15 Οκτ 2008

Blog Action Day 2008 - Commerce

Η συμμετοχή μου στη μέρα Blog Action Day 2008 - Commerce

Η απίστευτη ιστορία μου με τον ευγενή σαουδάραβα ιππότη

Κουρδίστηκα απο την παρότρυνση του Γκαζμέντ Καπλάνι και θα διηγηθώ αμέσως τη δική μου περιπέτεια με τον αρχηγό των τρομοκρατών, τον απαίσιο (όπως τον χαρακτηρίζουν οι άλλοι, όχι εγώ) αλλά συνάμα συναρπαστικό και γαλαντόμο εραστή Μπιν. Δεν γράφω το επώνυμο μη τρελλαθεί ο ξενιστής μας κ. Γούγλης, άλλωστε τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, έτσι δεν είναι;

Πριν από 27 χρόνια λοιπόν, ο συνεταίρος μου ταξίδευε ταχτικά στα αραβικά εμιράτα για να κλείνει δουλειές που εκτελούσε το γραφείο μας στην Ελλάδα. Για ένα φεγγάρι μάλιστα συνεργαζόμασταν στενά με την εταιρεία μελετών του κ. Ι. Λάτση, την Πετρόλα Ιντερνάσιοναλ, η οποία σχεδίαζε και εκτελούσε διάφορα έργα στη Σαουδική αραβία.

Ως γνωστόν, γυναίκες δεν κυκλοφορούν ελεύθερα ούτε και σήμερα σε κείνα τα εξωτικά μέρη, οπότε, τη μοναδική φορά που τόλμησα να ταξιδέψω κατά κει έμεινα κλεισμένη μέσα στο καράβι του εν λόγω εφοπλιστού και επιχειρηματία, που ήταν αραγμένο δίκην στρατηγείου στο λιμάνι της Τζέντα. Η αιχμάλωτη της Τζέντα, κάπως έτσι.

Επληττα θανάσιμα και με το δίκιο μου. Ο συνέταιρος έβγαινε καθημερινώς και επισκεπτόταν τον εμίρη Γιαμανί και περνούσαν ατέλειωτες ώρες (ιδίως για μένα που έμενα μόνη) συζητώντας τις λεπτομέρειες για το παλάτι που θα του έχτιζε ο κ. Λάτσης μόλις θα τελείωναν τα έργα στο τοπικό αεροδρόμιο. Οταν επέστρεφε στο πλοίο, όπου φιλοξενούνταν και διάφοροι απότακτοι αξιωματικοί της χούντας, όπως π.χ. ο κ. Καραπαναγιώτης, μου εξέθετε τις απόψεις του εμίρη και έβαζα στο χαρτί διάφορα σκαριφήματα ώστε, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να εκτελεστούν τα τελικά σχέδια όσο γίνεται πιο κοντά στις επιθυμίες του εμίρη.

Ενα βραδάκι με πανσέληνο, περιμένοντας την επιστροφή του συνεταίρου μου, ο οποίος ήταν καλεσμένος του εμίρη Γιαμανί σε δείπνο, χτύπησε η πόρτα της υπερλούξ καμπίνας μου και, ανοίγοντάς την, αντίκρυσα το ωραιότερο νευρώδες δείγμα του αντρικού φύλου. Με κοίταξε εξεταστικά με το λάγνο βλέμμα του, σαν να με ξεγύμνωνε επιτόπου και μου μίλησε σε άπταιστα ελληνικά:

-Τι κάνεις κούκλα απόψε;
-..... (είχα μείνει άφωνη, αλλά εκείνος συνέχισε)
-Είσαι για ένα ποτάκι στο μπαρ;
-Ε.. ένα λεπτό να αλλάξω... (ψιθύρισα μαγεμένη)
-Ναι, βάλε κάτι προκλητικό, να αναδεικνύει το υπέροχο στήθος σου καλή μου! Πάω και μην αργήσεις, ε!

Ευτυχώς, είχα μαζί μου εκείνον τον υπέροχο στηθόδεσμο που είχε φτιάξει αποκλειστικά για μένα ο εραστής μου ο διάσημος γλύπτης, και τον φόρεσα χωρίς δεύτερη σκέψη, ρίχνοντας επάνω μου μια μεταξωτή εσάρπα και κίνησα για το μπαρ του καταστρώματος. Ημουν σίγουρη ότι αυτό το μπαρ εννοούσε ο μαγνητικός πρίγκηπας με τα γκρίζα μάτια και όχι το μπανάλ κλιματιζόμενο μπαράκι της κύριας σάλας.

Πράγματι, βρισκόταν εκεί πέρα μόνος μαζί με τον μπάρμαν τον Αλέκο και με περίμενε σε συνθήκες βρασμού -θερμοκρασία 47 βαθμών, αν και ήδη είχε βραδιάσει. Ο Αλέκος έσταζε μέσα στο απαραίτητο σμόκιν του, ενώ ο Μπιν, έτσι μου συστήθηκε, φορούσε μια μεταξωτή κελεμπία χρώματος βυσσινί με καταπράσινο τουρμπάνι.


Μόλις έφτασα, σερβιρίστηκαν τα ποτά, ένα τζιν με τόνικ για κείνον και μια 'μαργαρίτα' για μένα -«οι κυρίες πρέπει να πίνουν ελαφρά ποτά» είπε ο συνοδός μου προσφέροντάς μου το τριγωνικό ποτήρι και γλείφοντας τη ζάχαρη από το χείλος του δικού του ψηλού ποτηριού με έκδηλη λαγνεία. Τα αλμυρά φυστίκια που συνόδευαν τα ποτά ούτε που τα άγγιξε -είχε ένα μικρό πρόβλημα με τα νεφρά του, όπως μου εξήγησε.

Ρούφηξα λίγες σταγόνες από τη 'μαργαρίτα' και ένιωσα το χέρι του να πλησιάζει το στηθόδεσμό μου επικίνδυνα. Τραβήχτηκα ελαφρά, αλλά με διαβεβαίωσε ότι ήθελε να ελέγξει το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένος κι έτσι αφέθηκα αφελώς και ούτε καλοκατάλαβα για πότε βρεθήκαμε στην υπερλούξ καμπίνα μου.

Περιττεύει να γράψω πόσο εξαίρετος και ευφάνταστος εραστής υπήρξε ο καλός μου Μπιν. Οταν τελειώσαμε με τις γυμναστικές επιδείξεις, πιάσαμε ψιλή κουβέντα και μου έδειξε τις φωτογραφίες που είχε στο πορτοφόλι του. Κοιτάζοντας τις άπειρες πόζες με τον Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, πότε να παίζουν γκολφ και πότε τέννις, είχα την ευκαιρία να δω πόσα πολλά χαρτονομίσματα περιείχε αυτό το πορτοφόλι από απαλό δέρμα καμήλας.

-Σου αρέσει το πορτοφόλι μου ντάρλινγκ;
-Ναι, είναι πολύ απαλό...
-Αλλά σαν το δερματάκι σου δεν είναι! Να σου το χαρίσω;
-Μπα, μη σου το στερήσω...
-Μα τι λες τώρα καλή μου; Αύριο θα πάρω άλλο, μην ανησυχείς...

Ετσι, μου χάρισε το πορτοφόλι του χωρίς να το αδειάσει. Εβγαλε μονάχα τις φωτογραφίες και τις έβαλε στην αριστερή εσωτερική τσέπη της κελεμπίας του. Δώσαμε ραντεβού για την επομένη, μου υποσχέθηκε ότι θα έρθει και στην Ελλάδα, κι έφυγε ακροποδητί μη με εκθέσει κιόλας.

Το άλλο πρωί, τρώγοντας το πρωινό μας με το συνεταίρο μου, του διηγήθηκα μέσες άκρες τι είχε συμβεί και του έδειξα το πορτοφόλι. Α, όλα κι όλα! Δεν κρατάω μυστικά από τους συνεργάτες μου, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους.

Εκείνος, με το αντρικό του μυαλό, μέτρησε αμέσως τα χρήματα και βρήκε ότι μπορούσαμε πλέον να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, ακόμα και χωρίς να κλειστεί η δουλειά με τον εμίρη. Τα χρήματα φτάναν και περισσεύαν για δυο χρόνια λειτουργίας του γραφείου μας, ακόμα και χωρίς καμιά δουλειά! Ετσι, το ίδιο απόγευμα πήραμε το αεροπλάνο.

Πολύ αργότερα, βγήκαν στη φόρα τα κατορθώματα του αγαπημένου Μπιν, για τα οποία δεν πιστεύω ούτε λέξη! Αποκλείεται να πρόκειται για τον ευγενή σαουδάραβα ιππότη που γνώρισα εκεί στη Τζέντα. Ισως να είναι κάποιος σωσίας... Δεν αλλάζει έτσι εύκολα ο άνθρωπος!

..ή μήπως αλλάζει;..

__________________
-->> Αναμετάδοση από εδώ

18 Ιουλ 2008

Θα την πω Λουκία

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Θα την πω Λουκία. Ενα όνομα εξίσου γλυκό και τρυφερό με το δικό της. Τη γνώρισα ένα καυτό μεσημέρι του Ιουλίου έξω από ένα Αθηναϊκό χειμερινό σινεμά. Εκεί μου είχε δώσει ραντεβού για να μου επιστρέψει τα πολύτιμα για μένα έγγραφα που είχαν κλαπεί μέσα από την τσάντα μου στο μετρό. Εντύπωση μου έκανε η θερμή και ικετευτική της χειραψία μετά τη συνάντησή μας, χειραψία αποχαιρετισμού ή χειραψία οιωνός θερμής φιλίας, όπως θα εξελισσόταν η γνωριμία μας. Δώσαμε τα χέρια μετά τη συναλλαγή και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Εξακολουθούσαμε να μιλάμε σα μαγεμένες που ανταμώσαμε, δυο ψυχές με τις ίδιες περίπου προδιαγραφές. Ας τα πάρω όμως τα πράγματα απ’ την αρχή.

Ενα μεσημέρι λοιπόν, καταμεσίς στο αθηναϊκό κατακαλόκαιρο, πήρα το μετρό απ’ το Σύνταγμα μέχρι το Μέγαρο Μουσικής για να πάω στην κλινική όπου νοσηλευόταν ο αδελφός μου με βαρειά νεφροπάθεια. Επρεπε να φτάσω εγκαίρως κι αντί για ταξί, προτίμησα -ως συγκοινωνιακό μέσο- το μετρό. Είχα πάει στο Ταμείο του να ενημερώσω το βιβλιάριο υγείας και να ζητήσω παράταση της νοσηλείας του. Το βιβλιάριο ήταν παλιό και πολύ φθαρμένο, έτσι το είχα τυλίξει σε μια θήκη από διαφανές ναϋλον, γιατί το σιχαινόμουν να το βάλω, έτσι λιγδερό που ήταν, μέσα στην τσάντα μου.

Κρατάω πάντα μικρές τσάντες ή πορτοφόλια γιατί δε μου αρέσει να κουβαλάω βαρειά πράγματα, άλλωστε τα υπάρχοντά μου χωράνε άνετα εκεί, μια και δε συνηθίζω να σέρνω μαζί μου τα συνήθη αξεσουάρ μακιγιάζ, αφού δε βάφομαι σχεδόν ποτέ. Ετσι λοιπόν κι εκείνο το μεσημέρι κρατούσα ένα μικρό μαύρο τσαντάκι κρεμασμένο στο δεξί μου ώμο. Ηταν σε σχήμα φακέλλου μια θέση όλη κι όλη με ένα μικρό τσεπάκι όπου είχα την ταυτότητά μου, εισιτήρια λεωφορείου και μια τηλεκάρτα για παν ενδεχόμενο. Εμπρός, χύμα τσιγάρα κι αναπτήρας, κλειδιά, χαρτομάντηλα και το μικρό καφετί πορτοφολάκι μου γεμάτο κέρματα. Πίσω από αυτά, ήταν ταχτικά τοποθετημένα μερικά χαρτιά με τηλέφωνα νοσοκομείων, φίλων, και άλλων βοηθειών που πιθανότατα θα χρησίμευαν σε κάποια κρίσιμη στιγμή. Είχα μαζί μου ακόμα, τις σημειώσεις μου από το σεμινάριο που είχα παρακολουθήσει την προηγούμενη μέρα, σε ένα λευκό χαρτί σχήματος Α4 διπλωμένο στα τέσσερα, όπου ήταν γραμμένο το τηλέφωνο μιας ελβετικής κλινικής.

Επίσης, ένα βιβλιάριο ταμιευτηρίου τράπεζας, που μέσα του υπήρχε ένα χαρτονόμισμα των διακοσίων ευρώ προορισμένο για την έξτρα πληρωμή του νεφρολόγου που παρακολουθούσε τον ασθενή εκτός των υποχρεώσεων της κλινικής, την τελευταία ειδοποίηση για πληρωμή της δικής μου εισφοράς στο Ταμείο μου, ένα διαφημιστικό γνωστού καταστήματος πώλησης ηλεκτρικών συσκευών και -πίσω απ’ όλο αυτό το χαρτομάνι, κολλητά στην πλάτη της μικρής τσάντας- είχα τοποθετήσει το βιβλιάριο υγείας του αδελφού μου, σκουρόχρωμο από τη λίγδα και την πολυκαιρία, τυλιγμένο εξωραϊστικά στη διαφανή του θήκη. Ετσι παχουλό και γυαλιστερό θα το είδε ο κλέφτης και το βούτηξε νομίζοντάς το για φουσκωμένο πορτοφόλι.

Χαμένη στις σκέψεις μου ή μάλλον εντελώς παραζαλισμένη απ’ τον κόπο και τις αλλεπάλληλες κεραμίδες εξ αιτίας των οικογενειακών ευθυνών που είχα αναλάβει τα τελευταία δυο χρόνια, προχωρούσα προς το σταθμό του Συντάγματος για να πάρω το μετρό, το συγκοινωνιακό μέσο που ελαχιστοποιούσε το χρόνο μετάβασης, γλυτώνοντάς μας από τη φθορά, να αλωνίζουμε ντάλα μεσημέρι, μεσα στο κατακαλόκαιρο την ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια της πρωτεύουσας. Εφτασα κάθιδρη και αγκομαχώντας στη σχετικά δροσερή αίθουσα υποδοχής και έτρεξα για εισιτήριο στο αυτόματο εκδοτήριο. Εκεί ήταν ήδη μια κυρία και τη ρώτησα για το κόστος της διαδρομής, μια και δεν είμαι και πολύ τακτική πελάτισσα του μέσου. Εβδομήντα λεπτά, μου είπε κι έβγαλα από το πορτοφολάκι μου δυο νομίσματα. Τά 'ριξα στη σχισμή, πήρα το εισιτήριο και κατευθύνθηκα προς την κυλιόμενη σκάλα. Δε θυμάμαι καθόλου αν ξανακούμπωσα το τσαντάκι μου, που ανέμιζε κρεμασμένο απ’ το δεξί μου ώμο.

Κατεβαίνοντας τη σκάλα, ακούστηκε ο συριχτός ήχος του μετρό που πλησίαζε. Ετρεξα προς το πλησιέστερο βαγόνι, όπου συνωστίζονταν ένα αναψοκοκκινισμένο πλήθος, με την ελπίδα να βρω μια θέση, έστω για τις δυο στάσεις που με χώριζαν από τον προορισμό μου, το Μέγαρο Μουσικής. Η νεφρολογική κλινική βρισκόταν δυο βήματα πιο πέρα. Το μπουλούκι με έσπρωξε και δεν καλοκατάλαβα πως βρέθηκα σ’ ένα δευτερόλεπτο καθισμένη στο κάθισμα απέναντι από την πόρτα. Πήρα μια βαθειά ανάσα και ακούμπησα το τσαντάκι στα γόνατά μου. Πρόσεξα αμέσως πως ήταν ακόμα ανοιχτό. Κούμπωνα τη σούστα όταν άκουσα πίσω και λοξά κάποιον να φωνάζει: «Ενα ρολόϊ, βρήκα ένα ρολόϊ, έχασε κανείς ένα ρολόϊ;»

Ασυναίσθητα γύρισα το κεφάλι μου πάνω από το δεξί μου ώμο κι αντίκρυσα το ρολόϊ μου, που το είχα βγάλει απ’ το χέρι μου για να μη το ιδρώνω και τό 'χα ρίξει χύμα στο μπροστινό μέρος της τσάντας, με φόντο ένα γαλάζιο μπλουζάκι να κρέμεται με το μπλε λουρί του κατακόρυφα, ελαφρά κινούμενο στον αέρα. Απλωσα το χέρι και, λέγοντας: "Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ" το πήρα, άνοιξα την τσάντα και τό 'ριξα πάλι μέσα χύμα, ξανακουμπώνοντάς την αμέσως μετά. Πριν φτάσει ο συρμός στη στάση του Μεγάρου σηκώθηκα και στάθηκα να περιεργάζομαι τους όρθιους επιβάτες, με σκοπό να ξαναευχαριστήσω αυτόν που είχε βρει το ρολόϊ μου. Είδα κάποιο νεαρό με γαλάζιο μπλουζάκι αλλά το βλέμμα του δε διασταυρώθηκε με το δικό μου, σα να με απέφευγε. Είδα ακόμα και κάποιον άλλο, αρκετά πιο ηλικιωμένο με κατσαρά γκρίζα μαλλιά, που κι αυτός κύτταζε αλλού. Το μετρό σταμάτησε και κατέβηκα αμέσως, χαρούμενη που είχα γλυτώσει αρκετό από το χρόνο μου. Ανέβηκα σύντομα την κυλιόμενη σκάλα και σε δυο λεπτά της ώρας ήμουνα κιόλας στην κλινική.

Στην είσοδο έβγαζαν εκείνη τη στιγμή μια ηλικιωμένη γυναίκα με φορείο, το νοσοκομειακό περίμενε με τα αλάρμ αναμμένα. Μπήκα μόλις ελευθερώθηκε η πόρτα και, προχωρώντας προς τη γραμματεία, άνοιξα το τσαντάκι μου να βγάλω το βιβλιάριο με κλειστά μάτια, που λένε, μια και η θέση του ήταν απολύτως γνωστή. Το χέρι μου όμως δε βρήκε τίποτα στη θέση του βιβλιαρίου, έτσι γύρισα την τσάντα με το άνοιγμα προς το μέρος μου για να κυττάξω καλύτερα. Πουθενά το βιβλιάριο! Είχε κάνει φτερά! Χαμογέλασα μ' ένα χαζοχαρούμενο ύφος στην κοπέλλα της γραμματείας λέγοντας: "Με κλέψανε, μού 'κλεψαν το βιβλιάριο απ' την τσάντα μου μέσα στο μετρό" η κοπέλλα όμως δεν έδειξε την παραμικρή συμπαράσταση. Ζήτησα τηλέφωνο, κάπου να τηλεφωνήσω τελοσπάντων, υπηρεσία ασφαλείας του μετρό, αστυνομία, οπουδήποτε. Τρία ζευγάρια μάτια με κυττούσαν απλανώς πίσω απ' τον πάγκο της γραμματείας και τρία στόματα απήγγειλαν σχεδόν ταυτόχρονα: "Δεν ξέρουμε, δεν έχουμε τηλέφωνο του μετρό, περάστε αύριο πάλι" τι άλλο να πουν τα χαζοκόριτσα; Υπάρχουν διαφορετικά κριτήρια επιλογής υπαλλήλων γραμματείας, η εξυπνάδα και η ετοιμότητα φαίνεται πως δεν είναι απαραίτητα προσόντα.

Βγήκα παραζαλισμένη, δεν ανέβηκα ούτε στο δωμάτιο του αδελφού μου, δεν άντεχα και τη γκρίνια του επιπλέον. Πήρα ένα ταξί που βρέθηκε μπροστά μου και πήγα στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς μου να δηλώσω την κλοπή, που ονομάζεται "απώλεια" σ' αυτές τις περιπτώσεις. Με υποδέχτηκε μια αστυνομικίνα ψηλή και όμορφη, της διηγήθηκα την περιπέτειά μου με δυο λόγια, ήμουν άτυχη όμως γιατί, όπως διαπιστώθηκε, δε βρισκόμουν στο κατάλληλο μέρος. Επρεπε να είχα πάει στο τμήμα που είναι αρμόδιο για την περιοχή όπου έγινε η κλοπή, το αστυνομικό τμήμα του Συντάγματος. Μου λέει την πρώτη σωστή κουβέντα που άκουσα εκείνη τη μέρα: Μπορείτε να κάνετε την καταγγελία ως τις οκτώ η ώρα, πηγαίνετε στο σπίτι σας να ησυχάσετε λίγο και πηγαίνετε το απόγευμα.

Ξεκίνησα για το σπίτι, στο δρόμο όμως σκέφτηκα το βιβλιάριο της τράπεζας. Επρεπε κάτι να κάνω και μ' αυτό. Ευτυχώς το υποκατάστημα της τράπεζάς μου δεν απέχει παραπάνω από τριάντα μέτρα απ' την πόρτα της πολυκατοικίας όπου μένω, έτσι κατευθύνθηκα αμέσως προς τα εκεί. Στην πόρτα ήταν κρεμασμένο ένα χαρτί που έλεγε πως η τράπεζα κλείνει στις δύο, ίσα ίσα πρόφταινα. Μπαίνω φουριόζα και εκθέτω την ιστορία μου στην ευγενέστατη κοπελίτσα που μ' εξυπηρετεί συνήθως, ενημερώνοντας το βιβλιάριό μου εκτός ταμείων. Βρήκα πλήρη κατανόηση αλλά ο προϊστάμενος είχε τη γνώμη πως έπρεπε να ξαναπεράσω την άλλη μέρα το πρωί για να βγάλω νέο βιβλιάριο με άλλον αριθμό. Για την ώρα θα μπλοκάριζε το χαμένο.

Γύρισα λοιπόν στο σπίτι και -μπλουμ- μπήκα γρήγορα για ένα ανακουφιστικό μπάνιο. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να βγω από τη μπανιέρα και χτύπησε το τηλέφωνο πέντε φορές. Δεν το πρόλαβα, έτρεξα όμως να ακούσω το μήνυμα στον τηλεφωνητή, έτσι όπως ήμουνα τυλιγμένη στο μπουρνούζι μου. Ηταν ο αδελφός μου που ανησυχούσε, του εξήγησα τι έγινε και τον καθησύχασα με το να του πω πως θα πήγαινα στο Ταμείο του την επόμενη μέρα να πάρω μια βεβαίωση, αφού θα έκανα τη δήλωση για την κλοπή στην αστυνομία. Τσίμπησα μια σαλάτα, ξάπλωσα στον καναπέ και -που βρήκα τη διάθεση;- κοιμήθηκα λιγουλάκι. Οταν ξύπνησα η ώρα ήταν ήδη πέντε. Ντύθηκα βιαστικά και ξεκίνησα για το τμήμα. Ο αστυνομικός υπηρεσίας ήταν ευγενέστατος, έγραψε τη δήλωσή μου και την υπέγραψα. Αφού του είχα εξηγήσει την κατάσταση, έβγαλε επί τόπου αντίγραφο κι έφυγα αρκετά ήσυχη.

Την άλλη μέρα το πρωί πήγα στο Ταμείο, ζήτησα και πήρα την απαραίτητη βεβαίωση, πήγα ξανά στην κλινική, την έδωσα, είδα και τον αδελφό μου και επέστρεψα στο σπίτι μου. Εκανα ακριβώς το ίδιο δρομολόγιο με την προηγούμενη, Σύνταγμα - Μέγαρο Μουσικής, την ίδια περίπου ώρα. Παρατήρησα πολύ προσεκτικά τον κόσμο που στεκόταν και περίμενε το μετρό. Δε στριμώχτηκα καθόλου για να μπω, έτσι δε βρήκα θέση. Εξακολούθησα να παρατηρώ όσους ήταν μέσα στο βαγόνι, το ίδιο βαγόνι που είχα μπει και την προηγούμενη μέρα. Ενας άντρας περίπου εικοσπέντε με τριάντα χρονών στεκόταν όρθιος δίπλα στην πόρτα και παρακολουθούσε τον κόσμο που βρισκόταν μέσα στο βαγόνι, παράλληλα ένας πενηντάρης πενηνταπεντάρης καθόταν λοξά στο κάθισμα κοντά στην πόρτα. Τα πρόσωπά τους μου φάνηκαν κάπως γνωστά, αυτά όμως που μου φάνηκαν γνωστότερα ήταν τα ρούχα τους. Το γαλάζιο μπλουζάκι του νέου και το καρώ πουκάμισο του γηραιότερου, καθώς και τα κατσαρά γκρίζα του μαλλιά. Παρατήρησα προσεκτικά το πρόσωπο του νεαρού, είχε μια χαρακτηριστική αετίσια μύτη έτσι που τον έβλεπα προφίλ. Το βλέμμα του ήταν προσηλωμένο σαν αρπακτικό στους επιβάτες. Πότε πότε έστριβε προς τον γηραιότερο και κοιτάζονταν βιαστικά χωρίς όμως να δίνουν άλλο σημάδι γνωριμίας εκτός από ένα σύντομο βλέμμα. Καμμιά απολύτως λέξη δεν αντάλλαξαν και κάποιος που δεν είχε την κακή μου εμπειρία θα πίστευε πως δε γνωρίζονταν. Σε μένα δεν έριξε κανείς τους ούτε μια ματιά, ίσως επειδή φορούσα τα ίδια ακιβώς ρούχα και θα πρέπει να με ανεγνώρισαν.

Οταν έφτασα στο σπίτι, σήκωσα το ακουστικό για ν' ακούσω τα μηνύματα στον τηλεφωνητή. Υπήρχαν τρία μηνύματα στη θυρίδα μου. Το πρώτο είχε αποθηκευτεί λίγο μετά την αναχώρησή μου. Μια ευγενέστατη γυναικεία φωνή με πληροφορούσε πως είχε βρει το βιβλιάριο υγείας και τα υπόλοιπα χαρτιά, όλα σκισμένα, κοντά σ' ένα κάδο σκουπιδιών. Της έκανε εντύπωση το βιβλιάριο της τράπεζας μου είπε και κοίταξε και τα υπόλοιπα χαρτιά, βρήκε το τηλέφωνό μου και με κάλεσε αμέσως. Είχε αφήσει τ' όνομα και το τηλέφωνό της, έτσι, χωρίς ν' ακούσω τα υπόλοιπα μηνύματα, της τηλεφώνησα αμέσως. Κλείσαμε ραντεβού στις τέσσερις ακριβώς έξω απ' το χειμερινό σινεμά της περιοχής μου. Τέσσερις παρά τέταρτο ήμουνα ήδη εκεί. Παρόλη τη φοβερή ζέστη κυκλοφορούσαν αρκετοί άνθρωποι, μάλιστα τρεις γυναίκες που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας μεγάλωσαν την αγωνία της προσμονής μου. Είχε περάσει σχεδόν μια ώρα και, πάνω που σκεφτόμουνα να φύγω, έφτασε η Λουκία. Ηταν μια όμορφη γυναίκα μεγάλης ηλικίας μ' ένα φωτεινό γκρίζο βλέμμα. Φτωχικά ντυμένη αλλά με ρούχα πεντακάθαρα, καμμιά σχέση με τη ρακοσυλλέκτρια που είχα στο νου μου. Είχε καθυστερήσει μου είπε επειδή κολλούσε τα φύλλα του βιβλιαρίου υγείας με σελοταίηπ. Είχε όλα τα χαρτιά σ' ένα νάϋλον σακκουλάκι κι ούτε που το άνοιξα να τα δω, τόση ήταν η ανακούφιση που ένοιωσα. Σταθήκαμε λίγη ώρα και μιλήσαμε για τους ανθρώπους που δε σέβονται το διπλανό τους, για τα ζώα -είχε ένα μπάσταρδο σκυλάκι- για την εμπιστοσύνη που είχε χάσει προς τους ανθρώπους και κάλυπτε αυτη την έλλειψη χάρη στη σχέση της με τα ζώα. Με το ζόρι της έβαλα ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ στο χέρι, να πάρει τροφή για τα ζωάκια της γειτονιάς της που τα τάϊζε καθημερινά, ανελλιπώς. Μόνο έτσι δέχτηκε να το πάρει.

Δώσαμε τα χέρια για μια αποχαιρετιστήρια χειραψία, εξακολουθούσαμε όμως να μιλάμε για τον ανθρώπινο πόνο και τη δυστυχία που μαστίζει τις μέρες που ζούμε και τα χέρια μας λες και ήταν κολλημένα. Για αρκετή ώρα αισθανόμουν μια ζέστη στο δεξί μου χέρι, μια ζέστη που με ευχαριστούσε παρόλη την καλοκαιρινή λαύρα.

(συνεχίζεται)
-->> το μυθιστόρημα τέλειωσε το Νοέμβρη, 2005

4 Ιουλ 2008

το ταξίδι

«Ζαλίζομαι» είπα, «ζαλίζομαι, σταμάτα» κι εκείνος σταμάτησε το αυτοκίνητο κι άνοιξα την πόρτα και ξάπλωσα στο χορτάρι. Δεν ξέρω αν με κοίταξε, είχα κλειστά τα μάτια και τα διατηρούσα κλειστά, δεν άνοιγαν με τίποτα. Ούτε όταν ένοιωσα να σκύβει πάνω μου να δει τι συμβαίνει, τι έπαθα κι έπεσα ξερή, άνοιξαν. «Μέθυσες με λίγο τσίπουρο;» ρώτησε γελώντας, αλλά δεν απάντησα. Το χώμα κάτω από το σώμα μού έδινε κουράγιο με τη σταθερότητά του. Σίγουρα, δεν έφταιγαν τα δυο τρία τσιπουράκια, σίγουρα η μέθη δεν προερχόταν από αυτά. Η παρουσία του δίπλα μου τόσην ώρα μάλλον ήταν ο πρόξενος της ζάλης.
Συνήλθα σχετικά σύντομα και συνεχίσαμε το ταξίδι.

-->> γράφτηκε πριν δυο λεπτά, εδώ: -->>
http://rodiat4.blogspot.com/2008/07/blog-post.html
και μπαίνει δικαιωματικά στη Συλλογή "σημαδεύω έρωτες για να μείνουν ζωντανοί"

22 Απρ 2008

Ο κήπος του βυθού


Ηταν ενας άντρας θαλασσινός.
Φορούσε γαλάζια μάτια,
μα η καρδιά του βυθός άπατος.
Ηρθε μια νύχτα
-αφέγγαρη νυχτα-
ο βυθός του έγινε κήπος,
άνθισε και του μίλησε.

Του είπε να πάρει μια κιθάρα,
να του τραγουδάει
για να παραμείνει ανθισμένος.

Οσο έπαιζε και τραγούδαγε,
ο κήπος του βυθού ανέβαινε στην επιφάνεια.
Μια μέρα, σπάσαν οι χορδές
κι ο κήπος βούλιαξε βαθειά.
Ο άντρας έγινε στεριανός
και δεν ξανατραγούδησε πια.

Ενα πουλί πάνω απο τα κύματα,
βλέπει τον κήπο του βυθού
και ψάχνει νά 'βρει
τα γαλάζια μάτια του άντρα.
Μια γοργόνα έχει στα βυζιά της
δυο γαλάζιες χάντρες
λαμπερές σαν μάτια θαλασσινού.

Εχει και μια κιθάρα και παίζει,
αλλά ο κήπος του βυθού
δε λέει να ξανανθίσει.

8 Απρ 2008

ο ρόλος

Μια ζωη του πηρε μεχρι να μαθει το ρολο του, αλλα δεν προλαβε να απολαυσει το χειροκροτημα, ουτε καν να μαθει απο τους κριτικους αν τον επαιξε καλα ή οχι: ο θανατος τον θερισε ακριβως την ωρα που επεφτε η αυλαια.

22 Φεβ 2008

Προχωρώ ακολουθώντας

Το σώμα του μου μιλά.
Με τον ώμο με κατευθύνει απαλά
σαν τη γαλοπούλα.

Το βλέμμα του με στρίβει
στις γωνίες
-αόρατα ηνία-
μου δίνει εντολή να αλλάζω κατεύθυνση
                                        πότε πότε

Βαδίζει πίσω μου, αλλά με οδηγεί.
Προχωρώ ακολουθώντας τον,
αν και προπορευόμενη.

Δεν μιλούμε καθόλου.
Ούτε πριν, ούτε μετά.

Οταν χωρίζουμε,
ορίζουμε το επόμενο ραντεβού.
Πέμπτη; Πέμπτη.
Οχτώ; Οχτώ, όπως πάντα.
Εδώ; Εδώ.

Φεύγουμε χωριστά.
Περιμένω την επόμενη Πέμπτη.
Να μου μιλήσει το σώμα του.

--------------------------
Συλλογή "σημαδεύω έρωτες για να μείνουν ζωντανοί"

22 Ιαν 2008

Η ΜΕΓΑΛΗ ΦΑΓΟΥΡΑ

Είναι Δευτέρα πρωί, κι ο Θανάσης ξυπνά με μια τρομερή φαγούρα στο μουστάκι. Στην αριστερή γωνία. Μισοκοιμισμένος ακόμα, γυρίζει μπρούμυτα και τρίβεται στο μαξιλάρι. Πέρα-δώθε καναδυό φορές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η φαγούρα ίσα ίσα δυναμώνει. Στρίβει στο αριστερό πλευρό και χρησιμοποιεί το δείκτη του δεξιού χεριού σε ένα απαλό ξύσιμο. Τίποτα. Η φαγούρα απλώνεται σε όλη την έκταση του άνω χείλους. «Να σε πάρει ο διάολος για μουστάκι» μουρμουρίζει κι αποφασίζει να σηκωθεί.

Δεν είναι η συνηθισμένη ώρα που ξυπνά, αλλά δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Πάει γραμμή στο λουτρό, κατούρημα, κοίταγμα στον καθρέφτη του νιπτήρα, πλύσιμο χεριών και προσώπου, βούρτσισμα δοντιών, κινήσεις καθημερινές, ρουτινιάρικες. Η φαγούρα ξεχειλίζει λες από το μουστάκι και απλώνεται προς τα μάγουλα. Τα τρίβει με τις παλάμες του με μανία, πάνω-κάτω, τίποτα, η φαγούρα εξαπλώνεται στο πρόσωπό του όπως ένας λεκές από λάδι σε ύφασμα λινό. Σα να την πίνει το δέρμα του.

Αν και δεν είναι η μέρα του να ξυριστεί -τα γένια του είναι ανοιχτόχρωμα και ξυρίζεται μέρα παρά μέρα- παίρνει τον αφρό και τον απλώνει με προσοχή. Νιώθει μια προσωρινή δροσιά, ηρεμεί για λίγο, όσο να περάσει τη λεπίδα στο πρόσωπό του. Η φαγούρα στα μάγουλα καταλαγιάζει, το μουστάκι του όμως τον φαγουρίζει τόσο που βάζει τα μεγάλα μέσα: Το ξύνει με τα νύχια και των δώδεκα* δαχτύλων του. Το δέρμα κάτω από τον παχύ θύσσανο, χρώματος κοκκινωπού, γίνεται κατακόκκινο κι αυτό. Αποφασίζει να το ξυρίσει και το κοντοκουρεύει με το ψαλιδάκι των νυχιών ώστε να το πιάνει η λεπίδα. Τελειώνει με το ξύρισμα του μουστακιού, «πω πω σαν κόλος έγινε η μούρη μου» λέει από μέσα του, και ρίχνει μπόλικη κολόνια. Τον τσούζει το αλκοόλ, μπερδεύεται το τσούξιμο με τη φαγούρα, πράγμα που τον κάνει να πιστέψει ότι το μαρτύριό του έχει πάρει τέλος.

Αμ δε! Μόλις σκουπίζει τα απομεινάρια του αφρού από τους κροτάφους, η φαγούρα επιστρέφει απειλητική. Δεν περιορίζεται στο άνω χείλος και στα μάγουλα, σκαρφαλώνει από τους κροτάφους και προς το τριχωτό της κεφαλής του. Σκύβει στο νιπτήρα για ένα σύντομο λούσιμο. Ξεβγάζει το σαμπουάν καλά καλά με κρύο νερό και τινάζει τα μαλλιά σα βρεγμένο σκυλάκι. «Αχ, αυτό ήταν!» αναστενάζει με ανακούφιση, αλλά η φαγούρα παραμονεύει. Τώρα κατεβαίνει στο σβέρκο κι από το σβέρκο απλώνεται στους ώμους κι από κεί στην πλάτη και στο στήθος ταυτόχρονα κι ο Θανάσης ανεβοκατεβάζει τα χέρια του όπου προλάβει, δεν ξέρει τι να πρωτοξύσει.

Τα νύχια του γεμίζουν αίμα και τρίχες και συνεχίζει να ξύνει το δέρμα του χωρίς να σκέφτεται ότι το πληγώνει, «μόνο να τελειώσει αυτό το πράγμα να πάω στη δουλειά» σκέφτεται, αλλά "αυτό το πράγμα" δεν τελειώνει με τίποτα. Τηλεφωνεί στον προϊστάμενο πως του έτυχε μια αναπάντεχη δυσκολία και δε θα μπορέσει να πάει σήμερα, μετά στο φίλο του το Νότη, το γιατρό, και κλείνει ραντεβού μετά από μια ώρα, να τον δει ως επείγον περιστατικό. Οσο ντύνεται, η φαγούρα κατακλύζει ολόκληρο το σώμα του. Περνώντας από την κοιλιά και τα οπίσθια, κατεβαίνει προς τους μηρούς γύρω-γύρω, τα γόνατα, τις γάμπες, τους αστραγάλους. Το μόνο απρόσβλητο μέρος μένουν οι πατούσες ευτυχώς, κι έτσι μπορεί να φορέσει παπούτσια και να περπατά.

Ξύνοντας διαρκώς και χωρίς ανάπαυλα το κορμί του, ο Θανάσης φτιάχνει και ρουφά δυο γουλιές καφέ, αν και δεν τον χρειάζεται, μια και η φαγούρα τον έχει ξυπνήσει για τα καλά. Να πάει στο νοσοκομείο με λεωφορείο αποκλείεται. Πώς να σταθεί ανάμεσα σε τόσο κόσμο και να ξύνεται; Να πάρει τη μηχανή του, ούτε λόγος. Θα γκρεμοτσακιστεί πουθενά. Το αυτοκίνητό του δεν κυκλοφορεί σήμερα, αλλά και να κυκλοφορούσε δε θα το ρισκάριζε. Ταξί; Ασε καλύτερα, τι θα πει ο ταξιτζής, θα τον περάσει για κάναν μουρλό. Το νοσοκομείο απέχει τέσσερις στάσεις από το σπίτι του κι έτσι θα πάει με τα πόδια.

Τέσσερις στάσεις λεωφορείου είναι περίπου ένα χιλιόμετρο κι αυτό το χιλιόμετρο, τη σημερνή μέρα, ισοδυναμεί με την άνοδο στο Γολγοθά για το Θανάση. Προχωρεί δυο τρία βήματα και σταματά για να ξυστεί. Δαγκώνει τα χείλια, τινάζει το κεφάλι, σφίγγει τους γλουτούς, κινεί παράξενα τους ώμους τρίβοντας τ' αυτιά, γέρνει μια δεξιά και μια αριστερά τρίβοντας -μια με τό 'να χέρι και μια με τ' άλλο- τις γάμπες, βάζει το δεξί χέρι στην τσέπη ν' ανακουφίσει προσωρινά τ' αχαμνά του, σαν το ανέκδοτο με το κουστούμι του σακάτη δείχνει. Αν και τόσο νωρίς το πρωί δεν κυκλοφορούν αργόσχολοι, μερικοί περαστικοί τον παρατηρούν κουνώντας με συμπόνια το κεφάλι, κι ο Θανάσης δεν σταματά να ξύνεται, να ξύνεται, να ξύνεται, ώσπου φτάνει στην κεντρική είσοδο του νοσοκομείου. Εκεί, ως δια μαγείας, παύει η φαγούρα, όπως ακριβώς αναστέλλονται για λίγο οι πόνοι της γέννας μόλις η επίτοκος φτάσει στην κλινική.

Ξαφνιάζεται ο έρημος, παρόλ' αυτά όμως θα τον δει το γιατρό, πρέπει να του εξηγήσει τι του συνέβει, μη και το ξαναπάθει. Το ραντεβού είναι σε ένα τέταρτο της ώρας και ο Θανάσης το εκμεταλλεύεται για να πιει ένα καφεδάκι στο κυλικείο του νοσοκομείου σαν άνθρωπος. Αγοράζει κι ένα κρουασάν και κάθεται σ' ένα παγκάκι, μελετώντας από μέσα του τα συμβάντα, ώστε να απαριθμήσει ένα προς ένα τα συμπτώματα στο φίλο του το Νότη, το δερματολόγο. Το τέταρτο της ώρας περνά αρκετά αργά, τόσο μεγάλη είναι η απόλαυση αυτού του διαλείμματος. Κάποια στιγμή, αποφασίζει να σηκωθεί και να προχωρήσει προς το ιατρείο. Ο Νότης τον περιμένει με αγωνία γιατί ο φίλος του ο Θανάσης δεν τον έχει ξαναενοχλήσει για θέματα υγείας. Δεν έχει καταλάβει καν ότι πρόκειται για δερματολογικό πρόβλημα, ο Θανάσης του τα μάσαγε στο τηλέφωνο, «έρχομαι να στα πω από κοντά» του είχε πει, κι ο Νότης είχε σκεφτεί πως το τηλεφώνημα του φίλου του θα μπορούσε να αφορά ίσως κάποιον συγγενή του, κάποιο ρουσφετάκι, ή και κάνα θαλασσοδάνειο ακόμα.

Χτυπά την πόρτα, μπαίνει, χαιρετιούνται οι δυο φίλοι, «ποιο είναι το πρόβλημα;» ρωτά ο γιατρός καθισμένος στο γραφείο του, «άστα φίλε μου, που να σου λέω τι έπαθα» απαντά ο Θανάσης, και, εκείνην ακριβώς τη στιγμή, η φαγούρα ενσκήπτει ξαφνικά και δριμύτερη! Τινάζεται πάνω και αρχίζει να ξύνεται με μανία, ενώ ο γιατρός τινάζεται κι αυτός από την καρέκλα του. Τέτοια περίπτωση δεν του έχει ξανατύχει. Ανοίγει ένα ντουλαπάκι, παίρνει κάτι χάπια, γεμίζει ένα ποτήρι πλαστικό με νερό από το νιπτηράκι, «για πάρε δυο απ' αυτά, να δούμε» λέει και τείνει στο Θανάση το ποτήρι και τα χάπια. Απλώνει ο Θανάσης το χέρι να πιάσει το ποτήρι και «ωπ, τι γίνετ' εδώ;» ρωτά ξαφνιασμένος ο Νότης ο γιατρός, «έχεις έξι δάχτυλα σ' αυτό το χέρι;» και παίρνει πίσω χάπια και ποτήρι.

Ο Θανάσης παρατηρεί το χέρι του το δεξί πρώτα, ύστερα το αριστερό, μετρά τα δάχτυλά του, τα βρίσκει πράγματι δώδεκα και «γιατί, εσύ πόσα έχεις;» ρωτά τον ξαφνιασμένο γιατρό. «Δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι» απαντά ο γιατρός και «για έλα πιο κοντά να εξετάσω αυτό το φαινόμενο» συνεχίζει, ενώ τα μάτια του έχουν πεταχτεί έξω από την κατάπληξη. Ο Θανάσης σταματά για λίγο το ξύσιμο, η φαγούρα φαίνεται να έχει αλλεργία στα ξαφνιάσματα, ενώ ο δερματολόγος τηλεφωνεί στον ορθοπεδικό, λέγοντάς του «παράτα τα κι έλα γρήγορα στο ιατρείο μου στα επείγοντα, συμβαίνει κάτι τι απίστευτο!»

Σε χρόνο μηδέν, που λένε, ο ορθοπεδικός βρίσκεται άναυδος κι αυτός μπροστά στον εξαδάχτυλο Θανάση και του ζητά να βγάλει τα παπούτσια του για να δει πόσα δάχτυλα έχει στα πόδια. Μετρούν όλοι μαζί με προσοχή, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, στο ένα πόδι, άλλα πέντε στο άλλο και «α, γι αυτό δεν σε τρώνε και οι πατούσες σου!» αναφωνεί ο δερματολόγος και ο ορθοπεδικός βιάζεται να συμφωνήσει, ενώ ο Θανάσης δεν εννοεί να καταλάβει ποια είναι η σχέση της φοβερής του φαγούρας με τον αριθμό των δαχτύλων στα χέρια του, ο οποίος ήταν ο ίδιος από την ώρα που γεννήθηκε. Το έκτο δάχτυλο σε κάθε του χέρι, βεβαίως, δεν προστέθηκε στα ξαφνικά σήμερα το πρωί!

Οι δυο γιατροί, μετά από ένα σύντομο συμβούλιο, προτείνουν στο Θανάση μια αγωγή με χάπια και, αν αυτή δεν τελεσφορήσει, να του αφαιρεθούν τα επι πλέον δάχτυλα. «Μια επεμβασούλα είναι, μη φοβάσαι, θα γίνει με τοπική αναισθησία» τον καθησυχάζει ο ορθοπεδικός, «εγώ ο ίδιος θα στην κάνω και θα προτείνω να μη σου κοστίσει τίποτα, αν συναινέσεις να ανακοινώσω την περίπτωσή σου στο διεθνές ετήσιο συνέδριο των ορθοπεδικών» τελειώνει την κουβέντα του και ο φίλος δερματολόγος συνεχίζει «είναι ευκαιρία Θανάση μου, σκέψου το, θα σου έλεγα μάλιστα να μην επιβαρύνεις καν τον οργανισμό σου με χάπια αλλά να εγχειριστείς αμέσως».

Ο Θανάσης, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, δεν συμπαθεί τα μαχαίρια και μάλιστα χωρίς να το σκεφτεί λιγουλάκι, έτσι αποφασίζει την πρώτη περίπτωση με τα χάπια, οπότε ο Νότης του ξαναδίνει τα αντισταμινικά που είχε βγάλει λίγο πρωτύτερα από το ντουλαπάκι και η φαγούρα υποχωρεί αρκετά, τόσο που ο Θανάσης αποφασίζει στη συνέχεια να πάει στη δουλειά του. Χαιρετά με ανακούφιση τους γιατρούς σωτήρες του, φεύγει από το νοσοκομείο, παίρνει το τρόλλεϊ και βρίσκεται στην υπηρεσία του. Η φαγούρα κοντεύει να γίνει ανάμνηση.

Μόλις μπαίνει στο γραφείο, αρχίζουν τα κρυφομιλήματα και τα χαχανητά. Δεν αργεί να καταλάβει τι συμβαίνει, έχει ξυρίσει το μουστάκι και το πρόσωπό του είναι αλλαγμένο, σίγουρα περί αυτού πρόκειται. Καλημερίζει χωρίς πολλά πολλά, κάθεται στη θέση του και ξεκλειδώνει τα συρτάρια του γραφείου του, όταν η κυρία Καπούζογλου λέει «με όλο το θάρρος, τι έγινε κύριε Θανάση το μουστάκι σας, το έφαγε η γάτα;» βέβαιη ότι η φράση της είναι μια φράση η οποία υποδηλώνει εξυπνάδα, κοιτάζοντας παράλληλα προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις για να λάβει υποστήριξη στο ανόητο χιούμορ της. Αντιπαρερχόμενος την κρυάδα, ο Θανάσης τη ρωτά με τη σειρά του «αλήθεια, ξέρετε πόσα δάχτυλα έχω στα χέρια μου;» και «φυσικά δέκα, όπως όλοι οι άνθρωποι, τι ερώτηση!» απαντά η κυρία Καπούζογλου χαχανίζοντας «εκτός αν εννοείται και κάποιο άλλο δάχτυλο» συνεχίζει δήθεν πονηρά.

Η κυρία Καπούζογλου δεν είναι καθόλου κυρία, αν και παντρεμένη εδώ και πέντε χρόνια με τον κύριο διευθυντή της υπηρεσίας. Είναι το καρφί του κυρίου διευθυντή, αυτό το ξέρουν όλοι στο γραφείο, και παίζει το ρόλο της εύθυμης και καλοπροαίρετης τάχα, ενώ από πίσω δεν διστάζει να τα χώνει σε όλους. Ο Θανάσης νιώθει μια γλυκειά ικανοποίηση που θα την κάνει σε λίγο να χάσει το χρώμα της. «Για μετρήστε τα λοιπόν, αν είστε περίεργη βεβαίως, να δούμε, είναι ή δεν είναι δέκα;» της λέει τείνοντας και τα δυο του χέρια στο ύψος των ματιών της και η κυρία Καπούζογλου βάζει μια τσιρίδα και πέφτει ξερή στο πάτωμα. Σε στρίψη ματιού, όλοι οι υπάλληλοι τρέχουν να μετρήσουν τα δάχτυλα των χεριών του Θανάση, αντί να συνεφέρουν την κυρία Καπούζογλου, η οποία στο μεταξύ συνέρχεται μόνη της και, οπωσδήποτε, θα τους ανταποδώσει με πρώτη ευκαιρία την αδιαφορία τους για το άτομό της.

Οταν σε δέκα λεπτά μπαίνει ο κύριος διευθυντής αναστατωμένος από το σούσουρο που ακούγεται ίσαμε τον επάνω όροφο, όπου βρίσκεται το γραφείο του, και βλέπει το Θανάση ανεβασμένο σε μια καρέκλα να μουτζώνει δεξιά κι αριστερά και όλο το προσωπικό της υπηρεσίας να κοάζουν μαζί του εν χορώ «πάρε έξι!» και «πάρε δώδεκα!» κοντεύει να πάθει συμφόρηση. Βλέπει και τη σύζυγό του να κάθεται σαν ξέπνοη παράμερα και το εγκεφαλικό είναι στο δρόμο. «Απολύεσαι! Τώρα! Μάζεψτα και τράβα!» κραυγάζει θέλοντας να ισορροπήσει με τις κραυγές τη δειλία και την αδυναμία του, πιθανότατα και το μικρό του τσουτσούνι, καθώς η κυρία Καπούζογλου «μπράβο Μενέλαε» και «μπράβο κύριε διευθυντά μου» του λέει, «αλλά μέτρα και τα δάχτυλα του Θανάση μας» προσθέτει για να του βγει από πάνω, ο κύριος διευθυντής τα μετρά, τα ξαναμετρά και αυτομάτως ηρεμεί.

Είναι η πρώτη φορά που τα δώδεκα δάχτυλα του Θανάση δρουν ως ηρεμιστικό. Ισως και η τελευταία, γιατί μετά την πρόταση που του κάνει κατ' ιδίαν ο κύριος διευθυντής, ο Θανάσης αποφασίζει να πάει να κόψει τα περισσευούμενα.

Ο κ. διευθυντής πρότεινε στο Θανάση να τον κάνει γαμπρό του, να τον παντρέψει με την κόρη του, στοχεύοντας στην αναπαραγωγή του γονιδίου που δημιουργεί τα δώδεκα δάχτυλα. Ηταν φανατικός υποστηριχτής της ιδέας περί του εξαδάχτυλου που θα μας φέρει πίσω την Πόλη, κλπ κλπ, και επιθυμούσε τη συμμετοχή της οικογένειάς του στη πιθανότητα πραγματοποίησης αυτής της ιδέας, την οποία έβρισκε απολύτως εφικτή. Ετσι είναι. Στις διευθυντικές καρέκλες κάθονται αναπαυτικά άνθρωποι με μεγάλες ιδέες.

Ο Θανάσης λοιπόν, μπήκε σώγαμπρος στο σπίτι του κ. Καπούζογλου, αφού φυσικά γνώρισε και παντρεύτηκε μετά από σύντομο αρραβώνα την ωραία Ανθούλα, την κόρη Καπούζογλου και νυν κ. Αθανασίου Μπαχλάκη, αφού εγχειρίστηκε και απώλεσε τα επί πλέον δάχτυλα των χεριών του. Αυτή ήταν η συμφωνία, ο όρος που είχε επιβάλλει ο κ. διυθυντής: Να κόψει τα επιπλέον δάχτυλα. Η δικαιολογία ήταν αληθοφανής, να μη τρομάξει η ωραία Ανθούλα και το υπόλοιπο σόι. Το ζουμί όμως ήταν η αφανής παροχή του γονιδίου του στην οικογένεια, να μην υποπτευθεί κανείς τι κρύβεται πίσω από αυτό τον εσπευσμένο γάμο της κόρης ενός σημαντικού παράγοντα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου με έναν απλό υπαλληλάκο σαν τον Θανάση.

Για να θολώσει τα νερά, ο κ. διευθυντής έχρισε τον Θανάση προϊστάμενο Λογιστηρίου της επιχείρησης και διέδιδε δεξιά και αριστερά ότι πρόκειται για ελπιδοφόρο νέο με Αξίες και Αρχές, αντάξιο διάδοχό του. Η Ανθούλα, απλώς ακολουθούσε τις υποδείξεις του πατρός και ουδείς λόγος της έπεφτε περί γάμου, κ.τ.τ., παρ' όλ' αυτά όμως το Θανάση τον ερωτεύτηκε σφόδρα και σύντομα η κοιλιά της άρχισε να φουσκώνει και μετά την πάροδο εννέα μηνών ακριβώς γέννησε ένα υπέροχο μωρό. Οι ευτυχείς γονείς λάτρεψαν αμέσως το σπλάχνο τους, που ήταν ένα στρουμπουλό κοριτσάκι με επτά δάχτυλα στο αριστερό του χεράκι. Ο δυστυχής παπούς, με βαριά καρδιά, άνοιξε λογαριασμό στη Τράπεζα στο όνομα της μικρής και περίμενε με αγωνία την επόμενη εγκυμοσύνη της κόρης του, η οποία συνέβη σύντομα και ήταν ατελέσφορη όπως και η πρώτη: κοριτσάκι και πάλι, με επτά δάχτυλα στο δεξί του χεράκι.

Η οικογένεια Αθανασίου Μπαχλάκη αριθμούσε τώρα τέσσερα μέλη με σαραντατέσσερα δάχτυλα χεριών, μόνο που τα δάχτυλα ήταν μοιρασμένα λάθος. Ετσι, οι μικρές εγχειρίστηκαν χωρίς αναβολή, για λόγους αισθητικής. Μετά από δυο χρόνια ανάπαυλας, η Ανθούλα ξανάμεινε έγκυος και το υπερηχογράφημα έδειξε αγόρι. Περιττό να ειπωθεί η χαρά του χαζοπαπού κ. Καπούζογλου, ο οποίος άρχισε να κάνει ένα σωρό παρανομίες προς αύξηση του μπάτζετ της επιχείρησης, ώστε να είναι ικανή να χρηματοδοτήσει μια μελλοντική αποστολή στην Πόλη για να την κατακτήσει ο μικρός μόλις θα ενηλικιωνόταν.

Η Ανθούλα γέννησε, αλλά -"άνθρακες ο θησαυρός"- το αγοράκι είχε επτά δάχτυλα σε κάθε πόδι. Το γονίδιο του Θανάση έπαιζε άσχημα παιχνίδια στον κ. διευθυντή, που όμως δεν έχανε το κουράγιο του και περίμενε με αισιοδοξία την επόμενη γέννηση, η οποία δεν άργησε να έρθει. Μετά από δεκαοκτώ μήνες, γεννήθηκε το δεύτερο αγοράκι του ζεύγους, με επτά δάχτυλα στο αριστερό του ποδαράκι. Τότε, ο παπούς έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και ανέλαβε ο Θανάσης το τμήμα εισαγωγών-εξαγωγών της επιχείρησης.

Μετά από αρκετά χρόνια, ο Θανάσης με την Ανθούλα απέκτησαν ένα λόχο παιδιών, θηλυκών και σερνικών, με δάχτυλα πάντα υπεράριθμα αλλά όχι σωστά κατανεμημένα, τα οποία εγχειριζόντουσαν μόλις συμπλήρωναν τα παιδιά το δεύτερο έτος της ηλικίας τους. Ο Θανάσης ανέπτυξε το εμπορικό του δαιμόνιο και, παρά τις αντιρρήσεις του ξεμωραμένου πλέον πεθερού του, η επιχείρηση πρόκοψε εξαιρετικά, ιδίως στην Πόλη, όπου εξήγαγε το 90% των ολοβάμβακων και ολομέταξων προϊόντων της.

«Την πήραμε την Πόλη μπαμπά!» είπε μια μέρα η Ανθούλα στον πατέρα της και κείνος έπεσε ξερός από τη χαρά του. Τον θάψαν με μεγάλες τιμές, κηδεία με δημόσια δαπάνη λόγω της προσφοράς του στην κοινωνία: μια αλυσίδα ξενώνων για κακοποιημένες γυναίκες -σε πανελλαδικό επίπεδο- που είχε χτίσει για να μειώσει τις φορολογικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Πού να ήξερε τι εννοούσε η αγαπημένη του κόρη! Αν μπορούσε να φανταστεί ότι η Πόλη ειχε πλημμυρίσει από μεταξωτές και βαμβακερές μαντίλες ελληνικής παραγωγής, ίσως να είχε αφήσει νωρίτερα το μάταιο τούτο κόσμο...

_________________________
* η λέξη "δώδεκα" γράφτηκε τυχαία και όταν πρόσεξα αυτό το λάθος αποφάσισα να το αφήσω και να μη το διορθώσω, έτσι η ιστορία οδηγήθηκε μόνη της προς τη δική της συνέχεια και το δικό της τέλος, αποφάσισε δλδ το κείμενο αντί για μένα προς τα πού θα πάει -πράγμα που μου συμβαίνει συχνά, χωρίς να βρίσκω κάποια εξήγηση γι αυτό.

Πρωτη αναρτηση σε δυο μερη: -->>
1. περί της φαγούρας του Θανάση

2. ο Θανάσης επιστρέφει νικητής

αν δεν ανοιγουν οι συνδεσμοι, διαλεξτε: -->>
http://rodiat4.blogspot.com/2006/11/183.html
http://rodiat4.blogspot.com/2007/09/287.html

ΣΗΜ. τα ονοματεπώνυμα είναι φανταστικά και ουδεμία σχέση έχουν με τη πραγματικότητα, όπως και ολόκληρη η ιστορία.

11 Ιαν 2008

ο χορος του ιταλου

Ενα «ωπα!» σαν ουρλιαχτο ξεφυγε απο τα σφιγμενα χειλη του και «ωπα, ωπα, ωπα, ωπα, ωπα!» αλλα πεντε σαν ριπες μυδραλιοβολου ξεσκισαν τη βουβαμαρα του ερειπωμενου αρχοντικου, ενω τα ποδαρια του χτυπουσαν βαρια τα σανιδια της σαλας και τα χερια του ανεμιζαν στον αερα. Ο ιταλος χορευε ζειμπεκικο και ηταν, λες, ετοιμος να πεταξει.

Η μουσικη, ο ηχος, ηταν καρφωμενος στο μυαλο του απο το χτεσινο βραδυ, οταν εβλεπε τα ξαναμμενα ματια της να τον κοιταζουν στην ταβερνα, σαν καρβουνακια απο το τζακι και σαν φλογες της κολασης. Χτες το βραδυ, χορευαν οι αλλοι κι αυτος επινε και μαθαινε και, μαζι με το ποτο, καταπινε γουλια γουλια το σκληρο ηχο, τοσο μακρινο απο τα τρυφερα ακουσματα της πατριδας του.

Επινε πολυ και δεν τον παιρναν τα ποδια του να γυρισει στο ξενοδοχειο, για τουτο και ξημερωθηκε στο ερειπωμενο αρχοντικο του Ασημακη, που ορθωνοταν στην ερημια, παραδιπλα στην εξοχικη ταβερνα οπου τον ειχε οδηγησει η μοιρα.

«Ωπα!» εσκουξε ξανα και σωριαστηκε αποκαμωμενος. Διψουσε, ηθελε και να πλυθει, να εξανθρωπιστει, αλλα το σωμα του χτυπιοταν ακομα ξαπλωμενο ανασκελα, λες και ηθελε να τελειωσει το ονειρο -μαλλον ο εφιαλτης- της χτεσινης βραδιας.

- Τι εχεις αφεντικο; εισαι καλα; θες κατι;

Μια αγοριστικη φωνη εφτασε στα αυτια του απο το κεντρικο ανοιγμα, οπου ενα φυλλο εξωπορτας ισορροπουσε μονοπαντα κρεμασμενο απο ενα μοναχα μεντεσε.

- Οκι, εγκω καλα ειμαι, ευκαριστω. Τελω παει ξενοντοχειο.

- Να σε παω, για θυμασαι το δρομο;

Ξαναρωτησε η φωνουλα του αγοριου, μαθημενη απο αντρικα μεθυσια.

- Ναι, να με παει, αλλα εγκω χορεψει λιγκο ακομα. Τελω ματει χορευει καλα.

Το αγορι εβγαλε ενα μπαγλαμαδακι απο το γιλεκο του σαν να εκανε ταχυδακτυλουργια και «Να σου παιξω κατι τοτε» ειπε και αγγιξε τις χορδες.

Ο ιταλος τιναχτηκε και ξαναρχισε να χορευει σαν παλαβος. Ο ηχος, οχι μοναχα κουρδιζε το κουρασμενο του κορμι, αλλα τον ξεδιψουσε κιολας και ταυτοχρονα τον επλενε, τον καθαριζε, τον εκανε αρχοντα καλοντυμενο και με ξυρισμενο μουτρο και το μαλλι χτενισμενο -ολα στην τριχα, εξτρα πριμα γκουτ.

Καποια στιγμη, σταματησε να παιζει το οργανο, επαψε κι ο χορος κι ενα δεκαπενταχρονο αγορι φανηκε να βγαινει απο το ερειπιο, σερνοντας ενα μαντραχαλο απο το χερι. Ξεμακραιναν προς το ξενοδοχειο συζητωντας τη συνεργασια των επομενων ημερων. Δεκα δραχμες την ωρα για τρεις ωρες τη μερα επι τρεις μερες ηταν μια μικρη περιουσια για τον μικρο. Ο ιταλος ηταν αποφασισμενος να μαθει ζειμπεκικο στην εντελεια.

Μετα απο τρεις μερες -ετσι το λογαριαζε- θα ηταν σε θεση να δωσει τη δικια του παραγγελια στην ταβερνα. Μετα απο τρεις μερες θα χορευε για χατηρι της, μετα απο τρεις μερες η που θα καιγοταν ολοκληρωτικα απο τη φλογα των ματιων της η που θα επαιρνε το πλοιο για την πατριδα του.

Την τριτη μερα εγινε ο μεγαλος σεισμος, το αρχοντικο δεν αντεξε, επεσε και τον πλακωσε. Το αγορι στεκοταν στην πορτα και δεν επαθε τιποτα, μονο που εχασε το τελευταιο μεροκαματο.