19 Σεπ 2009

Εκείνη που δεν έκλανε ποτέ

Μια φορά, ήταν μια γυναίκα που δεν έκλανε. Θα μπορούσε να ήταν ένας άντρας που δεν έκλανε, αλλά αυτό θα ήταν εντελώς παράλογο. Στους άντρες αρέσει να κλάνουν και συχνότατα κάνουν και διαγωνισμό κλανιάς και μάλιστα σε ώρες εργασίας -όταν οι γυναίκες απουσιάζουν, φυσικά. Για τούτο προτίμησα να βάλω μια "γυναίκα που δεν έκλανε" στη μικρή μου ιστορία. Ηδη, τη σκεφτομαι πολύ παράλογη αυτή την ιστορία, μη κάνω όμως και υπερβολές! Ας κρατηθεί μια ισορροπία τεσπα.

Η γυναίκα που δεν έκλανε, είχε διδαχτεί περί κλανιάς απο μικρή ηλικία, από τα νηπιακα της χρόνια. Είχε μάθει δλδ πόσο κακό είναι να κλάνει κανείς, ιδιαίτερα ένα κοριτσάκι που κάποτε θα μεγάλωνε και θα γινόταν μια πεντάμορφη κοπέλα και, αργότερα, μια όμορφη και κομψή κυρία.

Στο σπίτι, τη διαπαιδαγώγηση αυτή την είχαν αναλάβει όλα τα θηλυκά που την περιστοίχιζαν: η μάνα, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι ξαδέρφες. Στο σχολείο, οι δασκάλες και οι συμμαθήτριες. Για να κάνει παρέα με ένα κοριτσάκι της ηλικίας της, το πρώτο ερώτημα που έβαζε ήταν «μήπως κλάνεις;» και, σε θετική απάντηση, απέρριπτε τη φιλία, ακόμα και την απλή συναναστροφή, με τέτοιου είδους κορίτσια. Ετσι την είχαν μάθει και της άρεσε κιόλας.

Υπερηφανευόταν γι αυτό το ιδίωμά της. Θεωρούσε ότι ήταν μια εξαιρετική συμπεριφορά, μια δοκιμασία για λίγους και εκλεκτούς, ένας τρόπος που υποδείκνυε την ανωτερότητά της μπροστά στον υπόλοιπο κλανιάρη και, ως εκτούτου, βρωμιάρη κόσμο. Στην αρχή, βεβαια, το συγκράτημα της εξαγωγής των αερίων από το τελευταίο τμήμα του πεπτικού σωλήνα, ήταν κάτι τι οδυνηρό. Σφιγγόταν, πονούσε, κοκκίνιζε, συστρεφόταν, αλλά πετυχαινε να μη κλάσει. Και καμάρωνε ανακοινώνοντας αρχικά με ζωηρή φωνή το επίτευγμά της «μαμά, δεν έκλασα!» και αργότερα, όταν κατάλαβε ότι αυτό το θέμα είναι ιδιωτική της υπόθεση, καμάρωνε απο μέσα της.

Μεγαλωνε λοιπόν, αλλά παράλληλα φούσκωνε κιόλας. Στα δέκα της χρόνια ήταν ήδη σαν μπαλόνι. Την πήγαν στο γιατρό και εκείνος συνέστησε δίαιτα, φρούτα και λαχανικά και τέτοια. Πού να φανταστεί ο άνθρωπος ότι ήταν εμποδισμένη μια φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού από μια εξαιρετικά προσεγμένη και επίμονη διδαχή, ότι η απαγόρευση της κλανιάς είχε γίνει στη μικρή βίωμα εξ απαλών ονύχων;

Με την αύξηση φρούτων και λαχανικών στο μενού, η κατάσταση επιδεινώθηκε μια και, όπως ξέρουμε, τα φυτικά τρόφιμα παράγουν πολύ περισσότερα αέρια από τα υπόλοιπα. Ετσι, το κορίτσι φούσκωσε περισσότερο. Στα δεκαεφτά ήταν πια ένα τέρας. Το παράξενο για τους συγγενείς και όσους τη γνώριζαν ήταν ότι το βάρος δεν ήταν τόσο που να δικαιολογεί τον όγκο του σώματος. Είχε φυσιολογικό βάρος για το ύψος της, μάλλον προς το αδύνατο θα την έλεγε κανείς αν δεν ήταν τόσο φουσκωμένη.

Ξαναπηγαν στο γιατρό, πήγαν και σε ειδικό διαιτολόγο, αλλά τίποτα. Καμμιά δίαιτα δεν είχε επιτυχία. Η κοπέλα φούσκωνε όλο και περισσότερο. Στα είκοσι πλέον, τα αέρια είχαν διαπεράσει το πεπτικό σύστημα (φαινόμενο διαπίδυσης) και είχαν αρχίσει να διοχετεύονται προς άλλα συστήματα. Πρώτα, έθιξαν το κυκλοφορικό, αρτηρίες και φλέβες γίναν τούμπανο και ακουγόταν το αίμα να ρέει σαν χείμαρρος μέσα τους, ενας θόρυβος που μπορούσε να ακουστεί και από κάποια απόσταση. Μετά, σειρά είχε το νευρικό σύστημα. Τα νεύρα κόντευαν να παραλύσουν, η κοπέλα ένοιωθε ένα διαρκές μούδιασμα και δύσκολα μπορούσε να μετακινηθεί.

Ολα αυτά, τα άντεχε με στωικότητα, μέχρι που τα συμπιεσμένα αέρια έφτασαν να προσβάλλουν το δέρμα, έβρισκαν μια υποτυπώδη διέξοδο από τους πόρους του δέρματος και, μια και είχαν γίνει εξαιρετικά βρωμερά, οι πόροι ανέδυαν μιαν απαίσια οσμή. Κανείς δεν την πλησίαζε κοντύτερα από τα είκοσι μέτρα τουλάχιστον. Ηταν σαν κινούμενος απόπατος -όσο μπορούσε να κινηθεί δηλαδή.

Εντωμεταξύ, η περίπτωσή της είχε γίνει αντικείμενο επιστημονικών συνεδρίων, την παρακολουθούσαν πλέον όχι απλοί γιατροί αλλά καθηγητές πανεπιστημίων και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, αρκετές διατριβές είχαν γίνει επάνω στην παράξενη αυτή και μοναδική ασθένεια. Μέχρι που κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα να τη στείλει σε ψυχαναλυτή, στον οποίο εκείνη εμπιστεύτηκε το μεγάλο μυστικό της: «γιατρέ μου, δεν κλάνω, δεν έκλασα ποτέ μου, δεν θυμάμαι δηλαδή να έκλασα ποτέ μέχρι τώρα» του είπε και ο γιατρός κόντεψε να πάθει εξάρθρωση της σιαγόνας από το τρελό γέλιο που τον συντάραξε. Επειδή όμως ήταν καλός γιατρός, αν και ψυχίατρος, συγκρατήθηκε και είπε στην "ασθενή" ότι θυμήθηκε κάποιο ανέκδοτο που του είχαν διηγηθεί την προηγούμενη μέρα.

Ο ψυχίατρος, ναι μεν ήταν καλός γιατρός αλλά ήταν παράλληλα κακός συνάδελφος κι έτσι δεν αποκάλυψε το μυστικό στους συναδέλφους του μελετητές της παράξενης ασθένειας. Ηθελε όλη τη δόξα δική του. Με το μαλακό λοιπόν, χωρίς να βιάζεται καθόλου, συνέχισε τις συνεδρίες με την γυναίκα που δεν έκλανε ποτέ. Ισως να ήταν σκόπιμη κιόλας αυτή η συμπεριφορά, να μη της αποκαλύψει δηλαδή ότι η εξαγωγή των αερίων είναι φυσιολογικό πράγμα και ότι η συγκράτησή τους δεν είναι κανένα κατόρθωμα, γιατί έτσι θα αναποδογύριζε τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε ζήσει αυτή η γυναίκα μέχρι τότε και δεν μπορούσε να προδικάσει το αποτέλεσμα ενός τόσο τραυματικού σοκ.

Επίσης, σκεφτόταν τον τρόπο με τον οποίο θα έκανε την αποκάλυψή του. Θα έπρεπε να οργανώσει πολύ μεθοδικά την ανακοίνωση που θα έκανε σε ένα διεθνές συνέδριο, να έχει κρατήσει μετρήσεις, στατιστικά στοιχεία, ποσοστά, όλα αυτά δηλαδή που κάνουν μια μελέτη αξιόπιστη. Ετσι, πύκνωσε τις συνεδρίες και έβλεπε τη γυναίκα πολύ συχνά, κάποτε και δυο φορές τη μέρα και δωρεάν μάλιστα, μια και οι οικονομίες της οικογένειάς της κόντευαν να εξανεμιστούν. Δικαιολόγησε τη συμπεριφορά του με τη μισή αλήθεια, ότι μελετάει εκτενώς και σε βάθος τη περίπτωση και ότι συντομα θα υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Απέκρυψε φυσικά το δικό του όφελος, το ότι θα γινόταν παγκοσμίως γνωστός ως ο μεγάλος θεραπευτής. Αυτό, άλλωστε, δεν είχε καμμιά σημασία για τη γυναίκα και τους συγγενείς, αφού θα απαλλασόντουσαν απο το χρόνιο πρόβλημα. Θα κέρδιζε ο γιατρός, αλλά θα κέρδιζαν και αυτοί -ιδίως η γυναίκα.

Κάποτε όμως, συμβαίνει να μη θέλει κάποιος να ωφεληθεί αν γνωρίζει πως μαζί με αυτόν θα ωφεληθούν και άλλοι. Ετσι, πολύ καλά έκανε ο γιατρός -δεινός γνώστης της ανθρώπινης ψυχής και συμπεριφοράς- και δεν ανακοίνωσε πόσο πολύ μεγάλη ωφέλεια θα είχε και ο ίδιος. Σε στιγμές μεγαλοψυχίας μάλιστα, έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται να προσφέρει τμήμα των οικονομικών του απολαβών εξαιτίας της συγκεκριμένης περίπτωσης στη γυναίκα πειραματόζωο. Μπα, μετά από δεύτερη σκέψη το απέρριπτε εντελώς. Ούτε κουβέντα θα έβγαζε απο το στόμα του, ούτε φράγκο απο τη τσέπη του.

Η γυναίκα που δεν έκλανε είχε φτάσει αισίως στην ηλικία των εικοσιτριών χρόνων παρά κάτι και δεν ήταν κι από μάρμαρο. Οι συνεχείς επαφές με το γιατρό ξύπνησαν κάτι που κοιμόταν μέσα της, ένα συναίσθημα ξεχασμένο -καταπιεσμένο ή, μάλλον, άγνωστο- και άρχισε να τον συμπαθεί πολύ. Αλλά και ο γιατρός τη συμπαθούσε, όπως συμπαθεί κάποιος ένα ζωάκι, μια γατούλα ή έναν ελέφαντα. Τον συμπάθησε τόσο πολύ που δεν τον απέρριψε μια μέρα που τον άκουσε να κλάνει. Μάλιστα. Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, ακούστηκε μια ηχηρή κλανιά να σκίζει τη δερμάτινη επένδυση της καρέκλας του γιατρού. Η γυναίκα ντράπηκε για λογαριασμό του, αλλά δεν το έδειξε. Δεν μύρισε και τίποτα, μια και η δική της βρωμερή οσμή σκέπαζε τα πάντα.

«Ακουσες τι έκανα τώρα;» ρώτησε ο γιατρός και κείνη απάντησε «μα, κλάσατε! και μαλιστα θορυβωδώς.» Εκείνος όμως επέμενε λέγοντας «αμόλησα μια ηχηρή πορδή! αυτό έκανα. Για πες κι εσύ τη λέξη "πορδή"» αλλά η γυναίκα «δεν μπορώ, δεν μπορώ ακόμα» είπε. Τελοσπάντων, με τα πολλά, ξεκίνησαν ένα μάθημα γλωσσολογίας περί των ουσιαστικών, επιθέτων και ρημάτων, όλων των λέξεων που τριγυρνούν γύρω από την εξαέρωση του πεπτικού συστήματος. Μετά από μερικές συνεδρίες, εκείνη άρχισε να το σκέφτεται στα σοβαρά να επιτρέψει στον εαυτό της να κλάσει έστω για μια φορά.

Αυτή τη σκέψη όμως δεν την είπε στο γιατρό της, που ίσως να λάβαινε κάποια μέτρα, έτσι, μια μέρα, ενώ βάδιζε στο δρόμο προς το ιατρείο, εγκατέλειψε τη συστολή της και επέτρεψε στο κόλον έντερον να εκδηλώσει τη σφοδρή του επιθυμία, αυτό που επιθυμούσε εδώ και χρόνια και ο εγκέφαλος δεν του επέτρεπε να πράξει. Με δυο λόγια, η γυναίκα που δεν έκλανε αμόλησε μια τρομερή πορδή και σείστηκε το σύμπαν γύρω της. Τρίξαν τα τζάμια στα παράθυρα, μέχρι και στα ρετιρέ των πολυκατοικιών. Ο τόπος βρώμισε λες και βράζαν χταπόδι κι ακόμα χειρότερα, σαν να περνούσε το βυτιοφόρο "Ο Αχόρταγος" με ανοιχτό το καπάκι ή σα να κάναν παρελαση τα σκουπιδιάρικα του Δήμου τίγκα στο σκουπίδι.

Εκτός αυτού, η γυναίκα ξεφούσκωσε απότομα, όπως ακριβώς ένα παραφουσκωμένο μπαλόνι που του αφήνεις ελεύθερο το στόμιο. Ξεφουσκώνοντας, πεταξε ψηλά στον αέρα, έφερε μερικές σβουριχτές βόλτες πηγαίνοντας όλο και ψηλότερα, και στο τέλος χάθηκε στα σύννεφα. Ετσι, έχασε ο γιατρός το αντικείμενο της διατριβής του, η γυναίκα που δεν έκλανε -αλλά τελικά έκλασε- τη ζωή της, οι γονείς τη κορη τους και οι επιστήμονες του διεθνούς συνεδρίου μια εξαιρετική επιστημονική ανακοίνωση.

Εκεί ακριβώς, επενέβη ο παπάς της ενορίας και δήλωσε ότι η γυναίκα που δεν έκλανε ήταν υπόδειγμα ηθικής και σίγουρα πήγε στον παράδεισο -κατευθείαν, χωρίς τη μεσολάβηση του Χάρου. Τη στιγμή μάλιστα που δεν βρέθηκε σώμα για να ταφεί, είχε συμβεί ένα θαύμα. Απλά πράγματα.

_____________________________
ΣΗΜ.1. στους στενόμυαλους αναγνώστες πρέπει να εξηγήσω ότι η ιστορία είναι φανταστική και ότι το πεπτικό σύστημα δεν έχει καμμια σχέση με το κυκλοφορικό ή/και με το νευρικό, καθώς επίσης ούτε και με το δέρμα.
ΣΗΜ.2. στους πιο ανοιχτόμυαλους, συνιστώ να διαβάσουν το κείμενο μεταφορικά, δηλαδή σχετικά με ανθρώπινες συμπεριφορές, κλπ.
ΣΗΜ.3. οι εξαιρετικά ανοιχτόμυαλοι δεν χρειάζονται υποδείξεις. Διαβάζοντάς το, θα το μεταφέρουν σε παγκόσμια κλίμακα σχετίζοντάς το με γεγονότα, φιλοσοφίες, κινήματα, κλπ.
ΣΗΜ.4. γραφτηκε τη νύχτα εδω: -->> http://rodiat4.blogspot.com/2009/09/blog-post_17.html (της νύχτας τα καμώματα...) ;)

1 Σεπ 2009

Γίνεται πίττα χωρίς δυόσμο;

- Θα πάρει καναδυό ωρίτσες να το σενιάρω κερία...
- Μεγάλη η βλάβη, ε; ωχ.. και τι θα...
- Και τι θα κάνεις μέχρι να τελειώσω; Ε, πενήντα μέτρα πιο πέρα εχει ένα μαγαζί... Κάτσε κει να φας και τίποτα κι άμα τελειώσω θα στο φέρω.
- Ετσι, ε;
- Ετσι.
- Και πόσο θα...
- Πόσο θα κοστίσει; Μη σκας, κερία, θα τα βρούμε!

Μετά από αυτή τη σύντομη στιχομυθία, δεν είχα να κάνω κάτι καλύτερο από το να περπατήσω τα πενήντα μέτρα, για να βρω το μαγαζί. Τα μέτρα δεν ήταν ακριβώς πενήντα, μάλλον προς το πέντε φορές πενήντα το πήγαιναν, αλλά το μαγαζί ήταν πράγματι μαγαζί, ένα από αυτά τα παλιά ξεχασμένα μαγαζιά που πουλάνε τα πάντα και συνάμα είναι και καφενεία και ταβέρνες και ουζερί. Στο χωριό-χωρίς-όνομα, όπου είχε διαλέξει να με εγκαταλείψει το σαραβαλάκι μου, δεν περίμενα να βρω κάτι διαφορετικό. Δε λες που ήμουν τυχερή και η βλάβη εκδηλώθηκε σχεδόν μπροστά στο συνεργείο; Λέω. Ημουν πράγματι τυχερή -μέσα στην ατυχία μου, φυσικά!

Φτάνω στο μαγαζί κι απλώνομαι και στις τέσσερις καρέκλες που βρίσκω -χέρια, πόδια, τσάντα- και σε λίγο φανερώνεται μπροστά μου ένας μπάρμπας με τσιμπούκι και κασκέτο, ολόιδιος με το περίφημο πορτρέτο του καπετάνιου, που στολίζει όλα σχεδόν τα κορνιζάδικα.

- Ε, κοπελιά, πώς κι απ' τα μέρη μας; ρωτά ο μπάρμπας και η βαθειά τραγανιστή φωνή του με ξαφνιάζει ευχάριστα.
- Επαθε βλάβη το αυτοκίνητο... ψελλίζω.
- Ε, κι αν έπαθε, θα διορθωθεί! Να σε ψήσω καφέ; Πεινάς; Να σε φέρω λίγη πίττα; Θες κάνα κοψίδι; συνεχίζει να ρωτά απανωτά.
- Ενα καφεδάκι πρώτα και βλέπουμε...
- Και σαν τί να ιδούμε που δεν τό 'χουμε ειδωμένο... μουρμουράει ο μπάρμπας, μπαίνει στο μαγαζί και δεν αργεί να βγει με ένα δίσκο: καφές και πίττα το μενού. Αλλά, τί καφές! Και τί πίττα!

Κάθεται στη καρέκλα απέναντί μου, τραβώντας τη μαλακά, και με χαζεύει να τρώω και να ρουφάω ηδονικά το μαύρο καϊμακλίδικο ζουμί.

- Τη πίττα, εσύ τη φτιάχνεις μπάρμπα;
- Οχι, η κερά μου, η Λιούμπω! απαντάει περήφανα.
- Και πού είναι τώρα η κερά; ρωτάω για να πω κάτι.
- Στα πρόβατα.
- Εχεις και πρόβατα λοιπόν...
- Ε, και ποιος δεν έχει; Από τα πρόβατα ζούμε όλοι εδώ... Το μαγαζί είναι για εξυπηρέτηση.. ίσα ίσα τα έξοδά του βγάζει.. μη νομίζεις...

Δεν νομίζω τίποτα. Δεν έχω σκοπό να μπλεχτώ με ονειροφαντασίες και υποθέσεις. Βρίσκομαι εδώ για να περιμένω να σιαχτεί το όχημα. Τίποτε περισσότερο. Ο μπάρμπας όμως συνεχίζει, σαν να έχει πολύ καιρό να μιλήσει σε άνθρωπο ή σαν να θέλει να λύσει απορίες που νομίζει ότι έχω.

- Εγώ, που λές, τυχαία βρέθηκα εδώ πάνω στα κατσικοπρόβατα. Και τί δουλειά είχα να βρεθώ, λες;

Δεν λέω τίποτα και δεν θέλω να μάθω τίποτα, αυτό που μ' ενδιαφέρει είναι να σιαχτεί σύντομα το σαραβαλάκι, να φύγω από αυτό τον τόπο του πουθενά, αλλά ο μπάρμπας έχει γυρίσει τη μανιβέλα των αναμνήσεων κι έχει βάλει πλώρη στα γερά προς τα πίσω.

- Ταξίδευα στα καράβια, που λες, θερμαστής. Σκληρή δουλειά, πιο σκληρή δε γίνεται. Ψήσιμο κανονικό, αλλά έτσι ήτανε τότε, έτσι δούλευαν τα καράβια, με ατμό και χωρίς κάρβουνο ατμός δε γινότανε. Αλλα χρόνια, άλλη ζωή -μαύρη σαν το κάρβουνο!
- Και μετά, πώς... είπα έτσι, για να πω κάτι, να δείξω πως παρακολουθώ.
- Και μετά, μια μέρα των ημερών, αρραβωνιάστηκε ο Βασιλάκης, ο κολλητός μου. Ο Βασιλάκης μαζί μου στο καράβι κι η αρρεβωνιάρα στο χωριό του! Ε, έτσι γινόσαντε τότε πολλοί αρρεβώνες με ναυτικούς. Εδεναν τη κοπέλα κι άμα γυρνάγανε με το καλό, τη παντρευόσαντε. Αλλοι καιροί βλέπεις...
- Και; ρώτησα με ειλικρινή περιέργεια, μια και μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον.
- Και ο Βασιλάκης μου ζήτησε να γενώ κουμπάρος, κι έτσι βρέθηκα εδώ πάνω και είδα πως υπάρχουνε κι άλλα τόπια, άλλα μέρη, πώς το λέτε, και ρίζωσα και δεν ξαναματαταξίδεψα στους χάρους με τα κάρβουνα!
- Τόσο απλά! Κι ο Βασιλάκης τι έγινε;
- Α, ο Βασιλάκης έφερε τρακτέρια απέξω για το όργωμα, έσιαξε και συνεργείο για τα τρακτέρια, έβγαλε παράδες, μια μέρα όμως τόνε πάτησε ένα τρακτέρι και πάει, πέθανε. Το συνεργείο το δουλεύει τώρα ο γιος του, αυτός που σ' έστειλε εδώ -από το συνεργείο δεν ήρθες;- και θέλει να φύγει, να πάει στα καράβια αυτός τώρα, που δεν έχει δει θάλασσα ούτε στον ύπνο του!
- Πώς δεν έχω δει! Αυτήναν ονειρεύομαι κάθε βράδυ! ακούστηκε η βαρειά φωνή του νέου απ’ το συνεργείο, που είχε φτάσει αθόρυβα με το σαραβαλάκι έξω απο το μαγαζί, προσθέτοντας: «Ετοιμο το αμάξι σου κερία!»
- Α, ρε άτιμο ζωντανό, το φύλαες να ακούσεις τη κουβέντα μου! λέει ο μπάρμπας και σκάει στα γέλια. Γελάω και 'γώ παρασυρμένη, η συγκυρία ήταν πράγματι για γέλια.
- Είναι φορές που η τύχη παίζει κάτι παιχνίδια... αρχίζω να λέω, αλλά η φωνή του μπάρμπα με κόβει απότομα.
- Ναι, κάτι παιχνίδια, που δεν φαίνονται σαν παιχνίδια. Είναι σαν σχέδιο επί χάρτου, πώς το λένε αυτό, σαν να είναι όλα σχεδιασμένα με όλες τις λεπτομέρειες. Σαν να φτιάνεις πίττα και να μη ξεχνάς κανένα υλικό απ' τη συνταγή, όπως κάνει η Λιούμπω που όλο και ξεχνάει κάτι τις... Για πες, τι έλειπε από τη πίττα πού 'φαγες;
- Εγώ; Τι να πω; Ωραιότερη πίττα δεν έχω φάει μέχρι σήμερα! Δεν έλειπε τίποτα!
- Ετσι λες, ε; Ελειπε λίγος δυόσμος, αυτό έλειπε! Σαν να το κάνει επίτηδες, που ξέρει ότι μ' αρέσει.
- Βάζουνε δυόσμο στις πίττες;
- Γίνεται πίττα χωρίς δυόσμο; Αυτό είναι το ρώτημα, απάντησε κλείνοντας το μάτι και προσθέτοντας: «Ο δυόσμος στο σχέδιο της τύχης το σημερνό, είσαι εσύ κερία μου!»
- Εγώ; Δυόσμος; Δεν καταλαβαίνω...
- Θα καταλάβεις στο δρόμο. Αντε, μπέκα στο αμάξι, έπιασε να ψιχαλίζει κιόλας.

Με έσπρωξε απαλά στη θέση του συνοδηγού, δίνοντάς μου ένα κουτί χάρτινο που μοσχομύριζε πίττα και κοψίδια -πότε πρόλαβε κιόλας να τα ψήσει; Ο γιος του Βασιλάκη έβαλε μπρος και σε λίγο βγήκαμε από το χωριό. Εριξα μια ματιά πίσω και είδα τη ταμπέλα με το όνομά του: «Τυχερό» το λέγαν. Η ψιχάλα δεν άργησε να γίνει κατακλυσμός και πολύ μου άρεσε που δεν οδηγούσα το σαραβαλάκι. Δεν διέθετα την επιδεξιότητα του νεαρού να παίρνει άνετα τις κλειστές σαν φουρκέτες στροφές στον κατήφορο.

- Και πώς θα γυρίσεις στο χωριό σου;
- Δεν θα γυρίσω!
- Και τι σου χρωστάω για την επισκευή;
- Τίποτα. Θα πατσίσουμε μόλις κατέβω στο πρώτο λιμάνι που θα βρεθεί στο δρόμο μας.

Εχουν περάσει καμμιά εικοσαριά χρόνια από τότε που χάλασε το παλιό μου αμάξι στο Τυχερό. Αλληλογραφούμε ταχτικά με το Γιωργή, που έγινε καραβομάγειρας, έγινα και κουμπάρα του όταν παντρεύτηκε μια κοπέλα ξένη, στο Ρόττερνταμ, του βάφτισα και το πρώτο αγόρι Βασιλάκη. Στο Τυχερό δεν ξαναπήγα. Δεν θέλησα να προκαλέσω άλλη μια φορά την Τύχη. Α! στις πίττες δεν ξεχνώ ποτέ να προσθέτω και λιγάκι δυόσμο...