5 Φεβ 2025

αερολογίες-18

aerologies

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ -ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ- ΤΡΕΛΑΣ

ο Μανόλης ο υδραυλικός

Από Foibos - Ιουλίου 11, 2026

Ο Μανόλης είναι ο αρραβωνιαστικός της Λίτσας. Ο Μανόλης πιστεύει ότι έχει τη Λίτσα στο τσεπάκι του, είναι βέβαιος πως η Λίτσα του ανήκει ψυχή τε και σώματι, που λένε. Αν και ο ίδιος διαθέτει ολόκληρο χαρέμι και βάλε στα υπόγεια του «Μεγαλύτερου Νοσοκομείου των Βαλκανίων» όπου εργάζεται σκληρά διπλοβάρδια συνεχόμενη ώστε να τα κονομήσει γερά και να καταφέρει να παντρευτεί την καλή του. Θέλει ο Μανόλης να είναι σε θέση να της προσφέρει και του πουλιού το γάλα όταν με το καλό κάνουνε οικογένεια. Το γάλα του δικού του πουλιού τής το δίνει ταχτικά, κάθε Τετάρτη που έχει ρεπό. Κι εκείνη το πίνει με βουλιμία. Αυτό αρέσει πολύ του Μανόλη, καμμιά φορά περισσότερο κι από το κανονικό γαμήσι, ιδίως τις φορές που έχει προηγηθεί μια μεγάλη περατζάδα στο Νοσοκομείο. Μεγάλη περατζάδα είναι, κατά τον Μανόλη, οι απανωτές επισκέψεις των μελών του χαρεμιού του απο το μικρό αποθηκάκι με τα εργαλεία της δουλειάς. Πρόκειται για ενα μικρό πλήθος νεαρών αλλά και σιτεμένων αδελφών νοσοκόμων, που εκτιμούν την προθυμία του νεαρού υδραυλικού να εξυπηρετεί την ανάγκη τους να ξεφεύγουν από τη μέγγενη του Χάρου και να τονώνουν τη χαρά της Ζωής. Γιατί ο Χάρος τριγυρίζει παντού μέσα στα Νοσοκομεία, δεν περιορίζεται στους θαλάμους, απλώνει την παρουσία του και στους διαδρόμους και στα υπόγεια με τις εγκαταστάσεις και τα χειρουργεία και το νεκροτομείο. Ετσι λοιπόν, ο Μανόλης επιτελεί ένα έργο θεάρεστο και δεν έχει καμμιά τύψη ότι δήθεν απατά τη γλυκειά του αρραβωνιάρα, τη Λίτσα του. Η Λίτσα είναι η Λίτσα Του, με ταύ κεφαλαίο, είναι δικιά του και κανείς μη τολμήσει να σκεφτεί το αντίθετο. Ούτε για πλάκα. Ο Μανόλης είναι ο ιδιοκτήτης και χειριστής αυτής της υπέροχης ανθρώπινης μηχανίτσας-Λίτσας, με το μουνάκι το μεταξωτό, γιατί τα φύλλαράκια του τρεμουλιάζουνε σαν πέπλα από μετάξι όταν τα αγγίζει. Και ο Μανόλης ξέρει να τα παίζει στα δάχτυλα αυτά τα υπέροχα φυλλαράκια. Ξέρει να παίζει με τα δάχτυλα κι εκείνο το μικρό κουμπάκι, αυτό που φουσκώνει και χύνει ξεφουσκώνοντας ένα γλυκόξινο ζουμάκι και που κάνει τη Λίτσα Του να τρελλαίνεται χύνοντας. Ισως να τρελλαίνεται και περισσότερο κι από εκείνον, το Μανόλη, όταν χύνεται μέσα της δηλαδή. Ο Μανόλης, κάθε φορά που γαμιέται με την καλή του, νιώθει σαν μουσικός που παίζει το αγαπημένο του όργανο και ψάχνει κάθε, μα κάθε, φορά να βρίσκει καινούργιες νότες, να τού δίνει ευκαιρίες να αναπτύσσει περισσότερες και άγνωστες μέχρι τότς δυνατότητες. Και το μαγικό όργανο ανταποκρίνεται με θέρμη. Βάζει τα δυνατά του να ξεπεράσει κάθε προσδοκία του νεαρού υδραυλικού και παίζει αγγελικές μουσικές οδηγώντας τον Μανόλη στον Επίγειο Παράδεισο. Οταν αρραβωνιάστηκε τη Λίτσα, μια Τετάρτη βραδάκι, στο κομμωτήριο της κυρίας Αντέλ, γιατί η Λίτσα Του δεν ήταν ακόμα δική του και για να την καταφέρει να δεχτει ικανοποιούσε κάθε της επιθυμία και η επιθυμία της ήταν «ούτε σπίτι μου ούτε σπίτι σου, Μανόλη μου, στης κυρίας Αντέλ είναι  ια χαρά να γίνει ο αρρεβώνας». Οπως πάντα, η Λίτσα Του είχε δίκιο. Πού να τρέχουνε οι καλεσμένοι στην άλλη άκρη της Αθήνας! Γιατί ο Μανόλης έμενε πολύ μακριά, έπρεπε να διασχίσει τη μιση πόλη για να φτάσει στη δουλειά του, που, ευτυχώς ήτανε δυο βήματα απο το κομμωτήριο όπου εργαζόταν η καλή του κι από το σπίτι της, φυσικά. Η Λίτσα τό είχε ξεκόψει από την αρχή. Δεν θα μένανε μαζί, καθένας θα είχε το δικό του σπίτι, αλλιως ούτε λόγος για αρραβώνα, και, τί να κάνει, ο Μανόλης δέχτηκε. Δέχτηκε τους όρους της να βλέπονται κάθε Τετάρτη μετά το μεσημέρι και τα Κυριακάτικα πρωϊνά. Στα αρραβωνιάσματα, εκτός από τη μάνα του Μανόλη, ήτανε καλεσμένες οι κυρίες πελάτισσες του κομμωτηρίου, που πολύ εκτιμούσαν τη νεαρή βοηθό κομμώτριας, ήτανε κι ο Μάριος, το νεαρό γκαρσόνι του οικογενειακής ταβέρνας απέναντι, ήμουνα κι η αφεντιά μου βεβαίως και το γλεντήσαμε καλά. Συστηθήκαμε με τον Μανόλη και δώσαμε λόγο να βρεθούμε στο Νοσοκομείο όπου εργαζόταν. Κάτι μουρμούρισε στ' αφτί μου «τι ζόρι τραβάει αφτούνος ο Μάριος, ντιγκιντάγκας μού φαίνεται» και τον καθησύχασα «είναι μια πονεμένη ιστορία» λέγοντάς του, αλλά εκείνος συνέχισε «αν τον είχα φαντάρο, θα τού'ριχνα ένα καυλί να του γλυκάνω το κολαράκι». Ισως να το είπε ρίχνοντας άδεια για να πιάσει γεμάτα και τον άφησα με την απορία. Αλλωστε, βόλευε μια τέτοια εκδοχή, να νομιζει το Μαριο κι εμένα ζευγάρι (αν είναι δυνατόν!) επειδή βόλευε και τα σχέδια που είχα για την περίπτωση Λίτσα. Λίγες μέρες μετά τ' αρραβωνιάσματα, βρέθηκα στο Νοσοκομείο μαζί με συμφοιτητές μου, να συνοδεύουμε τον Καθηγητή μας. Μας εξέθεσε μια σπάνια περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας κι έπρεπε να ετοιμάσουμε μια ανάλογη εργασία την επόμενη βδομάδα. Το μάτι μου πήρε τον Μανόλη να μπαίνει στο θάλαμο για να ελέγξει την αποχέτευση του νιπτήρα στο λουτρό, ο Καθηγητής φώναξε «έξω έξω» νευριασμένος, ο Μανόλης πισωπάτησε και βγήκε απορώντας και λέγοντας «μα.. μού είπαν..» του έκανα νόημα να σωπάσει και να περιμένει απέξω κι έτσι έγινε. Οταν έληξε η φάση της παράδοσης του Καθηγητή, δυο τρεις τον ακολούθησαν -τα γλειφτρόνια της τάξης- κι οι υπόλοιποι σκορπίσαμε. Ευτυχώς, ο Μανόλης περίμενε απέξω να κοιτάξει τι έχει ο νιπτήρας, τον κοίταξε, δεν είχε τίποτα το επείγον κι έτσι με πήρε αλαμπρατσέτα να μου δείξει τα υπόγεια. Ελα ρε μαλάκα να δεις πράματα και θάματα, μου είπε. Και πήγα. Κατενθουσιασμένος, απο μέσα μου. Με πήγε καρφί στο αποθηκάκι με τα εργαλεία, στο σουλτανάτο του, όπως τό'λεγε. Εκεί, πριν προφτάσουμε να κάτσουμε στη μικρή κασέλα με τα σπάνια εργαλεία, γιατί τα κοινά βρίσκονται πάντα σε πρώτη ζήτηση στα ράφια, μπήκε φορτσάτη η Στελλάρα. Μόλις με είδε, έκανε να βγεί με την ίδια ταχύτητα, αλλά ο Μανόλης της άρπαξε το μπράτσο, «έλα μανάρα μου, έλα να δεις τί σού'χω σήμερα» είπε μισοψιθυριστά και την έρριξε πάνω μου. «Μπουκιά και συχώριο δεν είναι το τεκνό;» συνέχισε ο Μανόλης, αλλά η Στελλάρα μου είχε ήδη ξεφρακάρει το φερμουάρ και κατεβάσει το τζιν επιδιδόμενη στο άθλημα του αρμέγματος. Ευτυχώς που το αποθηκάκι ήτανε πολύ στενό και τα χέρια μου κατάφερναν να στηρίζονται στους δυο αντικρυστούς τοίχους, αλλιώς θα είχα πέσει κάτω από την κατάπληξη. Ηταν η πρώτη φορά που μού συνέβαιε κάτι τέτοιο. Ο Μανόλης έψαχνε κάτι στη μικρή κασέλα, το βρήκε και μας άφησε να παίζουμε. Σε λίγο ξαναγύρισε φέρνοντας άλλε δυο "αδελφούλες" σχετικά  μικρόσωμες αλλά εξίσου λιμασμένες. «Είναι απο το νεκροτομείο οι φουκαριάρες, κοίτα να τους δώσεις λίγη χαρά» μισοψιθύρισε πάλι κι έφυγε. Με τη Στελλάρα τελειώσαμε, βιαζότανε κιόλας σαν "αποκλειστική" που ήταν και κάθησα ξεθεωμένος στην κασελίτσα. «Ελάτε κορίτσια», είπα στις νεαρές νοσοκόμες του Νεκροτομείου, χτυπώντας τα γόνατά μου, «ελάτε, καθίστε να κάνουμε παιχνίδι» κι αυτό πολύ τους άρεσε. Και συστηθήκανε, Ολγα η μία, Κάτια η άλλη, και 'γω Φοίβος. Ωραια ατμόσφαιρα! η Ολγα απο Επτάνησα, η Κάτια απο Υπερδνειστερία. Ξαφνιάστηκε πολύ που γνώριζα τη χώρα της, κι έπεσε στα γόνατα να μου τον γλείψει. Τινάχτηκα πάνω, λίγο απότομα είν' η αλήθεια «όχι, όχι πάλι» λέγοντας και η Ολγα σήκωσε την άσπρη ποδιά δείχνοντας ένα ροδαλό μουνάκι που έκανε τον ψώλο μου να τρέξει πάνω του χωρίς δική μου παρέμβαση. Η Κάτια έβλεπε, ο πούτσος μου δεν έλεγε να ξεθυμάνει, η Ολγα στέναζε γλυκά, η Κάτια βαρέθηκε να βλέπει κι έπιασε τα δυο κουμπάκια, της Ολγας και το δικο της και τά 'τριβε σαν τρελλή. Κάποια στιγμή, έρχεται ο Μανόλης και κανονίζει γρήγορα την Κάτια στο όρθιο, αλλά εκείνη θέλει κάτι παραπάνω και, μόλις η Ολγα τελειώνει ισιάζοντας την ποδιά και το νοσοκομειακό της καπελάκι, ορμάει πάνω μου καβαλητά. Καθισμένος στην κασελίτσα εγώ, καβάλα πάνω μου εκείνη. Ευτυχώς ηταν ελαφριά. Ευτυχως επίσης που τα έκανε όλα μόνη της, εγώ απλώς καθόμουν κι έχυνα. Τελικά, φύγανε οι κοπελιές κι εμείς με το Μανόλη αναστενάξαμε βαθειά, «Πήρες μια ιδέα τι τραβάω εδω πέρα», μου είπε αποχαιρετώντας με. Εκείνος είχε διπλοβάρδια, θα σχόλαγε βραδάκι, εγώ έπρεπε να γράψω την εργασία μου για την επόμενη βδομάδα.

student Foibos