4 Φεβ 2019

πλοίο φλεγόμενο

Και που λες, το καράβι λαμπάδιασε. Δυο πιθαμές έξω από το λιμάνι. Το πλήθος, όλοι αυτοί που είχαν αποβιβαστεί ταχτικά ταχτικά πριν κάμποσην ώρα χωρίς να μυριστούν τη φωτιά που σιγόκαιγε στ' αμπάρια του καραβιού, το χάζευαν τώρα, από την ασφάλεια της προκυμαίας, να καίγεται.

Η φωτιά ξεπήδησε ξαφνικά από τα σπλάχνα του, όπως ανάβει ένα σπίρτο: μια τεράστια πορτοκαλιά φλόγα όρμησε προς τον ουρανό. Ο κόσμος, οι πρώην επιβάτες, έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος. Κάποιος είπε "ας κάνουμε κάτι", κάποιος άλλος "να πάρουμε την πυροσβεστική", ένας άλλος "τι να κάνουμε; εμείς δεν ξέρουμε από τέτοια" και κάποιος άλλος παραπέρα "οι καλύτεροι είναι μέσα στο καράβι, αυτοί θα ξέρουν τι να κάνουν" κι έτσι το πλοίο έμεινε να καίγεται για ώρες, όσες ώρες ακριβώς έμειναν οι απέξω να το βλέπουν.

Μέσα στο καράβι, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, επικράτησε πανικός: τρέχανε ο κοσμάκης, άλλος να μαζέψει τις βαλίτσες κι άλλος τα παιδιά του. Ευτυχώς, μέσα στο πλοίο βρισκόταν ο κύριος Ινγκλις, εκείνος ο αμερικανός χωριάτης που ζούσε στο μικρό σπίτι μέσα στο λιβάδι και που όλα τα παιδιά θα θέλαν να τον είχανε πατέρα, όλοι οι άντρες φίλο κι όλες οι γυναίκες σύζυγο, κι έβαλε σε μια τάξη τα πράγματα. Αλλά, τι να σου κάνει κι αυτός; ένας μονάχα μέσα σε εκατοντάδες πανικόβλητους ανθρώπους που τρέχαν από δω κι από κει;

Οι απέξω πάντως, εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι οι απομέσα ήταν καλύτεροι, πιο ικανοί να αντιμετωπίσουν τη φωτιά, την ίδια ώρα που οι απομέσα δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί αργούσε η έξωθεν βοήθεια.

Το καράβι εξακολουθεί να καίγεται ως τα σήμερα, η φωτιά να θεριεύει, οι απέξω να κοιτάζουν αποσβολωμένοι και οι απομέσα να παλεύουν και να περιμένουν βοήθεια.

30 Ιαν 2019

mexan-01

στον Μεξάν αρέσει ο ύπνος, επειδή όταν κοιμάται δεν είναι πια φαλακρός, στο γυμνό δέρμα του κεφαλιού φυτρώνουν πλούσια καταπράσινα μαλλιά και δροσίζουν τα όνειρά του

ο Μεξάν πιστεύει ότι είναι μελαμψός σαν ινδός, αλλά στις φωτογραφίες βγαίνει κάτασπρος σαν βίκινγκ και συχνά καταστρέφεται το φιλμ από τη λάμψη του, άσε που στραβώνονται οι συνάδελφοί του στις συναυλίες αν ο φωτιστής δεν προσέξει και του ρίξει γαλάζιο προβολέα αντί για καφετί

29 Ιαν 2019

Diana, η φοβερή γαλλίδα βιολίστρια

Η Ντιάνα είναι ξανθιά εκ πεποιθήσεως και ντύνεται πάντα σε αποχρώσεις του γαλάζιου, αλλά στα όνειρά της είναι κοκκινομάλλα και φοράει καταπράσινα γυαλιστερά συνολάκια, αν και στις φωτογραφίες βγαίνει πάντα μελαχροινή με τεράστια φωτεινά κατάμαυρα μάτια και μοιάζει με ινδή πριγκήπισσα.

Η Ντιάνα είναι πρώτο βιολί στην Εθνική Ορχήστρα Εγχόρδων της Γαλλίας, που περιοδεύει ανά τον πλανήτη δίνοντας κονσέρτα υψηλής πιστότητας, πράγμα που κάνει τις αίθουσες των απανταχού Μεγάρων Μουσικής να πλημμυρίζουν κόσμο, όπως έγινε προχτές στο Αθηναϊκό Μέγαρο όπου δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα που λένε και τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί εδώ και μήνες.

Η Ντιάνα, που μπορεί και να μην είναι αυτό το αληθινό της όνομα, ίσως και να τη λένε Τατιάνα Γκιγκόροβνα, ζει τόσο στο ξύπνιο της όσο και στον ύπνο της και συχνά δυσκολεύεται να ξεχωρίσει αυτές τις δυο καταστάσεις.

Η Ντιάνα μιλάει σπαστά και όλοι την περνάνε για γαλλίδα, αν και δεν κατέχει αυτή τη γλώσσα -δεν ξέρει γρυ γαλλικά- μόνο αγγλικά μιλάει και μάλιστα με παλιά ελισσαβετιανή προφορά, αν και η μητρική της γλώσσα είναι τα ελληνικά.

Η Ντιάνα έχει μανία με τη φωτογραφική τέχνη, φωτογραφίζει οτιδήποτε, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί -τσαφ!- πατάει το κουμπάκι της ενσωματωμένης στον εγκέφαλο φωτογραφικής της μηχανής και αποτυπώνει πιστά κάθε στιγμή της ζωής (και της ορχήστρας όπου συμμετέχει) με εξαιρετική ευστοχία. Κατόπιν, πηγαίνει το φιλμ στο πιο κοντινό φωτογραφείο για εμφάνιση, όπως έπραξε και χτες που το πήγε στον φωτογράφο της μικρής πλατείας ζητώντας του να τυπώσει προσεκτικά όλες τις φωτογραφίες σε μέγεθος καρτ-ποστάλ για να διαλέξει ποιες θα κορνιζάρει.

Η Ντιάνα είναι παντρεμένη με το πρώτο βιολί της Εθνικής Ορχήστρας Εχγόρδων της Ρωσίας κι έχουν δυο πεντάμορφα παιδάκια, που δεν τα εμπιστεύεται ποτέ στη φύλαξη της γιαγιάς τους (της μάνας της δηλαδή) αλλά έχει πάντα μαζί μια εξειδικευμένη γκουβερνάντα, ειδική στη φύλαξη παιδιών με μεγάλες καλλιτεχνικές και άλλες ανησυχίες. Πρόκειται δηλαδή για μια γυναίκα υπομονετική, που ενισχύει αντί να κόβει τα φτερά της φαντασίας των παιδιών, πράγμα που κάνει και η γιαγιά βέβαια, μόνο που είναι υπερβολική και μπορεί -αν της τα εμπιστευτεί- να τα δει κάποια φορά να πετάνε ελεύθερα από κάνα μπαλκόνι. Αυτός είναι  μόνος λόγος που εμπιστεύεται περισσότερο την Αλίσα, την γκουβερνάντα.

Στη μικρή πλατεία, σε μια γειτονιά της Αθήνας, βρέθηκε προχτές, επειδή παρακολουθούσε τη συναυλία της Εθνικής Ορχήστρας Εγχόρδων της Ρωσίας για να μεταφέρει τις εντυπώσεις της στον σύζυγο, τον (Γάλλο) Μεξάν, που είχε ζαλιστεί στο αεροπλάνο κι έπρεπε να μείνει δυο μέρες στο κρεββάτι για να συνέλθει κι έτσι δεν θα ήταν παρών. Θα μου πεις τώρα πώς θα έπαιζε η Ε.Ο.Ε.Ρ. χωρίς το πρώτο βιολί της, αλλά ευτυχώς είχε φροντίσει να έχει αντικαταστάτη, τον πασίγνωστο επίσης και ικανότατο Ιγκόρ. Θα απορήσεις ίσως πώς γίνεται μια εθνική Ρωσική ορχήστρα να έχει για πρώτο βιολί έναν Γάλλο, αλλά στις ορχήστρες όλα γίνονται, ιδίως στις εθνικές.

Η Ντιάνα δεν ζαλίζεται ποτέ στο αεροπλάνο, ίσα ίσα τα αεροπορικά ταξίδια βελτιώνουν την ακοή της, την καθαρίζουν, μια και έχει βρει από μικρή το κόλπο να τεντώνει τις ευσταχιανές της σάλπιγγες στα μεγάλα υψόμετρα. Αυτό το κόλπο δύσκολα διδάσκεται αλλά, αν και το έχει κατά καιρούς προσπαθήσει μια και της αρέσει να μοιράζεται τις εμπειρίες της, το μάθημα δεν έχει επιτυχία ίσαμε τώρα.

Εκεί που περίμενε την έναρξη της ορχήστρας και αφού είχε πεταχτεί στο κοντινό φωτογραφείο, άκουσε ένα παλιό κουτσομπολιό για μια παράσταση της Ε.Ο.Ε.Ρ. όταν έπαιζε το φοβερό κομμάτι «Ο χορός των Σπαθιών» του Αράμ Χατσατουριάν σαν ξεκουρδισμένη, τόσο που γιουχάριζαν από κάτω κι ένας με αγριοφωνάρα από τη γαλαρία τους μπουμπούνησε ότι καλύτερα να βάζανε τα σπαθιά στον πισινό τους οι βιολιστές μήπως αυτό τους ανάγκαζε να παίξουν καλύτερα!

Το κουτσομπολιό αυτό το μετέφερε η Ντιάνα στον Ιγκόρ μετά το τέλος της παράστασης, που ήταν επίσης επεισοδιακό μια και οι ακροατές περίμεναν υπομονετικά την τελευταία πενιά αλλά το φινάλε δεν ερχόταν και αναγκάστηκαν να χειροκροτήσουν νωρίτερα γιατί είχανε πιαστεί να κάθονται τόσην ώρα στα παγκάκια. Ο Ιγκόρ ήταν έξαλλος και διαμαρτυρόταν στην Ντιάνα ότι το κοινό ήταν απαίδευτο και θα έπαιρνε το πρώτο τρένο να γυρίσει στην πατρίδα του και ρώταγε τη γνώμη της, οπότε η Ντιάνα του ξεφούρνισε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τι μεταξύ ορχήστρας και κοινού, υπήρχε δηλαδή κάτι σαν παράδοση στις παραστάσεις της Ε.Ο.Ε.Ρ. και τότε εκείνος την περιβούτηξε στέλνοντάς την πακέτο στον ελεγκτή του τρένου που έτυχε να περνάει εκείνην ακριβώς τη στιγμή από τη μικρή πλατεία, λέγοντάς του να τη φυλάξει στον αχυρώνα μέχρι να πάει ο ίδιος να τη συγυρίσει όπως πρέπει.

"Σε ποιόν αχυρώνα κύριε;" φώναξε δυνατά ο ελεγκτής, ενώ το τρένο ανέπτυσσε ταχύτητα και η μικρή πλατεία απομακρυνόταν σαν βολίδα από το οπτικό πεδίο της Ντιάνας μαζί με τα παιδιά, την γκουβερνάντα και τη γιαγιά, και την ξύπνησε!

Σηκώθηκε με την τσίμπλα στο μάτι, που λένε, κι έτρεξε να ετοιμάσει το πρωϊνό της ρόφημα, σοκολάτα Yiotis με μια κουταλίτσα κονιάκ, την ώρα που πέρναγε το λεωφορείο της γραμμής, ώρα 6:40 ακριβώς.

_________________________________
ΣΗΜ. γραμμένο ατάκα κιεπιτόπου, ένα όνειρο που ευτυχώς μπόρεσα με χίλια βάσανα να συγκρατήσω και να μεταφέρω. Τέτοια βλέπω στον ύπνο μου σχεδόν κάθε βράδυ, αλλά σπάνια τα θυμάμαι όταν ξυπνάω. Αυτό σκέφτηκα ότι ίσως είναι ωραίο να γίνει παιδικό βιβλίο σε συνέχειες.