18 Αυγ 2019

μαύρες σακούλες για τη Λάουρα

Οταν τη γνώρισα σε μια νησιώτικη παραλία, στη χώρα μας είχαμε χούντα και η Λάουρα θα ήτανε γύρω στα πενήντα κάτι, πράγμα που δεν της φαινότανε και τόσο γιατί παιδιάριζε. Είχα βρεθεί σε μια συντροφιά καλλιτεχνών και, καθισμένοι στα βραχάκια κοντά σε κάτι παλιούς στάβλους που είχαν διαμορφωθεί σε εξοχικό σπιτάκι, μιλάγαμε για την σχετικά πρόσφατη κινηματογραφική απόδραση του υπουργού Γιώργου Μυλωνά.

Η Λάουρα δεν ήταν καλλιτέχνις, μόνο κάπου κάπου παρίστανε αμισθί το μοντέλο σε μια φίλη γλύπτρια, καθώς και σε δυο καταξιωμένες φωτογράφους που συστεγάζονταν σε ένα μυθικό για την εποχή στούντιο, γιατί η Λάουρα είχε ένα τέλειο κορμί και της άρεσε να το δείχνει. Η δουλειά της, πρόσφατα κληρονομημένη από τον πάμπλουτο πατέρα της, ήταν έμπορος λιπαντικών για αυτοκίνητα και μηχανές και θα πήγαινε καλά αν δεν την εξαπατούσε ο βασικός παράγοντας της εταιρείας.

Δυστυχώς, έπεσε θύμα του και πριν το καλοκαταλάβει βρέθηκε να λουφάζει σε ένα μαγαζάκι κοντά στην πλατεία Κάνιγγος, πεταμένη κυριολεκτικά έξω από τα πολυτελή γραφεία του Κολωνακίου. Ζούσε με μια πενιχρότατη σύνταξη του μπαμπά, ενεχυριάζοντας κατά διαστήματα μερικά πολυτελή αντικείμενα και κοσμήματα, μη θέλοντας να απαρνηθεί τις συνήθειες μιας ολόκληρης ζωής.

Πρέπει να ήταν πολύ μόνη και δυστυχισμένη, αλλά το έκρυβε τεχνηέντως που λένε, με γέλια τρανταχτά και χορευτικές κινήσεις αταίριαστες για την ηλικία της, που όμως η συντροφιά κατανοούσε και δικαιολογούσε ψιθυρίζοντας ολοένα "η καημένη η Λάουρα". Ούτε στιγμή δεν θα της πέρασε από το νου να ζητήσει βοήθεια από φίλους δοκιμασμένους, γιατί δεν ήθελε μάλλον "να δώσει δικαιώματα" να τη λυπηθούν. Αλήθεια, πίστευε, με την αφέλεια που την έδερνε, ότι μια καταστροφή τέτοιου μεγέθους μπορεί να κρατηθεί μυστική.

Τελοσπάντων, όταν γύρισα στο σπίτι μετά τις μακρόσυρτες εκείνες διακοπές κι έδειχνα τις αναμνηστικές φωτογραφίες, "α, η Λάουρα!" ξεφώνησε ο θείος Στέφανος, εξηγώντας στη συνέχεια "ήταν συμμαθήτριά μου στο Δημοτικό" και συμπλήρωσε περιεργαζόμενος προσεκτικότερα τις φωτογραφίες "κρατιέται καλά, ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και κρίμα που ατύχησε στο γάμο της".

Ετσι, έμαθα αρκετά πράγματα για εκείνη τη γυναίκα, που έμελλε πολύ αργότερα, μετά από είκοσι και πλέον χρόνια, να απασχολήσει αρνητικά τον τύπο της εποχής. Περιττό να σημειώσω ότι, ενώ είχα υποσχεθεί να περάσω από το μαγαζάκι της να τα πούμε καμμιά μέρα, πέρασα μονάχα απέξω: δεν μπήκα γιατί ντράπηκα να τη δω σε ένα περιβάλλον τόσο αταίριαστο με την εικόνα που εξακολουθούσε να επιδεικνύει. Να δει το βλέμμα μου, δηλαδή, πόσο απογοητευτικά θα την κοίταζα.

(συνεχίζεται)

Θα μπορούσα, βέβαια, να ξεκινήσω την ιστορία με τον καυτό ήλιο που έψηνε ανελέητα τα βραχάκια στο Κίνι ή με το κυματάκι που τα δρόσιζε, ή ακόμα και με την πλάτη του φίλου μου του Πάρη, που ήταν η αναμφίβολη πρωταγωνίστρια εκείνου του αυγουστιάτικου μεσημεριού, μια και ήταν η πρώτη τριχωτή πλάτη που συναντούσα στη ζωή μου και οι τρεις κυρίες -η εμπόρισσα και οι δυο καλλιτέχνιδες φωτογράφοι- τρέχανε ποια θα την πρωτοπασαλείψει αντηλιακά λάδια. Εμένα, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω, απλώς με αηδίαζε να βλέπω τρίχες σε πλάτη, μαθημένη να βλέπω ίσαμε τότε όμορφες πλάτες αγαλματένιες, πάλευκες και λείες. Η πλάτη του Πάρη λοιπόν, ήταν μια μεγάλη απογοήτευση: αυτές οι τρίχες που κρεμόντουσαν δεξιά κι αριστερά σαν έτοιμες να πλεχτούν σε πλεξούδες, έκλεισαν κάθε δρόμο προς την καρδιά μου. Εξαφάνισε με μιας τη γοητεία από τις αστείες ιστορίες που με κάναν να ξεκαρδίζομαι στα γέλια, παραβλέποντας το φαλακρό της κεφαλής του, που τον έκανε να δείχνει τουλάχιστον σαραντάρης. Και να σκεφτείς ότι όδευε προς τη συμπλήρωση των εικοσιέξι χρόνων του, ενώ η αφεντιά μου είχα ήδη κλεισμένα τα εικοσιεφτά! Ο Πάρης ήταν ένας γεννημένος σαραντάρης και το καλύτερο που θα είχε να κάνει θα ήταν να μη βγάζει ποτέ το πουκάμισό του.

(συνεχίζεται)





3 Ιουλ 2019

Η καθημερινότητα στον πλανήτη Πλάστη

Κάθε πρωΐ κάνω μπάνιο. Γεμίζω τη μπανιέρα ιαματική λάσπη ανακατεμένη με αρωματικό λάδι καουτσούκ και χώνομαι ίσαμε το λαιμό. Η λάσπη έχει προθερμανθεί στους τριανταεφτά βαθμούς. Πριν μερικά χρόνια, αναγκάστηκα να προμηθευτώ το ειδικό μηχάνημα προθέρμανσης για λάσπη, μετά την απεργία των λασπεργατών και λασποδιανομέων, η οποία μου είχε στερήσει την πρωϊνή μου απόλαυση επί πενθήμερον. 
Το μηχάνημα προθέρμανσης για λάσπη, το θερμόλασπο, το έχτισα πάνω στην ταράτσα του κτιρίου όπου κατοικώ. Εχει χωρητικότητα διακοσίων λίτρων και αρκεί για τρία καλά λασπόλουτρα. Η ταράτσα είναι γεμάτη θερμόλασπα, άλλα μικρότερα και άλλα μεγαλύτερα, που καλύπτουν τις ανάγκες όλων των ενοίκων. 
Μετά το λασπόλουτρό μου, ξεβγάζω το σώμα μου με κρύο νερόμελο, ένα μείγμα αποτελούμενο από ένα μέρος μέλι σε τρία μέρη νερού. Δίνω ιδιαίτερη προσοχή στο ξέπλυμα όλων των κοιλοτήτων του σώματος, ώστε να μη μείνει το παραμικρό ίχνος λάσπης. Υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας κάποιας αποικίας από βρύα και άλλους μήκυτες, η οποία θα καταστρέψει ό,τι κέρδισα μέχρι τώρα, δηλαδή την ομοιογενή κατάσταση του δέρματός μου, το σφρίγος. 
Το κυνήγι της αιώνιας νεότητας ήταν η αιτία που εγκατέλειψα τη Γη. Σήμερα είμαι κιόλας πεντακοσίων δέκα τριών ετών -γήϊνων φυσικά- και φαίνομαι και νοιώθω σαν δεκαεφτάχρονος έφηβος. Το νερόμελο αφήνει μια απόχρωση χρυσαφιά στο δέρμα, που φαίνεται σαν ηλιοκαμένο. Επίσης, φράζει τους πόρους και το δέρμα δείχνει ακόμα πιο νεανικό. Οσοι χρησιμοποιούν νερό σκέτο χωρίς μέλι, έχουν όψη σουρωτηριού με τους πόρους να φαίνονται σαν μαύρες τρύπες. 
Τον τελευταίο καιρό οι διεσταλμένοι πόροι έχουν γίνει μόδα, επειδή, μάλλον, οι τεμπέληδες θέλησαν με τον τρόπο αυτό να επιβάλλουν την άποψή τους. Τι άλλο εκτός από την τεμπελιά εμποδίζει τη χρήση του μελιού, που κοστίζει μάλιστα φτηνότερα από το νερό; Λένε πως με το μέλι νοιώθουν φαγούρα και θα μπορούσα να το πιστέψω αν δεν λασπομπανιαρίζονται κάθε μέρα, γιατί, πράγματι, το μέλι φέρνει φαγούρα αν μείνει πάνω από τρείς μέρες στο σώμα. Το κλίμα του πλανήτη εδώ πέρα, ευνοεί την ταχύτατη ανάπτυξη κάθε μικροοργανισμού. 
Αντί για τη σκόνη που υπήρχε στη Γη, εδώ υπάρχουν οι μήκυτες. Πρέπει να ξεμηκυτίζω το σπίτι μου καθημερινά, διαφορετικά παίρνει μια όψη πρασινωπή. Οι μήκυτες εξαπλώνονται πάνω στα έπιπλα αλλά και μέσα σε αυτά. Ιδίως μέσα στα ντουλάπια και τα συρτάρια, όπου αλλάζουν τη σύσταση των ρούχων και των βιβλίων. Για τούτο, αφήνω τα συρτάρια ελαφρώς ανοιχτά, να αερίζονται κάπως. Χαλάλι όμως! Αξίζει τον κόπο. Αλλωστε, ο κόπος δεν σημαίνει κάτι σπουδαίο για μένα, μια και διατηρώ ακόμα τις δυνάμεις μου ακμαίες. 
Οταν τελειώνω με το λασπόλουτρο και το ξεμηκύτισμα του σπιτιού, κάθομαι στο αναπαυτικό μου ανάκλιντρο και τρώω ένα γερό πρωϊνό από φύκια τηγανητά. Τα συλλέγω και τα τηγανίζω μόνος μου σε φρέσκο καουτσούκ. Κυκλοφορούν και έτοιμα προτηγανισμένα, αλλά έχουν μια γεύση σαμπρέλας και δεν τα προτιμώ. 
Μετά, ανεβαίνω στο ιπτάμενο πατίνι μου και πάω να βολτάρω στο πάρκο με τις λεμονιές. Οι λεμονιές αυτές είναι τεράστιες, φτάνουν σε ύψος τα εκατό μέτρα. Οι καρποί τους, τα ζουμερά λεμόνια, γίνονται τεράστια, πάνω από τριάντα κιλά το καθένα. Παλαιότερα, συνέβαιναν ατυχήματα όταν έπεφτε ξαφνικά κάποιο λεμόνι σε κάποιον περιπατητή, έτσι ο Πρόεδρος αποφάσισε να απαγορέψει την είσοδο στο πάρκο. Δεδομένου δε ότι το λεμονοκούκουτσο είναι το εθνικό νόμισμα του πλανήτη, αρκετοί περίμεναν πως και πως την πτώση λεμονιών για να πλουτίσουν. 
Σήμερα, τα πράγματα είναι καλύτερα. Ο νέος Πρόεδρος έβαλε να τοποθετήσουν ένα δίχτυ, που εκτείνεται οριζοντίως σε ύψος περίπου δέκα μέτρων, λίγο πριν αρχίσουν να διακλαδίζονται οι κορμοί των δέντρων. Ετσι, αποφεύγονται οι τραυματισμοί, οι θάνατοι και οι κλοπές. 
Το δίχτυ είναι εξαιρετικά ασφαλές, αποτελούμενο από διαπλεκόμενες ίνες καουτσούκ και τιτανίου. Μόνο που η πυκνότητά του εξαφανίζει τη θέα του ουρανού. Ισως όμως αυτό να είναι καλό, αφού εμποδίζει επίσης να το διαπερνά η υπεριώδης ακτινοβολία, η οποία αντανακλάται προς τα πάνω, πράγμα που προκαλεί την υπερκαρποφορία των δέντρων με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της οικονομίας του πλανήτη. Το Δημόσιο Ταμείο ξεχειλίζει απο λεμονοκούκουτσα, λέμκουτς για συντομία, και κανείς δεν εργάζεται από ανάγκη. Εργαζόμαστε όποτε θέλουμε και όταν θέλουμε και καθένας ασχολείται με τις δικές του τις δουλειές κυρίως. 
Να, ας πούμε, σε λίγο θα πάω να γράψω μερικούς ήχους στο Ωδείο, επειδή έχω κέφι και έμπνευση. Κανείς δεν με υποχρεώνει. Κάθε βδομάδα μπαίνει αυτόματα στο χρηματικό λογαριασμό μου ένα ποσόν λέμκουτς ίσο με ένα υψηλό γήϊνο ετήσιο εισόδημα, το οποίο εισπράττω με την επίδειξη του βιβλιαρίου μου στο Κεντρικό Μηχάνημα Χρήματος, και το ξοδεύω αγοράζοντας πράγματα συνήθως άϋλα, όπως ήχους και εικόνες χώρου. 
Κάποτε, αν ανακαλύψω κάποιον καλλιτέχνη χειρώνακτα, ψωνίζω έναν όμορφο πίνακα για το ταβάνι του σπιτιού μου. Κάποτε άλλοτε, όταν οι δυνάμεις μου με πνίγουν, κάνω διανομή λάσπης φροντίζοντας να εφοδιάζω πρώτα το δικό μου θερμόλασπο. Εδώ πέρα, υπάρχει διαρκώς φως. Σχεδόν έχω ξεχάσει πώς είναι το φυσικό σκοτάδι. Οταν καλώ φίλους, φροντίζω να φτιάχνω τεχνητό σκοτάδι και ανάβω λυχνάρια με αρωματικό λάδι καουτσούκ. 
Η ατμόσφαιρα γίνεται οικεία και μικραίνουν οι αποστάσεις μεταξύ μας τόσο, ώστε να μπορεί ο καθένας να εκφράζεται με άνεση εξομολογούμενος τα πιο κρυφά του μυστικά και τους ανομολόγητους πόθους του. Ο κοινός μας πόθος είναι βέβαια μια επίσκεψη στον πλανήτη καταγωγής μας, τη Γη. Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά ότι αυτό είναι αδύνατο να γίνει, μια και θα σημάνει το τέλος μας, το θάνατό μας δηλαδή. Κάτι άλλο, που δύσκολα το αφήνουμε να εκδηλωθεί, είναι ο πόθος μας για έρωτα, για συνεύρεση με κάποια γυναίκα. 
Εδώ δεν υπάρχουν γυναίκες και η διατροφή με βάση το καουτσούκ έχει αμβλύνει τη λίμπιντο. Το σώμα μας δεν λειτουργεί, όπως θα περίμενε κανείς, ως σώμα εφηβικό, ούτε καν ως σώμα ενήλικα άντρα ή, έστω, γηραλέου. Δεν λειτουργεί καθόλου. Η στύση απουσιάζει εντελώς. Μένουμε λοιπόν στη διήγηση φανταστικών ιστοριών με γυναίκες και, εφόσον δεν υπάρχει καμμιά επίδραση, μπορούμε να μπαίνουμε σε απίθανες λεπτομέρειες. 
Οταν κουράζομαι, συχνότερα από ανία, πέφτω για ύπνο. Εδώ, ο χρόνος δεν μετριέται και δεν ξέρω αν και στη Γη τον μετρούν ακόμα και σήμερα. Το «σήμερα» είναι σχήμα λόγου και το λέμε συνήθως αντί για το «τώρα». Δεν υπάρχει μέρα και νύχτα, ούτε εικοστετράωρο και, φυσικά, ούτε ρολόγια που να δουλεύουν. Υπάρχουν κάτι αρχαία ρολόγια στο Μουσείο Παλαιών Τεχνών και Αντικειμένων. 
Εχω φυλάξει κι ένα ρολόϊ δικό μου, που το χρησιμοποιούσα όταν κατοικούσα στη Γη, μέχρι τα δεκαεφτά μου χρόνια. Μόλις έφτασα εδώ, το εξαφάνισα σε ένα κουτάκι στο βάθος ενός συρταριού. Δυστυχώς, αν και το ξεμηκυτίζω καλά καλά που και που, έχουν αναπτυχθεί βρύα στο μηχανισμό του. Μένω μόνος μου σε ένα σπίτι τεράστιο για έναν άνθρωπο, έστω και πλαστικοποιημένο. Φυσικά και είμαι πλαστικοποιημένος, πώς αλλοιώς θα ζούσα τόσα χρόνια; Ολοι πλαστικοποιημένοι είμαστε εδώ, στον πλανήτη Πλάστη, στο Αλφα του Κενταύρου. 
Η πλαστικοποίηση των εσωτερικών οργάνων είναι σχετικά απλή, το δύσκολο στη συντήρηση είναι το πλαστικοποιημένο δέρμα. Αν το δέρμα πάθει κάτι, προσβληθεί από μήκυτες π.χ. ή από κάποιο έντομο ασύμβατο, η ζωή βαθμηδόν εξασθενεί μέχρι που εξαφανίζεται, και το πλαστικοποιημένο σώμα εξαϋλώνεται. Γίνεται, που λένε, καπνός και είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ευτυχώς, τα τελευταία μη συμβατά έντομα, τα κουνούπια, εξαφανίστηκαν πριν από δυο αιώνες και υπάρχουν μονάχα συμβατές μέλισσες. 
Το τσίμπημα της μέλισσας μάλιστα, αν το τολμήσει το έντομο που απεχθάνεται γενικώς τη μυρωδιά του καουτσούκ, είναι εξαιρετικά ευεργετικό για το δέρμα μας. Ετσι, όταν πετύχω μια μέλισσα την προκαλώ να με τσιμπήσει. Θα πήγαινα και για μελισσοκόμος, αν δεν υπήρχε τέτοιος συνωστισμός σε αυτή την εργασία. Ολοι διαγκωνίζονται για μια θέση μελισσοκόμου. Ποιός στραβός δε θέλει το φως του; 
Τα εσωτερικά όργανα, συκώτι, εγκέφαλος, κλπ, έχουν τεράστια αντοχή και μπορούν να ζουν επί αιώνες. Ο εγκέφαλος ιδίως, έχει τη δυνατότητα να πλησιάσει στο όριο πληρότητάς του. Αποθηκεύει στις πλαστικές του έλικες κάθε είδους γνώση. Καθένας μας έχει μελετήσει εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία. Ολη η γνωστή ανθρώπινη παραγωγή σε βιβλία είναι αποτυπωμένη στον εγκέφαλο κάθε πλαστικοποιημένου ανθρώπου. Τίποτε δεν μας εντυπωσιάζει, εμένα και τους ομοίους μου. Ολα είναι γνωστά. 
Αυτό που με ελκύει και το μελετώ με προσοχή και με διαρκείς επαναλήψεις, είναι η Ανατομία του ανθρώπινου σώματος. Μοιράζομαι αυτή την εμμονή με αρκετούς φίλους μου, αν και όλοι μας εδώ είμαστε φίλοι. Η έννοια της εχθρότητας είναι κάτι τι το ακατανόητο σε μας. Και άλλες έννοιες είναι ακατανόητες, όπως π.χ. αυτή του εγωϊσμού και της ψυχικής ασθένειας. 
Εχω μελετήσει με προσοχή όλα τα βιβλία με τις διάφορες θεωρίες των μεγάλων ψυχιάτρων, αλλά άκρη δεν έβγαλα. Οι αναλύσεις περί των διαφόρων συναισθημάτων δεν χωρούν στα πλαίσια του εγκεφάλου μου. Ρώτησα και άλλους να μου πουν τη γνώμη τους, αλλά κανείς δεν βρέθηκε να με κάνει να καταλάβω. Ισως είναι καλύτερα έτσι, γιατί, αν καταλάβαινε, να ήταν ψυχικά άρρωστος, κάτι απίθανο φυσικά μια και το κύριο πρόβλημα βρίσκεται στην κατανόηση του όρου «ψυχή». 
Ο έρωτας όμως είναι άλλο πράγμα. Τόσα και τόσα έχουν γραφτεί για τον έρωτα! Είναι το μόνο που πολλοί απο μας εδώ θα ήθελαν να γνωρίσουν. Φαίνεται πως είναι συνυφασμένος με τη γυναίκα όμως και είναι, εκ των πραγμάτων, αδύνατο να συμβεί σε κάποιον από μας, μια και γυναίκες εδώ πέρα δεν υπάρχουν. 
Μελετούμε λοιπόν την Ανατομία του Γυναικείου Σώματος στις φιλικές μας συγκεντρώσεις, προσπαθώντας να βγάλουμε άκρη. Σχεδιάζουμε ξανά και ξανά ροδαλά και πτυχωτά γυναικεία μουνιά καθώς και φουσκωτά βυζιά αλλά είδηση δεν παίρνουμε για το τι αυτά θα μπορούσαν να πουν σε έναν άντρα γήϊνο. Τα δικά μου συναισθήματα έχουν πλέον σβηστεί από τη μνήμη μου, τόσες εκατοντάδες χρόνια που έχω φύγει από τη Γη. Σήμερα θα ξαναμαζευτούμε και θα ξανασυζητήσουμε για γυναίκες. Και στη Γη, όπως έχουμε μάθει μελετώντας, γίνονται τέτοιες συζητήσεις μεταξύ αντρών, στις λεγόμενες «αντροπαρέες». 
Το δυστύχημα είναι ότι όλοι όσοι έρχονται από τη Γη δεν θυμούνται τίποτε το ιδιαίτερο για όλα αυτά, επειδή το πρώτο πράγμα που πλαστικοποιείται, πριν την έναρξη του διαπλανητικού ταξιδιού, είναι ο εγκέφαλος. Διαφορετικά, δεν θα άντεχε ο ανθρώπινος οργανισμός μια παρόμοια ταλαιπωρία. Τα υπόλοιπα όργανα, μαζί με το δέρμα, πλαστικοποιούνται μόλις το ανθρώπινο φορτίο φτάσει εδώ πέρα, στον πλανήτη Πλάστη. 
Μετά από όσα ανέφερα, δημιουργείται πιθανόν η εύλογη απορία πώς γνωρίζω την ηλικία μου και πώς ξέρω ότι είναι πρωΐ όταν μπανιαρίζομαι με τη θαυματουργή λάσπη. Το πράγμα είναι απλούστατο. Την ηλικία μου μπορώ να την υπολογίσω μετρώντας στο βιβλιάριό μου τους κωδικούς των εβδομαδιαίων αποδοχών μου σε λέμκουτς -κάθε πενηνταδύο κωδικούς, προσθέτω ένα γήϊνο έτος. Βαφτίζω «πρωΐ» τη στιγμή που ξυπνώ μετά από ένα βαθύ ύπνο. Βαφτίζω «σήμερα» την κάθε στιγμή. Οπως βαφτίζω «ημέρα» και «καθημερινότητα» ένα σύνολο ασχολιών που σχηματίζουν κύκλο, που αναπτύσσονται κυκλικά, η μια μετά την άλλη δηλαδή, επαναλαμβανόμενες διαρκώς. Κάθε κύκλος αποτελεί την καθημερινότητα, όπως ακριβώς συμβαίνει στη γήϊνη ημέρα. 
Ε, βλέπετε ότι οι συνήθειες αυτές είναι γερά συνδεδεμένες με τα γονίδιά μας ή, ίσως, εμείς εδώ θέλουμε να μην αποκοπούμε εντελώς από την ιστορία της γήϊνης προέλευσής μας. Πλαστικοποιημένοι μεν, προπάντων όμως άνθρωποι. Πάνω από όλα άνθρωποι.
__________________
ΣΗΜ. πρωτογράφτηκε εδω: http://sadness.e-e-e.gr/users/rodia/05/index.html

14 Μαΐ 2019

Θάνατος από σύμπτωση

Μόλις η ρεπόρτερ Μάνια Δαντελάκη αποκάλυψε στο Δελτίο Ειδήσεων την καρδιακή προσβολή της Πάττυ Μέισον-Βαμβούρη και τον επικείμενο θάνατό της, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Η είδηση έκανε το γύρο του κόσμου, πριν καν μεταφερθεί η αυστραλέζα σύζυγος του μεγαλοεπιχειρηματία -και διοικητή μεγάλου οργανισμού της χώρας- Αλφόνσου Βαμβούρη στο πλησιέστερο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε απλώς ο θάνατός της. 
 
Σε επόμενα Δελτία δόθηκαν πλήρεις ανατριχιαστικές περιγραφές περί του πτώματος της θανούσης, πόσο έξω ήταν πεταγμένα τα μάτια, πόση έκπληξη είχε αποτυπωθεί στο βλέμμα, πόσο είχαν ασπρίσει οι ρίζες των μαλλιών. Οι παρουσιαστές των ειδήσεων διερωτούνταν τί άραγε να ήταν εκείνο που είχε προκαλέσει το σοκ που άφησε στον τόπο τη μακαρίτισσα την Πάττυ και μάλιστα μέσα στο γραφείο του συζύγου της, παρουσία της ρεπόρτερ Μάνιας Δαντελάκη, η οποία εκείνη την ώρα λάβαινε συνέντευξη από τον κύριο Διοικητή. 
 
Τα μέλη του τηλεοπτικού συνεργείου -οπερατέρ, ηχολήπτης, σκηνοθέτης- είχαν ξετιναχτεί από όλα τα Μέσα και τους εκπροσώπους τους όσον αφορά τις ερωτήσεις, με αποτέλεσμα μηδέν. Εδιναν την εντύπωση, με τις ομοιόμορφες τυποποιημένες απαντήσεις τους, ότι διατηρούσαν έναν όρκο σιγής, μια ομερτά.

Ο Αλφόνσος Βαμβούρης ήταν άφαντος. Μετά την κηδεία της συζύγου του έφυγε με το σωφέρ του, το Σάββα Λάμπρου, προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν έδωσε πληροφορίες ούτε στην αστυνομία. Η μνηστή του σωφέρ, η δεσποινίς Ζέτα Μακρυπόδη, γνώριζε πού βρισκόντουσαν ο κύριος διοικητής με τον μνηστήρα της, αλλά αυτήν δεν σκέφτηκε κανείς να την ρωτήσει ό,τιδήποτε.

Εντωμεταξύ, ο πατέρας της Πάττυ από την Αυστραλία ενεργεί για να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για το θάνατο της κόρης του, δεδομένου ότι ήταν βέβαιος πως ο σύζυγός της δεν ήταν άμοιρος ευθυνών για ό,τι συνέβη. Ετσι, αναθέτει στον ιδιωτικό ντετέκτιβ Γκας Καλτσοράψη να ερευνήσει περαιτέρω.

Ο Γκας, έμπειρος και πονηρός, δεν άργησε να καταλήξει στη δεσποινίδα Μακρυπόδη, αφού περιηγήθηκε για λίγο διάστημα διάφορους ύποπτους χώρους και στέκια. Η υπόθεση δεν ήταν όσο περίπλοκη μπορούσε να φανταστεί κάποιος με συνομωσιολογικές εξάρσεις, ούτε όσο απλή φαινόταν. Ηταν απλώς παράλογη, αλλά με ένα παραλογισμό απολύτως συμβαδίζοντα με τη λογική της σύγχρονης πραγματικότητας. Η δεσποινίς Ζέτα αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Γκας μέσα στο παρκάκι της γειτονιάς της, πίνοντας σόδα και τρώγοντας πατατάκια.

Ο μεγαλοεπιχειρηματίας λοιπόν, τα είχε κανονίσει έτσι ώστε να έχει ως προκάλυμμα το τηλεοπτικό συνεργείο για να γαμείται από τον σωφέρ του, με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό πριν να τον προσλάβει στην υπηρεσία του, όταν ακόμη ο Σάββας Λάμπρου ήταν ένας απλός ταξιτζής. Ο Σάββας, όπως διαβεβαίωσε η δεσποινίς Ζέτα τον Γκας, το είχε συζητήσει μαζί της το θέμα και μαζί συμφώνησαν την οικονομική εκμετάλλευση των ορμών του κυρίου Διοικητή μέχρι να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα ώστε να καταφέρουν να στήσουν το σπιτικό τους. Η Ζέτα δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής, επειδή τίποτα δεν είχε συζητηθεί εκ των προτέρων για το θέμα αυτό. Απλώς, το είχε ανακαλύψει τυχαία ένα μεσημέρι που αγνόησε την προειδοποιητική κάρτα στην πόρτα του γραφείου του κ. Βαμβούρη -ότι δηλαδή γυριζόταν συνέντευξη εκεί μέσα- και άνοιξε την πόρτα και τα είδε όλα.

Είδε τη δημοσιογράφο Μάνια Δαντελάκη να καπνίζει καθισμένη σε μια πολυθρόνα, είδε το συνεργείο να στέκονται όλοι με την πλάτη στον τοίχο πίνοντας μπίρες, είδε και τον μνηστήρα της να γαμεί τον κύριο Διοικητή πεσμένο στα τέσσερα στο πλάι του γραφείου του. Τα είδε όλα, έκλεισε την πόρτα και βγήκε. Μετά έγινε η συζήτηση και, φαινομενικά, δέχτηκε τους όρους του Σάββα της, που δεν ήταν μόνο δικός της βέβαια, να κάνει μόκο και να δεχτεί την κατάσταση, γιατί πόσο θα κράταγε ο έρωτας του Αλφόνσου; μερικούς μήνες ακόμα και θα βγαίναν και οι δυο τους κερδισμένοι, να στήσουν το σπιτικό τους και να βάλουν την περιπόθητη κουλούρα.

Ο Γκας, παλιά καραβάνα, δεν έδωσε πλήρη αναφορά στο αφεντικό του, τον πατέρα της άτυχης Πάττυ. Προτίμησε να κρατήσει τα στοιχεία για τον εαυτό του. Είχε στο χέρι δυο καλά χαρτιά, έναν επιχειρηματία ολκής και ένα κανάλι, και τα κρατούσε γερά. Μπορεί να του χρειαζόντουσαν στο μέλλον. Μέσω της ρεπόρτερ Μάνιας Δαντελάκη και του συνεργείου εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων, ίσως να κέρδιζε κάτι που ήταν δύσκολο να συλλάβει ο νους του αυτή τη στιγμή.

Μετά από λίγες μέρες απουσίας από το προσκήνιο, επιστρέφει ο Αλφόνσος Βαμβούρης με τον σωφέρ του. Τα πράγματα ρέουν σαν να μην τρέχει τίποτα, μόνο που η Ζέτα το σκάει με τον Γκας για την Αυστραλία.

(συνεχίζεται) 
___________________
ΣΗΜ. γραμμένο στις 30/8/2017 στις "σημειώσεις" του φουμπούκ