο το πλευρό του νοσηλευόμενου. Τόσο εξαπλώθηκε ως δια μαγείας η φήμη της, που τη ζητούσαν οι διάφοροι συγγενείς για να τους πληροφορήσει περί της πορεία της υγείας του δικού τους ανθρώπου. Δεν πάει νά ’λεγαν οι γιατροί πως ο άρρωστος όπου νά ’ναι πεθαίνει, αν η Ελίζα είχε διαφορετική γνώμη, την έδειχνε με την αποχώρησή της απο το δωμάτιο της εντατικής, οπότε, οι συγγενείς αναθαρρούσαν. Οπου όμως η Ελίζα παρουσιαζόταν, οι συγγενείς ανατρίχιαζαν και περίμεναν με αγωνία μια πιθανή δυσμενή εξέλιξη.

Κάποιες φορές, την πλησίαζαν κιόλας προσφέροντάς της χρήματα για να διώξει μακριά το θάνατο, επειδή πίστευαν στ’ αλήθεια -μέσα στην απόγνωσή τους- πως είχε πράγματι κάποια δύναμη υπερφυσική, πως μπορούσε να συνομιλεί μαζί του, πως μπορούσε να τον αποτρέψει ή να τον καθυστερήσει. Ακόμα, κάποτε κάποτε, την παρακαλούσαν να παζαρέψει μαζί του τον ακριβή χρόνο αναχώρησης του υποψήφιου νεκρού, ώστε να προλάβει εκείνος να τελειώσει κάποιες υποχρεώσεις πριν αφήσει τα εγκόσμια. Η Ελίζα είχε συνηθίσει πλέον να την τριγυρίζουν αυτές οι ανόητες πεποιθήσεις, και, πιστή στο λειτούργημά της, δεν έδινε καμμιά σημασία στο οικογενειακό περιβάλλον των ασθενών. Αφοσιωνόταν στα αδύναμα σώματα με κάθε ειλικρίνεια, και πάντα χωρίς να δέχεται να εισπράξει το παραμικρό.

Πέρασαν πολλά χρόνια απο τότε που η Ελίζα, τρίβοντας τα μουδιασμένα πέλματα του φίλου της του Μάκη, αντιλήφθηκε τη ζωηρή παρουσία του θανάτου που πέρασε απο δίπλα της. Πήρε σύνταξη απο την εργασία της -ήταν υπάλληλος τραπέζης- και πήγαινε και τα πρωϊνά πλέον στα νοσοκομεία και τις κλινικές. Οπως ήταν φυσικό, δεν παντρεύτηκε ποτέ ούτε ενδιαφέρθηκε ποτέ να αποκτήσει οικογένεια. Ισως, επειδή ο θάνατος ήταν τόσο οικείος γι αυτήν, να μη θέλησε να μπερδέψει στα πόδια του ανθρώπους πολυαγαπημένους της, μη τυχόν και τον κάνει να ζηλέψει δηλαδή και τους πάρει από κοντά της. Ποιος ξέρει... Ισως πάλι να αγάπησε, να ερωτεύτηκε πραγματικά το θάνατο, οπότε, με έναν απτό σύζυγο θα απιστούσε σε εκείνον, τον άϋλο μοναδικό δυνάστη της καρδιάς της.

Η Ελίζα έζησε πάρα πολλά χρόνια και πέθανε με ένα ζωηρό χαμόγελο στα χείλη. Τη βρήκαν καθισμένη στην πέτσινη πολυθρόνα της, όπου συνήθιζε να ξεκουράζεται τα μεσημέρια, όταν επέστρεφε απο τις καθημερινές της περιήγησεις στα πονεμένα κρεββάτια των νοσοκομείων. Μονάχα ο θάνατος είχε τη δύναμη να τη σταματήσει απο αυτή την -τόσο ενδιαφέρουσα για εκείνην- απασχόληση.

Λίγο μετά την αποχώρηση της Ελίζας απο τη ζωή, μια νεαρή κοπέλλα έκανε αισθητή την παρουσία της στα νοσοκομεία. Η Ξανθή είναι υπάλληλος τραπέζης και τα απογεύματα επισκέπτεται ανελλιπώς τις μονάδες εντατικής παρακολούθησης ως αδελφή-επισκέπτρια. Δεν έχει καμμιά ιδιαίτερη πίστη σε υπερφυσικά φαινόμενα ούτε ανήκει σε κάποια ομάδα ή φιλανθρωπικό σύλλογο -όπως ακριβώς και η Ελίζα. Πρέπει να αποκλειστούν λοιπόν οποιεσδήποτε κοινωνικές ή μεταφυσικές επιδράσεις και καταναγκασμοί.

Συζητώντας μαζί της, κάτι σπάνιο μια και αποφεύγει τις συζητήσεις, διαπίστωσα πως αγνοούσε τελείως την ύπαρξη της προκατόχου της σε αυτό το δύσκολο αντικείμενο, οπότε, δεν υπάρχει καμμιά πιθανότητα να είχε εμπνευστεί απο εκείνη το ενδιαφέρον για τους ετοιμοθάνατους ασθενείς και τραυματίες. Μένει λοιπόν μετέωρο το ερώτημα: Τι είναι εκείνο που έλκει μια γυναίκα στη «συντροφιά» του θανάτου; Πόσο ερεθιστική είναι η άϋλη -μα και τόσο δυναμική- παρουσία του; Υπάρχει άραγε τόσο πολλή ζωή μέσα στις γυναίκες αυτές που πλησιάζουν το χώρο του θανάτου; Τι είναι αυτό που τις σπρώχνει να κάνουν ό,τι η πλειοψηφία των ανθρώπων συνειδητά αποφεύγει; Δεν άντεξα τον πειρασμό να τη ρωτήσω ευθέως αυτό το τεράστιο «γιατί;» και η απάντησή της, που δόθηκε αβίαστα, ήταν: «Επειδή μου αρέσει».

Στον αντίποδα του πολέμου βρίσκονται οι γυναίκες αυτές, που κυκλοφορούν με άνεση ανάμεσα σε τραυματίες με σακατεμένα μέλη, τσακισμένα ανθρώπινα σκαριά, που περιποιούνται σάρκες αποφλοιωμένες και πληγές ανοιχτές, χωρίς να λιποθυμούν στη θέα του αίματος που αναβλύζει άφθονο, κατακόκκινο και πηχτό, σα ντοματόζουμο. Απο τη μια πλευρά ο πόλεμος, η αρρώστεια, τα δυστυχήματα, η αποτρόπαιη σκληρότητα δηλαδή της ζωής που αποσύρεται, και απο την άλλη η ψύχραιμη αντιμετώπιση των δεινών αυτών και η ήρεμη καθοδήγηση των θυμάτων στο απαλό μονοπάτι του λυτρωτικού θανάτου.

Εχοντας αρνηθεί -τις περισσότερες φορές- να φέρουν ζωή στα σπλάχνα τους και να την αναθρέψουν, οι γυναίκες αυτές διαχειρίζονται το θάνατο, απόλυτα εξοικειωμένες μαζί του. Εχουν νοιώσει καλά το αναπόφευκτο της έλευσής του και γοητεύονται απο τη δυνατότητα, που τους δίνεται πλάϊ στα ανθρώπινα συντρίμμια, να μαντέψουν και να αισθανθούν το αναπάντεχο, βρίσκοντας την ολοκλήρωση και το σκοπό της ζωής τους τη μοναδική αυτή στιγμή που ο θάνατος, με μια μονάχα δρεπανιά, νικά τη ζωή θερίζοντάς τη. Για τις γυναίκες αυτές, το μυστήριο του θανάτου δεν είναι και τόσο μυστήριο όσο το μυστήριο της ζωής, που μάλλον τη φοβούνται και την αποφεύγουν περιφερόμενες μακριά της.
____________________
FIL2506 - και αυτο το ανέσυρα απο τα σκουπίδια του PC. Το εψαχνα καιρο και νομιζα πως ειχε χαθει, οπότε, φαντάζεστε τη χαρά μου που το βρήκα!

20 Μαΐ 2010

Το ψυγείο


Πρώτα, έφυγαν τα τζάμια.
Δεν έσπασαν, χάθηκαν,
έπαψαν να υπάρχουν.

Δεν ακούστηκε τίποτα, ούτε φύσηξε αέρας,
ούτε άλλαξε η θερμοκρασία
των δωματίων.

Καταλάβαμε πως έφυγαν τα τζάμια,
επειδή μπορούσαμε να βλέπουμε
πιο καθαρά
έξω.

Κατόπιν, έφυγαν οι τοίχοι. Εξαερώθηκαν.
Ούτε σκόνη, ούτε θόρυβος,
ούτε γκρεμίδια.

Χάθηκαν οι τοίχοι και μείναν
τα τζαμλίκια
να αιωρούνται ανάμεσα πάτωμα και ταβάνι.


Κατάλευκα,
με τα πόμολα στη θέση τους,
κλειστά.

Επειτα, ήρθε η σειρά των υποστηλωμάτων.
Χάθηκαν κι αυτά.

Πάει το μπετόν, πάνε και τα σίδερα.
Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.


Εμειναν το πάτωμα και το ταβάνι
να αιωρούνται
Χωρίς θεμέλια, γιατί
-ξέχασα να πω-
το σπίτι ξεθεμελιώθηκε σε μια στιγμή,
σαν να το τράβηξε
ένα χέρι αόρατο
προς τα πάνω.


Ξαφνιάστηκα και κοίταξα γύρω μου και είδα:
Ολα τα σπίτια του κόσμου
είχαν βρεθεί διαμιάς στην
ίδια κατάσταση.

Πατώματα και ταβάνια να κολυμπούν
στον αέρα
Κατάλευκα κουφώματα να αιωρούνται
ανάμεσά τους, λες καρφωμένα στο πουθενά,
κι οι άνθρωποι να συνεχίζουν τις δουλειές τους
σαν να μη συνέβη τίποτα.


Να δουλεύουν στα γραφεία τους,
να κοιμούνται στα κρεβάτια τους,
μια νοικοκυρά να πλένει πιάτα
στο νεροχύτη,
ένα νήπιο να κάνει στράτα στο σαλόνι,
μια γριά να πλέκει
στην κουνιστή της πολυθρόνα.


Κανείς δεν αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο.

Αν φύσαγε δυνατός αέρας;
Αν έπιανε μπόρα;
Αν πέφταν κεραυνοί;
Αν η ζέστη γινόταν αφόρητη;
Πώς θα προστατευόμασταν;

Τηλεφώνησα σε φίλους, να μάθω
τη γνώμη τους γι αυτή την κατάσταση.

- Ποια κατάσταση; με ρωτούσαν όλοι.
- Μα δεν βλέπετε; Δεν βλέπετε πως όλα είναι στον αέρα;
- Πάντα έτσι ήταν, απαντούσαν, δεν βλέπουμε καμία διαφορά.

Τότε αποφάσισα να βγω έξω. Ανοιξα την πόρτα, παρόλο που δεν υπήρχε τοίχος να με εμποδίσει να περάσω. Ανοιξα την πόρτα. Η εξώπορτα ανοίγει πάντα προς τα μέσα, προς το εσωτερικό του σπιτιού. Η εξώπορτα άνοιξε, αλλά ήταν αδύνατο να βγω. Το βήμα μου βρήκε σε ένα τείχος αόρατο. Απλωσα τα χέρια και ένιωσα μια δύναμη να με απωθεί. Επέστρεψα μέσα. Πήγα να βγω από τον ανύπαρκτο τοίχο. Εκεί, η απώθηση ήταν πιο δυνατή, σαν να με έσπρωξε κάποιος δυνατά. Βρέθηκα πεσμένη στη μέση του δωματίου και, πάλι καλά που δεν έσπασα κάνα κόκκαλο. Ημουν παγιδευμένη μέσα σε ένα σπίτι, φαινομενικά ελεύθερο από όλες τις πλευρές. Πήγα στην κουζίνα. Ανοιξα το ψυγείο. Μπήκα μέσα. Εδώ είναι το σπίτι μου τώρα. Αν και κάπως στενάχωρα, νιώθω ασφαλής. Ανοιγοκλείνω την πόρτα όποτε θέλω, κόβω βόλτες στα δωμάτια, αποφεύγω να βλέπω προς τα έξω.
Μια φορά που κοίταξα, είδα ένα διανομέα ψυγείων. Κάθε άνθρωπος και το ψυγείο του, από δω και μπρος. Ετσι πρέπει. Αυτό σημαίνει πρόοδος. Αυτό το κρύο κουτί που μας περιέχει, είναι η μοίρα μας πλέον.

______________________
Γραμμενο την Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008, εδω.


12 Αυγ. 2016 >>> και η μετάφραση του κειμένου από την Gerrit Monnartz: 

Der Kühlschrank

Zuerst waren die Scheiben weg
Sie zerbrachen nicht, sie verschwanden
Hörten auf, zu sein

Nichts war zu hören, weder ging der Wind
Noch änderte sich die Temperatur Der Zimmer
Wir begriffen, dass die Scheiben weg waren Weil wir klarer nach draußen sehen konnten
Dann verschwanden die Wände. Sie verdunsteten. Weder Staub, noch Lärm, noch Einsturzspuren.
Es verschwanden die Wände und es blieben Die Verschläge Zwischen Boden und Decke hängen
Hellweiss Mit den Knäufen an ihrem Platz geschlossen
Dann kamen die Streben an die Reihe Die verschwanden auch. Es war einmal Beton, es war einmal Stahl Als wären sie nie gewesen Übrig blieben der Boden und die Decke In der Luft hängen Ohne Fundament, denn -ich vergaß zu sagen – Das Haus wurde mit einem Mal aus dem Fundament gehoben Als zöge es Eine unsichtbare Hand Nach oben Ich erschrak und sah um mich und sah Alle Häuser der Welt Befanden sich auf einmal in Demselben Zustand Böden und Decken schwammen In der Luft Hellweiße Türen und Fenster in der Luft Zwischen ihnen, wie genagelt ins Nichts Und die Menschen weiter bei ihrer Arbeit Als sei nichts geschehn Arbeiten an ihren Schreibtischen Schlafen in ihren Betten Eine Hausfrau spült Teller Im Spülbecken Ein Kleinkind macht die ersten Schritte im Wohnzimmer Eine alte Frau strickt In ihrem Schaukelstuhl Niemand war sich der Gefahr bewusst Wenn starker Wind bliese? Ein Gewitter aufkäme? Blitze fielen? Wenn die Hitze unerträglich würde? Wie würden wir Schutz finden? Ich rief Freunde an, um zu erfahren, was sie von der Situation dachten -Welche Situation, fragten mich alle. -Aber seht ihr denn nicht? Seht ihr nicht, dass alles in der Luft hängt? -Das war immer so, antworteten sie, wir sehen keinen Unterschied. Da beschloss ich, raus zu gehen. Ich öffnete die Tür, obwohl es keine Wand mehr gab, die mich am Durchkommen gehindert hätte. Ich öffnete die Tür. Die Tür öffnet immer nach innen, ins Innere des Hauses. Die Tür öffnete sich, aber es war unmöglich hinauszukommen. Mein Schritt fing sich in einer unsichtbaren Mauer. Ich breitete die Arme aus und spürte eine Kraft, die mich zurückwarf. Ich ging wieder zurück nach Innen. Ich ging, um aus der inexistenten Mauer zu kommen. Dort war der Druck stärker, als schubste mich jemand kräftig. Ich fand mich in der Mitte des Zimmers, gefallen, Glück gehabt, dass ich mir nicht die Knochen gebrochen hatte. Ich war im Haus gefangen, scheinbar frei nach allen Seiten. Ich ging in die Küche. Ich öffnete den Kühlschrank. Ich ging hinein. Hier ist jetzt mein zu Hause. Auch, wenn ich mich etwas traurig fühle, fühle ich mich doch sicher. Ich öffne und schließe die Tür, wann immer ich will, drehe Runden durch die Zimmer, vermeide es nach Draußen zu sehen. Einmal als ich hinaussah, sah ich einen Kühlschranklieferanten. Jedem sein Kühlschrank, von nun an. So muss es sein. Das heißt Fortschritt. Diese kalte Kiste, die uns birgt, ist nunmehr unser Schicksal.
__________________
άργησα λίγο λόγω έλλειψης p/c, αλλά θα με συγχωρέσετε, έτσι δεν είναι;

Εργαστήριο Φοβήτρων


Ο καθηγητής Αλφρέδος Βάτσερμαν, Ειδικός Επιστήμων Ερευνητής Τρομολαγνείας, αφήνει έναν ηχηρό στεναγμό ανακούφισης κλείνοντας το νέο επιστημονικό του σύγγραμμα, σηκώνεται από το σκαμπό και απομακρύνεται από τον πάγκο εργασίας του Εργαστηρίου.

Εργάζεται ιδιαιτέρως σκληρά τα τελευταία χρόνια σε αυτό το μοντέρνο Εργαστήριο Φοβήτρων, που έχει την έδρα του κάτω από τα θεμέλια της Λευκής Πυραμίδας στη μακρινή Τακλαμακάν. Εργάζεται σκληρά, επειδή οι απαιτήσεις των εργοδοτών του είναι ιδιαίτερα πιεστικές. Χρειάζονται όλο και περισσότερα φόβητρα τη σήμερον ημέρα που ο κοσμάκης ολοένα και συντομότερα αφυπνίζονται από τους παλιούς φόβους. Τα παλιά δοκιμασμένα στους αιώνες σκιάχτρα δεν τον τρομάζουν πλέον.

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κ. καθηγητής είναι ότι ο εκσυγχρονισμός των αρχαίων φοβήτρων συχνά δεν είναι αρκετός κι έτσι πρέπει να βρίσκεται διαρκώς στη τσίτα, να επιστρατεύει τη φαντασία του για τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων φοβήτρων, ώστε η διάρκειά τους να υπερκαλύπτεται, να μη προλαβαίνει να αποκαλυφθεί το ένα φόβητρο και να εμφανίζεται στο προσκήνιο ένα καινούργιο, μια και οι άνθρωποι ολοένα γίνονται εξυπνότεροι και πιο σκεπτικιστές.

Αυτό είναι το σημαντικότερο πρόβλημα όλων των ερευνητών εφευρετών ανά τους αιώνες: η διάρκεια των εφευρέσεών τους. Μια εφεύρεση δεν είναι δυστυχώς το ίδιο με μια ανακάλυψη, όπου άπαξ και βρεθεί κάτι τι παύει αυτομάτως η περαιτέρω έρευνα. Ο,τι ανακαλύπτεται, πάει και τελείωσε, μένει στη θέση που καταλαμβάνει και κανείς δεν το κουνάει από εκεί, αν και υπάρχουν πάντοτε μερικοί αμφισβητίες. Η αμφισβήτηση όμως προσδίδει κύρος σε μια ανακάλυψη και δεν συμφέρει και τόσο τους πελάτες του καθηγητή Βάτσερμαν.

Αντιθέτως, το δυστύχημα είναι ότι η αμφισβήτηση μιας εφεύρεσης -ιδίως εφεύρεσης του Εργαστηρίου Φοβήτρων- κάθε άλλο παρά κύρος προσδίδει στις εφευρέσεις του, τουναντίον μάλιστα αρκούν μερικά δευτερόλεπτα για να τις ακυρώσει, και πάλι φτου κι από την αρχή ανασκούμπωμα για την δημιουργία ενός καινούργιου φοβήτρου. Συχνά, αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα, η εφεύρεση δηλαδή, επειδή ο καθηγητής είναι ξεφτέρι και η φαντασία του πετάει! Το κυριότερο πρόβλημα είναι η διάδοση, το πλασάρισμα του φόβου στην αγορά, «αυτό όμως δεν είναι δική μου δουλειά» σκέφτεται ο Αλφρέδος και αποσύρεται για ένα σύντομο υπνάκο που δικαιούται μετά από την πρόσφατη επιτυχία του, το καινούργιο φόβητρο που κατέβασε το αρρωστημένο του μυαλό.

Η αλήθεια είναι πως η επίδραση του προηγούμενου φόβου, δηλαδή της "Απειλής από τη Τρομοκρατία και τους Τρομοκράτες", τέλειωσε πολύ σύντομα, αλλά όχι από δική του ευθύνη, μια και είχε υπολογίσει άριστα το δημιούργημά του. Η ευθύνη πέφτει στους ώμους των χειριστών. Διέσπειραν σε υπερβολικές δόσεις το φόβητρο του τρόμου, παρ' όλο που ο Ειδικός Επιστήμων είχε εφιστήσει την προσοχή στους εργοδότες του, και έτσι το φόβητρο του τρόμου δεν άργησε να χάσει την αξία του.

Από την άλλη πλευρά, ίσως να είναι καλύτερα για τον ίδιο και για το Εργαστήριο Φοβήτρων να εκπνέει σύντομα ο χρόνος επίδρασης των εφευρημάτων, ώστε σε δουλειά να βρίσκεται αυτό το εμπνευσμένο επιστημονικό σύστημα. Διαφορετικά, αν δεν εξέπνεαν σύντομα τα εφευρήματα, θα είχε ήδη συμβεί η εκπνοή του Εργαστηρίου και των εργαζομένων εκεί μέσα.

Τρίβει τα χέρια του λοιπόν ο Αλφρέδος Βάτσερμαν και αποσύρεται στον κοιτώνα του, βέβαιος -από τις εικόνες στην τιβί, τα βαρύγδουπα άρθρα στον τύπο και τα ραδιοφωνικά αφιερώματα- ότι το νέο του Φόβητρο θα έχει αρκετή διάρκεια κι έτσι θα τολμήσει να διαθέσει λίγο χρόνο και για τον εαυτό του.

Κλείνοντας απαλά τα βλέφαρα, στέλνει το νου του να ταξιδεύει σε κάποια παραδεισένια νησιά. Αύριο κιόλας λογαριάζει να πετάξει με το προσωπικό του υδροπλάνο κατά 'κει. Ηδη, ο Φόβος της Οικονομικής Κρίσης διαδόθηκε στις σωστές δόσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη και θα διαρκέσει αρκετά καθώς φαίνεται...
_________________________
ανεβηκε στις 25/12/2008 στο Rodia Mixer

11 Μαΐ 2010

"Fortune Cookies II" - Ενα βιβλιαράκι για δίπλα στο μαξιλάρι


Εχμ.. γραφω και'γω εκει μεσα.. δυο απο τις ιστοριες του ιππότη Λάρρυ. Δυστυχώς -ή.. ευτυχώς!- αυτές διάλεξε ο εκδότης. Ετσι, κινδυνεύω να ταυτιστώ με την εικόνα μιας πορνοσυγγραφέως ελαφρού τύπου... Τι να γίνει; Αφού ο Χρήστος Σιδερής είναι φίλος, ε, να μην υποκύψω;


κλικ! να μεγαλωσει το εξωφυλλο


κλικ! να μεγαλωσει ο χάρτης

Το βιβλιαράκι παρουσιάζεται:

ΤΕΤΑΡΤΗ 12 ΜΑΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ) ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ*
ΣΑΒΒΑΤΟ 15 ΜΑΙΟΥ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΣ
* (βλ. χαρτη)

Ελπίζουμε να παραβρεθείτε!
_______________________
ΣΗΜ. οποιος θελει, μπορει να το προμηθευτει και απο μενα -με αφιερωση, εννοειται!
-->> σχετικό ποστ ανέβηκε και εδώ

1 Μαΐ 2010

Η ΜΥΡΩΔΙΑ

Ημερη και λεπτή μυρωδιά, μια ευωδία δυόσμου, η μυρωδιά του σώματός σου.
Με τρελλαίνει που δεν τη μπερδεύεις με σαπωνώδη υποκατάστατα, ούτε την εξαφανίζεις με αποσμητικά.
Υστερα, είναι να μην ομιλούν περί χημείας και επιλογής συντρόφου μέσα απο φυσικές διαδικασίες;...
Ρέπω προς την ωμή αλήθεια, όπως εκφράζεται μέσα απο μυρωδιές, ευωδιαστές και μή, αλήθεια για την καταγωγή των μυρωδικών εικόνων μας.
Ωραία που είναι η μυρωδιά σου! Τι όμορφα που ευωδιάζει το βρεμμένο σου κορμί!
Δένω τα μάτια κι αφήνω την όσφρηση να εισπράξει το πλήρες μερίδιο του πόθου μου για σένα...
Ιδρώτας και αλμύρα και δυόσμος η δική σου μυρωδιά, με προσανατολίζει κι ακολουθώ τα ίχνη σου μαγεμένη.
Αφήνομαι στην οσμή, αφήνομαι στην ωμή αλήθεια σου... Τι άλλο πιο αληθινό, τι άλλο περισσότερο ωμό απο τη δική σου ωμή οσμή;
_____________________________
FIL2530 - απο τα "σκουπίδια" του πισι

25 Απρ 2010

ΟΙ ΠΟΝΤΙΚΟΙ


Τρύπες έχει πολλές το τυρί.
Με καρδιά μαρουλιού τρυφερή
θα το φάν' εκατό ποντικοί.

Σαν η δόση τελειώσει, μετά
θα γεμίσουν τον κόσμο σκατά
και θα μείνουν ξανά νηστικοί!
__________________
απο τα σκουπίδια του υπολογιστή, γραμμενο στις 28-04-94/13:10 με α/α 63

11 Απρ 2010

ΔΙΑΒΟΛΙΚΗ ΑΣΤΕΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

Τον είδα το μπακάλη Ταρνανά,
που στοίβαζε σακκούλες τραχανά
κι ένα μπουκάλι βρήκε κάτω - κάτω,
που ήταν διαολεμένο ώς τον πάτο!
Είχε χωθεί ο διάολος εκεί
να γλύψει γύρω - γύρω το ρακί.

*****

Πετιέτ' ο διάολος απ' το μπουκάλι,
τσιμπάει στριφτά τον κώλο του μπακάλη!
Κι αυτός, ουρλιάζοντας σαν τη σειρήνα,
ορμάει πηδηχτά στην Κατερίνα,
που ανοίγει βιαστικά ένα ντουλάπι
για να κρυφτεί, μα βρίσκει το χασάπη,
που είχε μείνει εκεί από χτές βράδυ,
γιατί είχε μπερδευτεί μέσ' στο σκοτάδι
κι αντί για τη γυναίκα του, εδωνά,
γαμούσε την κυρία Ταρνανά!

*****

Μπερδεύτηκαν λοιπόν, ένα κουβάρι,
χασάπης, Ταρνανάς, κρέας και στάρι,
και γίνηκε, που λες, χαμός μεγάλος
και "Μπά, που νάμπει μέσα σας ο διάλος!"
τους φώναξ' η κυρία Ταρνανά,
και 'γώ, δεν τους ξανάδα πουθενά!

*****

Το δίδαγμα που βγάζει αυτή η ιστορία
είναι πως, δούλα αν είσαι ή κυρία,
το διάολο τον έχεις στη μασχάλη,
αρκεί, ρακί να βάζεις στο μπουκάλι,
και του διαόλου ορίζεις την πορεία.
Κέρατα δυό αυτός, μα η γυναίκα, τρία!
__________________________
-->> στιχάκια γραμμένα (με α/α 17) στις 17-12-93/04:40

3 Απρ 2010

Ο ΜΟΥΣΑΚΑΣ


Οταν πρωτοδοκιμάσεις αυτό το φαγητό, η γεύση σου τρελλαίνεται! Τόσα αισθητήρια στη γλώσσα, δεν ξέρουν τι να πρωτοεντοπίσουν: Την πεντανόστιμη ελαφροτηγανισμένη μελιτζάνα, τον καλοκαβουρντισμένο κιμά με τη ντοματούλα του, το πιπεράκι του και το δυόσμο, τη αφροτηγανητή πατάτα που μπαίνει σα διαιτητής ανάμεσά τους ή την αφράτη μπεσαμέλ με μπόλικο κεφαλοτύρι και μοσχοκάρυδο, που αποτελεί την κορωνίδα και το συνδετικό κρίκο των υπόλοιπων γευστικών ερεθισμάτων;

Μασάς ελαφρά, τριγυρίζοντας στο στόμα κάθε μικρή μπουκιά, τυλίγοντάς την σε μπόλικο σάλιο πριν την καταπιείς, όσο το δυνατόν αργότερα, καθυστερώντας έτσι την απώλεια της απόλαυσης.

Ολόκληρος επικεντρώνεσαι στην αίσθηση της γεύσης, γίνεσαι ολόκληρος ένα στόμα, μια γλώσσα πλαταγίζουσα, ένας ποταμός παχύρρευστου σάλιου.

Υστερα απο κάθε μπουκιά, που κατεβαίνει απαλά στον οισοφάγο, αφήνεις να περάσει λίγος χρόνος πριν οδηγήσεις το πηρούνι ξανά προς την είσοδο του στόματος. Φέρνεις τη γλώσσα ένα γύρο μέσα στην κοιλότητα, καθαρίζοντας τα δόντια απο τα πιθανά υπολείμματα της μαγικής τροφής και με τεντωμένα ρουθούνια οσφραίνεσαι το υπόλοιπο, που βρίσκεται στο πιάτο, έτοιμο να φαγωθεί με τη σειρά του.

Στάσεις αναψυχής, ονομάζονται αυτές οι μικρές παύσεις, που μεσολαβούν ανάμεσα σε δυο πηρουνιές. Μικρές στιγμές ξεκούρασης μεταξύ των αλλεπάλληλων ηδονικών γευστικών απολαύσεων.

Ανεβάζοντας το πηρούνι προς τα χείλη, η αίσθηση της όσφρησης εντείνεται τόσο, ώστε να προετοιμάσει τη γευστική λαγνεία. Το στόμα ανοίγει όσο χρειάζεται για να εισαχθεί ο όγκος της τροφής ολόκληρος εντός, χωρίς να περισέψει ούτε ένας μικρός κόκκος ή σταγόνα. Τα χείλη δεν παίζουν στο παιχνίδι της γεύσης.

Κρατάς λοιπόν το γεμάτο πηρούνι ακριβώς μπροστά στο ανοιγμένο σου στόμα, παίρνεις μια τελευταία μυρωδιά απο κοντινή απόσταση, αμέσως μετά το εξαφανίζεις μέσα στη στοματική κοιλότητα, που λαχταρά να το δεχτεί και ύστερα το βγάζεις απαλά -άδειο πλέον- και το ακουμπάς στο πιάτο, αφήνοντάς το απο το χέρι σου.

Απολαμβάνεις βαθειά το γευστικό χορό που ξεκινά στην αρχή με τα ελαφρά αλλά σταθερά βήματα των μασητήρων, συνεχίζεται με διαδοχικά στοβιλίσματα, όπου τον κύριο λόγο έχει η γλώσσα και τελειώνει με ένα κρεσέντο, όπου οι χορευτές απλώνονται καταλαμβάνοντας ολόκληρο το χώρο της κοιλότητας, διαλυμένοι και σε κατάσταση απόλυτης έκστασης, πριν την καταβαράθρωσή τους στο άγνωστο περιβάλλον του στομάχου.

Στο μουσακά μπορείς να βρεις το νόημα της ζωής σου, η μαγεία της γεύσης αποκαλύπτεται εμπρός σου ολόγυμνη, εντελώς ξεκάθαρη και με αφοπλιστική ευθύτητα. Τα όνειρά σου, οι άπιαστες ιδέες, τα συννεφάτα παραληρήματα προσαρμόζονται επιτέλους σε κάτι τι το απτό: Μια μερίδα μουσακά, ένα όνειρο που είναι τόσο εύκολο να πραγματοποιηθεί!
___________________________
FIL2527 - Kαι αυτο το κειμενακι απο τα "σκουπίδια" του πισι!

28 Μαρ 2010

Επαιζε με τις γυναίκες...


Στον Αρη άρεσε να παίζει, αλλά μονάχα με τις γυναίκες. Το παιχνίδι άρχιζε όταν τις άφηνε απλά να τον ερωτεύονται. Τέτοια βούρλα κι αυτές, ερωτεύονταν τ' αδρά του χαρακτηριστικά πιστεύοντας πως επεκτείνονται σ' έναν αληθινό άντρα! Δεν περίμεναν καθόλου να γνωρίσουν πρώτα τον απαίσιο χαρακτήρα του. Τη χρήση βίας εκ μέρους του την αντιλαμβάνονταν ως ξέφρενο πάθος προς εκείνες, όταν όμως η γνωριμία προχωρούσε, και το «πάθος» δεν έλεγε να καταλαγιάσει ίσα ίσα γινόταν όλο και περισσότερο βίαιο, σχεδόν σαδιστικό, κάτι καταλάβαιναν. Ωσπου να το καλοκαταλάβουν όμως, ο τύπος τις έκανε πέρα με το σκαιό τρόπο που συνήθιζε: Απλά, προσβάλλοντας και θίγοντας τες με ειρωνεία, κρατώντας αλλαζονική στάση απέναντί τους και κοροϊδεύοντας τις ελπίδες, που ο ίδιος είχε καλλιεργήσει επιμελώς στα ανυποψίαστα μυαλουδάκια τους. Δε διάλεγε βέβαια έξυπνες γυναίκες, ήξερε τι έκανε. Διάλεγε γυναίκες όμορφες και ευάλωτες, όπως είναι τα μανεκέν ή οι φοιτήτριες κοινωνικών επιστημών.

Μια βραδιά π.χ. στη Γενεύη, είχε πει σε μια φοιτητριούλα τρελλά ερωτευμένη μαζί του, που ήθελε -ντε και καλά κι αυτή- να μάθει να μιλάει ελληνικά την ίδια τη βραδυά της γνωριμίας τους, πως η φράση «ime malakismeni» σήμαινε πως είναι τρελλή για 'κείνον. Ετρεχε λοιπόν κατά μήκος της αποβάθρας της λίμνης η μικρούλα φωνάζοντας, τρελλή απ' τη χαρά της πως τάχα μάθαινε ελληνικά για χάρη του καλού της, τη φράση που γνωρίζουμε πολύ καλά τι ακριβώς σημαίνει!

Αυτό ήταν το πιο ανώδυνο χουνέρι απ' όλα όσα είχε σκαρώσει και που αναλογιζόταν σήμερα, καθισμένος στην αναπηρική του πολυθρόνα και μετρώντας τα σχέδια του χαλιού στο πάτωμα. Είχε απομείνει μόνος, ανήμπορος μέσα στη βαρειά αρρώστεια του, και αδύναμος πλέον ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί. Παρέα με τις μονομανίες του ζούσε, παιδεύοντας το νου του με φόβους ανύπαρκτους αλλά τόσο βασανιστικούς! Οι αριθμοί έπαιζαν συχνά παιχνίδια δύσκολα μαζί του και, όσο κι αν προσπαθούσε να τους βγάλει απ' τη σκέψη του, εκείνοι εισέβαλλαν ορμητικά κάθε τόσο κι έκαναν κατάληψη, εντελώς απρόσκλητοι. Πάντα κάποιος αριθμός έφταιγε για την κατάντια του, ποτέ ο ίδιος και οι δικές του πράξεις.

Την ελβετίδα φοιτήτρια την παντρεύτηκε ένας φίλος του, έκανε και τρία παιδιά μαζί της και ζούν σήμερα ευτυχισμένοι σ' ένα αθηναϊκό προάστειο. Θυμόταν τα άγαρμπα «παιχνιδάκια» που είχε παίξει στην παριζιάνα του, σ' εκείνη που θα μπορούσε ίσως να αφεθεί στην αγάπη της και να της παραδοθεί ολοκληρωτικά, και δε μπορούσε τώρα να συγχωρέσει τον εαυτό του. Η κοπέλλα είχε πάρει των ομματιών της κι ήταν η μοναδική που τον είχε παρατήσει. Μάλλον για τούτο τη θυμόταν τώρα με νοσταλγία. Αν είχε φύγει εκείνος, μάλλον η ανάμνηση θα είχε ξεθωριάσει πια.

Άπλωσε το χέρι και χάϊδεψε την κουβέρτα που σκέπαζε τα κοκκαλιάρικα γόνατά του. Πόσο θά 'θελε να χάϊδευε τα μαλλάκια ενός παιδιού, ενός εγγονού! «Αφού όμως δεν αξιώθηκα να κάνω οικογένεια και παιδιά, καλά να πάθω» είπε μέσα του σε μια ανεπαίσθητη έκκρηξη ειλικρίνειας, κι άνοιξε την εφημερίδα να διαβάσει τα νέα της ημέρας. Τα γράμματα χόρεψαν για λίγο μπροστά στα θολωμένα του γυαλιά, η εφημερίδα έπεσε στο χαλί, το χέρι τεντώθηκε προς τα κάτω κι η ψυχή του ανασηκώθηκε προς την οροφή μαζί με την τελευταία του εκπνοή, που ξέφυγε μαζί μ' ένα πνιγμένο ρόγχο. Μια βδομάδα αργότερα τον βρήκαν στην ίδια στάση, απ' τη μυρωδιά ψοφιμιού που ανέδυε το διαμέρισμα...
____________________________
Πολύ παλιό, από τα "σκουπίδια" του υπολογιστή και αυτό.
FIL119-DIHg1

24 Μαρ 2010

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ - πείραμα πολυσυγγραφής

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -001 από rodia

Ολα άρχισαν επειδή η μάνα του Ντέμη ήθελε να τον κάνει πρίγκηπα! Λες κι οι πριγκίπησσες τό 'χουν διαφορετικό ή, ίσως, αποστειρωμένο. Ανησυχούσε, μιάς και τον είχε μεγαλώσει το γιόκα της στα πούπουλα, πεντακάθαρο, μακρυά από κάθε βρωμιά, ασπροφουφουλιασμένο μέσα στα κατάλευκά του καλοκαιρινά κοστουμάκια από λινάρι και στα ολόμαλλα χειμωνιάτικα ζιβάγκο, που τα φορούσε στο σκί και που τόσο του πήγαιναν!
Γύρω - γύρω πάνω στα έπιπλα του σαλονιού, ένα σωρό φωτογραφίες του σε διαφορετικές κορνίζες, ξυλόγλυπτες, ασημένιες, επίχρυσες και περίτεχνες γύψινες, "αρ-νουβώ" και ροκοκό. Στη μιά στην Ελβετία, στα χιόνια, στην άλλη στην Ιμπιζα με το κανώ παραμάσχαλα, πιό πέρα στις Πυραμίδες με κάσκα εξερευνητού, μπορούσες να χαζεύεις με τις ώρες τη χαζοχαρούμενη φατσούλα του με τα μισόκλειστα ματάκια και το ηλίθιο αποκρυσταλωμένο χαμόγελο.
Ο Ντέμης κοκκίνιζε με το παραμικρό, σαν κορίτσι που κρυφακούει κακά λόγια. Ηταν υπερβολικά ευγενικός, τόσο που θα πίστευε κανείς πως μέσα του κυλάει, αντί για αίμα, ντοματόζουμο.


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -002 από ophiuchus

Το ντοματόζουμο είναι χυμός ντομάτας ο οποίος προέρχεται έπειτα από.... στίψιμο, ζούληγμα, πάτημα και εκσφενδόνισμα εναντίον "προσφιλούς" προσώπου! Τα νεράντζια είναι καλό να αποφεύγονται διότι προκαλούν και μώλωπες! Επίσης καλό είναι να προσέχει κάποιος όταν βαδίζει και τις.... μπανανόφλουδες.
Βαδίζετε στο πεζοδρόμιο και προσέχετε τα..... ελικόπτερα! Δεν ξέρει κανείς πότε θα δεχτεί κάποιο κατακέφαλα. Πάντα να έχετε μαζί σας ομπρέλα, να φοράτε το μαγιό σας μέσα απ' τα ρούχα σας, να έχετε παραμάσχαλα τα βατραχοπέδιλά σας και ένα σκοινί μήκους τουλάχιστον 5-6 μέτρα με κάποιο γάντζο στην άκρη για να μπορείτε ανά πάσα στιγμή που θα σας πάρει το ποτάμι να πιαστείτε από κάποιο δένδρο, κολώνα, σπίτι και σιγά-σιγά να βγείτε στην "ακτή". Χρήσιμο επίσης θα σας φανεί ένα ζευγάρι μαχαιροπείρουνα. Έτσι εάν καταλήξετε σε καποιο ερημονήσι και καταφέρετε να πιάσετε κάτι προς βρώσιν θα είστε έτοιμοι για το μεγάλο φαγοπότι.


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -003 από marina

Στο φαγοπότι της Κυριακής, που πάντα κανόνιζε η μαμά, κάτι τέτοια ασυνάρτητα σκεφτόταν, μόνο και μόνο για να ξεφύγει το μυαλό του από όλα αυτά τα ίδια που βαριόταν τόοσο πολύ.. Η σκέψη του λειτουργούσε κάπως αφαιρετικά και με αυτόν τον τρόπο κατάφερνε να επιβιώνει μέσα σε αυτήν την ασφυκτική μικροκοινωνία που είχε δημιουργήσει γύρω του η.. μαμά!
Προσπαθούσε να είναι ευγενής, καθως πρέπει, ενώ το μόνο πράγμα που είχε συνέχεια στο μυαλό του, ήταν.. η απόδραση! Ναι, κάπως έτσι το είχε στο μυαλό του, σαν απόδραση από κείνον τον ασφυκτικό λαβύρινθο που κάθε άκρη του οδηγούσε προς μία μοναδική έξοδο... ΤΟΝ ΓΑΜΟ!


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -004 από chriss

"Γάμος..", σκέφτηκε σχεδόν φωναχτά...κι αν..κι αν αυτή που θα πάρω, είναι χειρότερη από τη μαμά?..κι αν γκρινιάζει πιο πολύ?..όχι..πρέπει να το σκεφτώ καλά πρώτα..δεν είναι λύση ο γάμος..κι αν έχω και καμιά στριμένη πεθερά?...όχι ..σίγουρα όχι..αν είναι έτσι κάθομαι και με τη μαμά μου, που μου φτιάχνει και ωραία γιουβαρλάκια......"μαμά..μαμά..είναι έτοιμα τα ΓΙΟΥΒΑΡΛAΚΙΑ ΜΟΥ?"


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -005 από rodia

Τα γουβαρλάκια... Και νά 'ταν μονάχα τα γιουβαρλάκια! Είχε συνηθίσει να συνεχίζει τη ζωούλα του σ' αυτή την προέκταση της μητρικής μήτρας, που λεγόταν "σπίτι" περιχαρακωμένος στα όμορφα και μοσχομυριστά δωμάτια, με τρεις γυναίκες να περιμένουν ένα του νεύμα για να ικανοποιήσουν κάθε του επιθυμία.
Τη μαμά, τη θεία και την καημένη την Ευλαλία ή Λίλα, που μ' ένα μηνιάτικο συμβολικό παρείχε τις υπηρεσίες της εδώ και σαράντα τόσα χρόνια στην οικογένεια.
Ο Ντέμης δεν είχε και πολλά να κάνει μέσα στην κάθε μέρα που περνούσε ζαχαρωμένη, έξω και μακρυά απο σκοτούρες. Απλά, κάθε πρωί, μετά το ντους και το υπέροχα σερβιρισμένο πρωϊνό, έβαζε τη φόρμα του κι έφερνε ένα γύρο τα είκοσι στρέμματα που περιέβαλαν την παραμυθένια βιλλίτσα. Μετά, ιδρωμένος, απολάμβανε ένα αναψυκτικό καθισμένος στην ανατολική βεράντα, εκτεθειμένος στην ηλιακή λάμψη για να μη χάνει το χρώμα της υγείας. Υστερα, άλλο ένα ντουσάκι, μεταξωτή ρόμπα και παντούφλες, πιάνο και μελέτη μέχρι το μεσημέρι των βιβλίων που διάλεγε μ' επιμέλεια η μαμά του -πάντα.
Το μεσημεριανό σερβιριζόταν στη δυτική τραπεζαρία συνήθως και ήταν ελαφρύ ή βαρύ ανάλογα με την εποχή. Ενας υπνάκος, το απογευματινό μπάνιο με αρωματικά άλατα κι έτοιμος για τη βραδυνή έξοδο στα κλαμπάκια πολυτελείας με τους φίλους του. Οι φίλοι του... Στ' αλήθεια είχε φίλους;


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -006 από marina

Οι φίλοι... ήταν άραγε τυχαίο που - χέρι με χέρι- πάντα σε αυτόν κατέληγε ο λογαριασμός; Κι εκείνος τον πλήρωνε πρόθυμα! Άλλωστε πού θα 'βρισκε άλλους τέτοιους φίλους; Γλετζέδες, με μπόλικο χιούμορ και πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα! Στα ώπα-ώπα τον είχαν οι φίλοι του! Όσο για τις γυναίκες...καλές ήταν όλες τους! Έτοιμες για γλέντι και όλο περιποιήσεις! Ναι, είχε επιτυχία στις γυναίκες! Μα τις βαριότανε μετά από λίγο! Άλλωστε μπορούσε να είχε όποια ήθελε!
Παράπονο δεν είχε απ'τη ζωή του!


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -007 από pol

Ζωή του?...Ποιά ζωή του...Μάλλον η ζωή της μαμάς, σκεφτηκε και γέλασε. Η γλύκα της ζωής είναι ο αυθορμητισμός, μα εκείνος σε καθε του κινηση άκουγε μέσα στο κεφάλι του τη φωνή της μαμάς..."Ντέεεμη, πάτα με το δεξί σου πόδι αριστερά, τώρα ίσια αγόρι μου...Ντέμη πρόοοσεχε αγόρι μου θα χτυπήσεις". Όλη του η ζωή προσεχτικά σχεδιασμένη από εκείνη, κάθε του κίνηση φιλτραρισμένη από το κριτικό της βλέμμα .
Τόσα χρόνια συνήθισε πια. Κάθεται βολεμένος στο θρόνο που είναι τοποθετημένος στο κεφάλι του και η μαμά, μεσα στο κεφάλι του και εκείνη, όρθια να διευθύνει τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Ξύπνησε ξαφνιασμένος απο τις σκέψεις του και από τη φωνή του που έλεγε 'Ας χτυπήσω ρε μάνα'. Τρόμαξε ο Ντέμης με τον εαυτό του. Πρώτη φορά κάτι μέσα του επαναστατούσε, κάτι μέσα του άρχισε να φωνάζει...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -008 από marina

Να φωνάξει ήθελε! Να τον ακούσουν μέχρι τα πέρατα της γης... Να ζήσει ήθελε! Να ζήσει όπως ζουν εκείνοι που νιώθουν... Να αισθανθεί ήθελε! Να αγαπήσει, να κλάψει, να πονέσει βρε αδερφέ!
Τόση αποστείρωση συναισθημάτων πια...; Σαν άγαλμα ένιωθε. Τέλεια σμιλευμένος, απαλλαγμένος από πάσης φύσεως συναισθήματα. Το βλέμμα του απλανές, σταθερό, αδιάφορο. Αν ποτέ έκανε καρδιογράφημα φοβόταν πως θα παρουσιαζόταν μια ευθεία γραμμή. Σαν να μην ζούσε. Σαν να ανήκε στον άλλο κόσμο...
Τις νύχτες όπως αυτή τη χθεσινή, ανάμεσα στους εφιάλτες της μαμάς, ονειρευόταν την Αγάπη. Την έβλεπε σαν μια γυναίκα χαμογελαστή, ντυμένη με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αναρωτιόταν αν ποτέ θα του έκλεινε και κείνου το μάτι...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -009 από rodia

Εκλεισε αυτάρεσκα το μάτι στον καθρέφτη του μπάνιου και του χαμογέλασε. Μετά το κρύο νερό, οι σταγόνες που έτρεχαν στα φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα έμοιαζαν με μικρά διαμαντάκια που στόλιζαν επιμελώς την αμέριμνη ομορφιά των καλοσχηματισμένων του χαρακτηριστικών.
Ηταν όμορφος άντρας, σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπα. Λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, λεπτό κορμί νευρώδες, όμορφα άκρα, όμορφα μάτια... Το βλέμμα όμως... Κάτι είχε ή μάλλον κάτι έλειπε απ' το βλέμμα του. Πάντα τόσο ανέκφραστο και ατάραχο. Αυτό είχε την ευκαιρεία να το διαπιστώνει κάθε βράδυ, όταν έβλεπε -και ζήλευε- το βλέμμα το παιχνιδιάρικο των μελών της παρέας του. Επίσης το ίδιο συνέβαινε κι όταν φυλλομετρούσε το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες, ιδίως όταν παρατηρούσε εκείνες που ποζάριζε μαζί με το μπαμπά...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -010 από marina

Ο μπαμπάς... τον κακόμοιρο τον πατέρα. Τι ζωή του έμελλε να ζήσει με αυτήν την γοητευτική και μυστηριώδη (μεγαλύτερη του) γυναίκα που γνώρισε σε κείνο το πάρτι της πρώτης του ξαδέρφης, της Κούλας, στις Σπέτσες... Εκείνη, φορούσε ένα λευκό φόρεμα πάνω στο μαυρισμένο δέρμα της, ασορτί καπέλο και μαύρα γυαλιά αλά Τζάκι... Αδιαφορούσε για τα πάντα γύρω της, και το αθώο τότε αγόρι την χάζευε όλο το απόγευμα όπως άστραφτε κάτω από τον καλοκαιρινό απογευματινό ήλιο. Όταν έπεσε πια ο ήλιος και κείνη έκανε να βγάλει τα γυαλιά της... εκείνος έχασε το φως του. Ο θαυμασμός έγινε ένας τρελός, ξαφνικός έρωτας από εκείνους που νικάνε τα πάντα στο διάβα τους.
Το βλέμμα της ήταν αυτό που τον νίκησε, αυτό έλεγε πάντα όταν του διηγιόταν πως γνώρισε τη μαμά και παρ’ όλα όσα πέρασε μαζί της, αυτό το βλέμμα ήταν που τον καθήλωνε σε κάθε στιγμή της ζωής του. Όταν τον κοίταζε, όλα τα ξεχνούσε, και τις φωνές και τις υστερίες και τον αυταρχισμό με τον οποίο διηύθυνε τη ζωή του και όλων των άλλων. Ο Ντέμης ποτέ του, μέχρι τη μέρα του θανάτου του, δεν κατάλαβε, ούτε και τόλμησε να ρωτήσει πώς ένα βλέμμα μπορεί να έχει τόση δύναμη...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -011 από chriss

"γιατί δύναμη θέλει σίγουρα να αντιμετωπίσει κανείς τη μαμά μου" σκέφτηκε.. Και μετά θυμήθηκε πόσες φορές τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά στους φίλους του, με το να μην μπορεί να καταλάβει πως είχε μεγαλώσει πια.. Πως δεν ήταν μικρό παιδί..μα που να το καταλάβει η μαμά.. Κι ώσπου να καταλάβει ο ίδιος πως αυτή η συμπεριφορά της μαμάς ήταν πιο πολύ μία δική της ανάγκη, χωρίς να θέλει να αμφισβητήσει τις ικανότητες του παιδιού της..το κακό είχε γίνει.. Ενας Ντέμης χωρίς αυτοπεποίθηση, με φόβο πάντα μήπως κάνει κάτι λάθος.. Μήπως πει κάτι λάθος και απογοητεύσει τη μαμά του.. Λες και δεν είχε μεγαλώσει ούτε μέρα βαθειά μέσα του.. Λες και το παιδάκι που έκρυβε καλά από τους άλλους, ήταν εκείνο στη θέση του οδηγού, κι αυτός απλά παρακολουθούσε ανήμπορος την πορεία.. Και κάθε μέρα πάλευε.. Με τον εαυτό του και με τους άλλους.. Να μη φανερωθεί η ευαίσθητη ισορροπία του.. Αυτή που του είχε τόσο απλόχερα χαρίσει η ΜΑΜΑ ΤΟΥ...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -012 από marina

Με τη μαμά θα πήγαιναν για ψώνια σήμερα. Άλλη μια βαρετή ημέρα, από αυτές που βίωνε από την ημέρα που άρχιζε να νιώθει τον εαυτό του. Συγκεκριμένα μαγαζιά (τα καλύτερα), μετά φαγητό στο γνωστό μαγαζί της Κηφισιάς και τέλος καφέ στο σπίτι εκείνου του γνωστού εφοπλιστή, του οποίου η άσχημη κόρη προοριζόταν για γυναίκα του!
Η Ευλαμπία (Γιούλα για τους πολλούς) ήταν μια καλομεγαλωμένη, καλοσπουδαγμένη, κακοφτιαγμένη κοπέλα λίγα χρόνια μικρότερη του. Στις αρκετές φορές που είχαν βρεθεί ο χρόνος περνούσε μαρτυρικά αργά, με αδιάφορες συζητήσεις άνευ ουσιαστικού περιεχομένου που σου άδειαζαν το μυαλό.
Κατέβηκε στη σάλα για το πρωϊνό με τη μαμά και τις θειάδες. Άλλη μια μαρτυρική ημέρα ξεκινούσε...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -013 από pol

Ξεκινούσε ομως και η ψυχή του να επαναστατεί. Το ξυπνητήρι της καρδιάς και της ψυχής του είχε αρχίσει να χτυπάει δυνατά και ποιός ξέρει που θα τον οδηγούσε. Βυθισμένος και πάλι στις σκέψεις του κάθισε στο τραπέζι καλημερίζοντας τις σχεδόν μέσα από τα δόντια του. Με μηχανικές κινήσεις άρχισε να αλοίφει τη μαρμελάδα στο ψωμί. "Ντέμη μου έχεις ένα γράμμα χωρίς τα στοιχεία του αποστολέα, περίεργο ε?" είπε η μητέρα του και άφησε το γράμμα δίπλα του επάνω στο τραπέζι.
Ο Ντέμης με αδιάφορες κινήσεις αρχισε να το ανοίγει. Μόλις ανοιξε το φάκελο μια μεθυστική μυρωδιά τριαντάφυλλου τον τύλιξε ολόκληρο. Η περιεργεια του ξύπνησε και ζωηρά αυτή τη φορά βάλθηκε να διαβασει το περιεχόμενο της αρωματισμένης ροζ σελίδας.
"Κάθε ταξίδι της ψυχής ξεκινάει όταν η ψυχή είναι έτοιμη...



ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -014 από rodia
...όταν η ψυχή είναι έτοιμη ν' αντιμετωπίσει το απροσδόκητο!
Σε βλέπω κάθε μέρα να γιαλίζεις το σπορ αυτοκίνητό σου με τόσο μεράκι, που λέω μέσα μουπως δε θα πρέπει να είσαι τόσο αδιάφορος και μπλαζέ άνθρωπος όσο θέλεις να δείχνεις...
Θα σ' ενδιέφερε να συναντηθούμε και να συζητήσουμε; Πιστεύω πως θα βρούμε κάτι κοινό. Μου είσαι πολύ συμπαθής.
Εκτός αν φοβάσαι την αντίδραση της μαμάς σου...
Συγγνώμη που πήρα το θάρρος να σου στείλω αυτό το σημείωμα, αλλά αν περίμενα απο σένα να με προσέξεις, θα ήμουν υπερ του δέοντος αισιόδοξη!

Με αγάπη,
η άγνωστη της γειτονιάς"
Διάβασε μονορούφι τις γραμμές με τα καλλιγραφικά γραμματάκια κι έκλεισε το φάκελλο, τον δίπλωσε προσέχοντας να μη τον τσαλακώσει και τον έχωσε βαθειά στην πίσω τσέπη του παντελονιού του.

-Τι έγραφε το γράμμα παιδί μου; Ρώτησε η κυρία Ντόρις, η μαμά του, χωρίς να ρωτήσει απο ποιόν είναι.

Προέχει το περιεχόμενο βλέπεις, σκέφτηκε ο Ντέμης, δεν ήταν δα και τόσο κουτός.

-Τίποτα μαμά, απάντησε, μια ειδοποίηση για το βράδυ...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -015 από marina

Το βράδυ είμαστε καλεσμένοι στη δεξίωση για τα 25α γενέθλια της Γιούλας, Ντέμη" μόνο αυτό είπε η μαμά, αποκλείοντας αυτομάτως οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Λίγο τον ένοιαζε όμως αυτό εκείνη τη στιγμή. Δεν άκουγε τίποτε άλλο εκτός από τον δυνατό χτύπο της καρδιάς του, έτσι όπως δεν τον είχε ξανακούσει ποτέ.
"Μα, ποιά μπορεί να είναι αυτη η άγνωστη..;" σκέφτηκε και ένιωσε μια απελπιστική χαρά μέσα του αναμιγμένη με μια αγωνία για την περιπέτεια που ανοιγόταν μπροστά του και η οποία ήταν πολύ περισσότερο απ'ότι μπορούσε να ελπίζει στη συγκεκριμένη φάση της ζωής του...
Σηκώθηκε από το τραπέζι σαν υπνωτισμένος και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στις παρατηρήσεις της μητέρας του, που κάτι συνέχιζε να του λέει, προχώρησε προς τον κήπο...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -016 από rodia

Ο κήπος ήταν ολάνθιστος, άλλωστε ποτέ δεν ήταν εντελώς γυμνός απο άνθη. Η μανία της Ντόρις για την κηπουρική ήταν γνωστή. Είχε μελετήσει ένα σωρό βιβλία κι έβαζε κάτω και τον πλέον ενημερωμένο γεωπόνο σε θέματα σχετικά με την ανθοφορία των φυτών καθώς και το χώμα, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρειάζονταν για να βρίσκονται ολόκληρο το χρόνο σε φόρμα!
Κάθε τρεις και λίγο άλλαζε κηπουρό επειδή δεν έβρισκε τον ικανό και άξιο να περιποιηθεί τον κήπο της. Στο νου της ερχόταν συχνά πυκνά ο Αριστοτέλης. Οχι ο σοφός της αρχαιότητας, μα ο γερο-κηπουρός των παιδικών της χρόνων, αυτός που της είχε μάθει τα βασικά περί κηπουρικής και της είχε εμπνεύσει την αγάπη για τα διάφορα φυτά, ιδίως τα λουλούδια. Εψαχνε λοιπόν ενδόμυχα ένα αντίγραφο του Αριστοτέλη του μακαρίτη, μια και είχε συχωρεθεί εδώ και κάμποσες δεκαετίες το πρωτότυπο, σε βαθειά γεράματα.
Η καημένη η Ντόρις ήταν τόσο δυστυχισμένη μέσα στο ζαχαρωμένο της περιβάλλον. Για τριάντα χρόνια και κάτι ζούσε σ' αυτή την υπέροχη βίλλα, απ' τα οποία τα τριάντα ακριβώς τα είχε περάσει πλάϊ στο στρατηγό σύζυγό της κάτω απο πλήρη πειθαρχία, άσχετα τι έλεγε ή νόμιζε ο κόσμος. Της είχε αφήσει ελευθερία σχετικά με τη διαχείριση των εργασιών του σπιτιού και του κήπου, στα υπόλοιπα όμως ήταν κέρβερος σωστός. Κάτω απο μια επίφαση αγαθότητας, έλεγχε και το παραμικρό έξοδο, την παραμικρή πεντάρα που ξοδευόταν για ο,τιδήποτε. Δεν είχε τη χαρά να ψωνίσει κάτι τι η Ντόρις χωρίς την απόλυτη έγκρισή του στρατηγού, που για να την αποκτήσει έδινε μικρές και μεγάλες μάχες, ιδίως στο κρεββάτι.
Εκπλήρωνε με ευσυνειδησία τα βρώμικα βίτσια του -αρκετά μικρότερου- συζύγου της, υπέμενε συνεχείς βιασμούς για χάρη των μικρών γυναικείων απολαύσεων, μια επίσκεψη στο κομμωτήριο, ένα τσάϊ με τις φίλες της ή ένα καινούργιο φουστανάκι. Αναρωτιόταν ώρες ώρες σε ποιά περιοχή του πλανήτη είχε εξαφανιστεί ο νεαρός εύελπις, που είχε γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι στις Σπέτσες... Η καρτερία κι η απαντοχή της όμως στον έγγαμο βίο είχαν κυρίως κίνητρο τη φροντίδα του μονάκριβου παιδιού της, του γιόκα της του Ντέμη.
Δημήτριος είχε βαφτιστεί το παιδί, χάρη στον πολιούχο της πατρίδας του στρατηγού, η Ντόρις όμως δεν άντεχε ένα όνομα τραχύ, όπως ηχούσε στ' αφτιά της αυτό το όνομα που ανήκε και στον πατέρα του. Ναι, το στρατηγό τον λέγανε κι αυτόν Δημήτρη. Πάτησε λοιπόν πόδι με όσο θάρρος μπορούσε να επιστρατεύσει και, δήθεν για να τους ξεχωρίζουν πατέρα και γιό, επέβαλλε το υποκοριστικό "Ντέμης" για το αντικείμενο της αγάπης της που ξεπερνούσε τη μητρική.
Ο Ντέμης της ήταν δικός της, ήταν ο καρπός του δικού της κήπου, ήταν το αγοράκι της, που κανείς δε θα μπορούσε να της το στερήσει, ούτε ο πατέρας του. Ο στρατηγός δεν πολυανακατευόταν στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, προτιμούσε να παίζει μπριτζ με την παρέα του, άντε και κανα σκάκι στη στρατιωτική λέσχη.

(συνεχίζεται)
________________________
FIL3442 - απο τα σκουπιδια του υπολογιστη, παλιό πείραμα πολυσυγγραφής στο κλαμπ που διατηρούσα στον Pathfinder. Ο κανονας ηταν (απο οσο θυμαμαι) να ξεκινα η προσθηκη του καθενος με τη χρηση της τελευταιας λεξης του προηγουμενου. Κρίμα που δεν συνεχίστηκε... Χρειάζεται υπομονή ένα τέτοιο εγχείρημα!

23 Μαρ 2010

ΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ

A- Αγάπη!
Γ- Ναι, αγάπη...
Α- Τι σού'φερα σήμερα;
Γ- Μμμμ... τι;
Α- Μάντεψε!
Γ- Πού να ξέρω;
Α- Πού πήγα σήμερα;
Γ- Πού; Πες μου...
Α- Δεν είχαμε πει χτες βράδυ ότι το πρωΐ θα πάω...
Γ- Χτες βράδυ... δε θυμάμαι... Τι είπαμε χτες βράδυ;
Α- Ελα τώρα... γιατί κάνεις ότι δε θυμάσαι;
Γ- Αλήθεια! Δε θυμάμαι τίποτα! Πες μου...
Α- Θα σου πω άμα κατέβεις.
Γ- Τώρα... κατεβαίνω... Εφυγαν τα παιδιά;
Α- Ποια παιδιά;
Γ- Δε θέλω να ακούσουν τα παιδιά...
Α- Τι να ακούσουν;
Γ- Αυτά που θα μου πεις.
Α- Και πώς ξέρεις τι θα σου πω; Αφού δε θυμάσαι.
Γ- Ναι, δε θυμάμαι, αλλά φαντάζομαι.
Α- Τι φαντάζεσαι;
Γ- Αυτό που θα μου πεις... ότι δεν είναι κατάλληλο να το ακούσουν τα παιδιά.
Α- Α! Γιατί να μην είναι κατάλληλο; Ομορφα πράγματα δε σου λέω συνήθως;
Γ- Ναι, όμορφα, αλλά ακατάλληλα...
Α- Ελα λοιπόν να σου πω τι σού'φερα!

(κατεβαίνει τη σκάλα και τρέχει πλάϊ του)

Γ- Νά'μαι! Τι μού'φερες;

(κρύβει κάτι πίσω απο την πλάτη του)

Γ- Ελα λοιπόν! Δείξε μου! (προσπαθεί να τραβήξει τα χέρια του να δει)

Α- Αυτό! (παρουσιάζει ένα μανταρίνι και της το προσφέρει με υπόκλιση)



Γ- Α! Ενα μανταρίνι! Πού το βρήκες; Υπάρχουν ακόμη μανταρίνια;
Α- Υπάρχουν... Για σένα υπάρχουν.
Γ- Καλέ μου! (ορμάει και τον φιλάει) Κινδύνεψες για μένα;!
Α- Οταν ξέρω ότι κάτι σου αρέσει, δε λογαριάζω τίποτα για να στο χαρίσω.
Γ- Γιατί, εγώ δεν κάνω το ίδιο;
Α- Πότε έκανες κάτι παράτολμο για χάρη μου;
Γ- Πέρσυ... δε θυμάσαι;
Α- Πότε; Αααα... πέρισυ... Το κρεμμυδάκι...
Γ- Ναι, το κρεμμυδάκι! Λίγο ήταν; Θα με ξέσκιζαν τα σκυλιά του Πρόεδρου... αλλά, στό 'φερα. Το ξερρίζωσα και στό 'φερα!
Α- Καρδούλα μου!
Γ- Αγαπημένε...
Α- Ελα, φάτο στα γρήγορα, πριν γυρίσουν τα παιδιά.
Γ- Ναι. Να φέρω μαχαίρι ή να το καθαρίσω με τα χέρια;
Α- Οπως σε ευχαριστεί. Οπως νοιώθεις καλύτερα. Τα φλούδια δικά μου όμως, ε;
Γ- Ναι, φυσικά... Δε θέλεις και καμμιά φετίτσα;
Α- Οχι, γλυκειά μου, όχι. Ολο δικό σου το ζουμερό μανταρινάκι.
Γ- Αααχ! (το μυρίζει) Τι ωραία μυρωδιά! Πόσα χρόνια έχω να μυρίσω ένα μανταρίνι! Αααχ! Υπέροχο!

(το ξεφλουδίζει με μανία, βιαστικά κι εκείνος μαζεύει τα φλούδια και τα χώνει στην τσέπη του)

Γ- Γιατί τα κρύβεις τα φλούδια;
Α- Θα τα απολαύσω αργότερα γλυκειά μου... Ισως το βραδάκι...
Γ- Α! Κάνε όπως θέλεις... (τρώει φέτα φέτα το μανταρίνι και γλείφεται)

ΝΤΡΙΝΝΝΝΝ (χτυπά το κουδούνι)

Α- Κρύψτο! Γρήγορα, μη μας πιάσουν! Τρέχα στο μπάνιο... κι αυτή η μυρωδιά... θα μας προδώσει... (τινάζει τα χέρια δεξιά αριστερά να διώξει τη μυρωδιά) Πάω να ανοίξω.
__________________________
Πολύ παλιό, ούτε που θυμάμαι πότε γράφτηκε. Το βρήκα στα "σκουπίδια" του υπολογιστή.

22 Μαρ 2010

ΜΑΥΡΟ


«Χμμμ... το μαύρο με εμπνέει, αν και προτιμώ την πολυχρωμία..» Σκέφτηκε η Βάρβαρη φέρνοντας εικόνες απο το άγριο παρελθόν, εκεί στη μακρινή Μογγολία υπό κινεζική κατοχή, όπου είχε μεγαλώσει και διδαχτεί την τέχνη του Νικάν_Τους_Αντιπάλους (ΝΤΑ) και του Προστατεύειν_Τους_Ανήμπορους (ΠΤΑ) και του... τεσπα.. ένα σωρό τέχνες είχε διδαχτεί..!
Απλώνει τώρα το χέρι με το χιλιομπαλωμένο δερμάτινο βραχιόλι που της φέρνει γούρι και ανασύρει μια βαριά σπάθα. Σπαθίζοντας τον αέρα, επιτίθεται στη Σκιά_Της_Σκιάς εκβάλλοντας καυτές ανάσες, όπως είχε παρατηρήσει να κάνουν οι Δράκοι επιτιθέμενοι -πριν τους ξεπαστρέψει ο μπαμπάς της.

ΜΑΥΡΟ

Απέναντί μου στέκεται ένα κομμάτι απο την κόλαση. Ενα κατάμαυρο έργο τέχνης. Ενας πίνακας ζωγραφικής. Απο όσο μπορώ να διακρίνω, μέσα στο μαύρο του σώμα βρίσκονται σπαρμένες μικρές κηλίδες ρόδινες και λευκές. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τι σκόπευε ο ζωγράφος να μεταδώσει, ποιο τάχα να είναι -αν υπάρχει- το κρυφό μήνυμα του πίνακα. Αυτό που φαντάζομαι είναι μια απεραντωσύνη μαύρη, η μαύρη ήπειρος μάλλον, όπου η λιγοστή ελπίδα διάσωσης αχνοφαίνεται αμυδρά. Μπορεί όμως οι λευκές κηλίδες να είναι απαστράπτοντα δόντια σε πεινασμένα στόματα ή το ασπράδι των ματιών των μαύρων ανθρώπων που εκλιπαρούν το ενδιαφέρον μας.
Οι ρόδινες κηλίδες είναι το εσωτερικό απο τις παλάμες τους, που στέλνουν ένα σήμα απαγορευτικό: Οχι άλλες φωτογραφίες! Φτάνει πια! Η κακομοιριά μας οφείλεται σε σας αποκλειστικά λευκοί αδελφοί, σε σας που χωρίς σκέψη εκτροχιάσατε την πορεία μας προς τον πολιτισμό, σε σας που μας εμποδίσατε να κινηθούμε ελεύθερα με τα δικά μας οχήματα! Τώρα μας φωτογραφίζετε κερδίζοντας βραβεία σε διεθνείς εκθέσεις.. εκθέτοντας το ταλέντο σας υποστηριζόμενο απο τη δική μας αθλιότητα..
Σιγά σιγά σκοτεινιάζει και ο πίνακας απορροφάται, γίνεται ένα με τη νύχτα. Τα λευκά στίγματα λάμπουν σαν αστέρια σε έναν ουρανό κατάμαυρο χωρίς φεγγάρι και οι ρόδινες κηλίδες ούτε που φαίνονται πια. Η φαντασία μου εστιάζει στα λαμπυρίζοντα στίγματα προσανατολισμένη προς τις πιθανές νέες διεξόδους της ανθρωπότητας. Αραγε υπάρχει ζωή στον Αρη; Κι αν είναι να σβηστεί η ντροπή της ανθρωπότητας απο το χάρτη, η μαύρη ήπειρος δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανότητες -αν υπάρχουν- να ξαναβρεθεί κάπου στο διάστημα;
Ξημερώνομαι κοιτάζοντας προσεκτικά το έργο του παρανοϊκού ζωγράφου -γιατί μόνο κάποιος έξω απο τή συμβατική λογική θα μπορούσε να ζωγραφίσει κάτι τι παρόμοιο. Τώρα που ανατέλλει ο ήλιος κι ο πίνακας φαντάζει αποτρόπαιος, πως να ξεκινήσω τη μέρα μου με τόση πια μαυρίλα; Ας παρομοιάσω λοιπόν το έργο με ένα κατάμαυρο καφεδάκι διάστικτο με μικρές σταγόνες γάλακτος ή κρέμας που δεν έχει καλοδιαλυθεί κι ας το καταπιώ με μικρές γουλιές.
________________________________
μικρο δείγμα απο τις "kivernoistories" που είχαν παιχτεί με μπόλικο κέφι στον αρχαίο κόμβο www.kivernologotexnia.com, που, εδώ και μερικά χρονάκια, πλέει ακυβέρνητος στις διαδικτυακές θάλασσες...

6 Μαρ 2010

ερωτισμός με σμόκιν

Η ωραία μαρκησία Εψη Εψιλον εκάθητο αραχτή επί τινος ανακλίντρου, επενδεδυμένου δια βαρυτίμου υφάσματος μπροκάρ, χρώματος κυανού, κεκοσμημένου δια χρυσών αστερίσκων λιλιπουτείου μεγέθους, έμπροσθεν του υπερμεγέθους καθρέπτου της σάλας Τελετών του βρυξελλώδους Μεγάρου και ηυνανίζετο. Πέριξ αυτής, πλήθος ψωλώνων εντός σκελεών παντός τύπου και χρωματισμού -από του ευγενούς σμόκιν μέχρι του τετριμμένου μπλουτζίν- ανέμενον υπομονετικώς το πέρας του αυνανισμού της μαρκησίας Εψης, ίνα λάβωσιν την τιμήν να εισέλθουν εντός του κόλπου αυτής, όσον το δυνατόν βαθύτερον, και εκβάλλουν εν αυτώ το κολλώδες υγρόν των. Η ωραιοτάτη μαρκησία Εψη, ουδεμίαν σημασίαν δίδουσα εις το περιβάλλον αυτής, εμάλαζε τους βύζους εναλλάξ, τουτέστιν μία τον εκ δεξιών και μία τον εξ ευωνύμων, και κατόπιν έτριπτε μανιωδώς το αυτής αιδοίον εκβάλλουσα μικράς διεγερτικάς κραυγάς ωσάν παραδείσιον πτηνόν και ωσάν μικρός μόσχος. Ενίοτε, αι κραυγαί αυταί ηκούγοντο και ως ογκανητά, αλλά μόνον από μη εξευγενισμένα ώτα. Επερνούσαν ώραι, ημέραι, μήνες, ολόκληρα έτη, αλλά η σκηνή ταύτη εξηκολούθη υφισταμένη ως να ήτο διαρκώς εν τη στιγμή της ενάρξεως αυτής, ως να μη διέβαινεν ο χρόνος, ως η εικών του αυνανισμού της ωραίας αυνανιζομένης Εψης Εψιλον να έμενεν αποκεκρυσταλλωμένη εν τη σάλα του βρυξελλώδους Μεγάρου. Οι πέριξ αυτής ψώλωνες ετρωγόπινον του σκασμού, λαμβάνοντες άφθονα και υψηλής γαστριμαργίας φαγητά και ποτά εκ τραπεζών εστολισμένων με άνθη, αναμένοντες το ευτυχές γεγονός του πέρατος του αυτοερωτισμού και της πλήρους διεγέρσεως της ωραίας μαρκησίας, ωσεί παρόντες. Τουτέστιν, ουδείς απετόλμα ούτε να φαντασθεί καν να ενοχλήσει την ωραίαν, έστω λέγοντας «μα τι κάνεις κυρά μου τόσα χρόνια; Μπετόν έγινε ο ψώλων μου πια!» και ο χρόνος εκυλούσεν ομαλώς και αδιαταράκτως, έως την στιγμήν όπου η ωραία Εψη Εψιλον έχυσεν επιτέλους, αλλά εν πλήρει σιγή. Ουδείς αντελήφθη εγκαίρως το πέρας του αυνανισμού και το υγρόν του Κόλπου έρρευσεν εν τοσαύτη αφθονίη, ώστε επλημμύρισεν την σάλαν του βρυξελλώδους Μεγάρου και οι ψώλωνες εσυρρικνώθησαν εν τω άμα. Αι σκελέαι παντός τύπου και χρωματισμού, έτρεχον και δεν έφθανον ουδεμού πανικόβλητοι, αι τράπεζαι αναποδογυρίστηκαν, τα φαγητά και τα ποτά υψηλής γαστριμαργίας επέπλεον επί τω αφρί και, εν τέλει, άπαντες επνίγησαν, εκτός της ωραίας Εψης η οποία ανεδύθη ως νέα Αφροδίτη αναζητώσα νέον περιβάλλον σφριγηλών ψωλώνων.
_______________________
μεταφερθηκε ελαφρως διορθωμενο απο την 1η εγγραφη, που έγινε εδω.