18 Φεβ 2014

Ηλεκτρικό φεγγάρι

κλικ! για το πραγματικό μέγεθος




βγαίνεις φεγγάρι_______________
ανατέλεις εντελώς_______________
σε σωλήνες φωτεινούς κλεισμένο_______________
κυκλωμένο σταθερά_______________
με ακαθόριστα σχήματα_______________
όχι κυκλικό τελείως_______________
με γωνίες μαλακές_______________
παραφυλάς στη γωνία_______________
μιας έλλειψης τετραγώνου_______________
κάποιο άχτιστο οικόπεδο__________________________
φυτρωμένο σκουπίδι__________________________
γλάστρα αστεράτη πλάι σου__________________________
ανταγωνίζεται το φως__________________________
το ηλεκτρικό της κολόνας__________________________
στο νερό που αφήνεις__________________________
φεύγοντας προς τα ύψη__________________________
βγαίνε φεγγάρι βγαίνε_______________
όσο φωτίζεις θα λιώνει_______________
λίγο ακόμα η γωνία της χάσης_______________
κι όπου νά'ναι θα φέξει_______________
επιτέλους._______________
βγαίνε φεγγάρι βγαίνε χλωμό__________________________
όλο και χλωμότερο__________________________
όλο και πλέον γωνιώδες__________________________
στων ηλεκτρικών σωλήνων__________________________
τις γωνίες στάσου__________________________
λιώστες ψυχρά__________________________
με φως σκοτεινό__________________________
το σκοτάδι εκτελώντας.__________________________

_____________
ΣΗΜ. ανέβηκε την Τετάρτη 29 Μαρτίου 2006 εδω

3 Αυγ 2013

Το αίμα του καρπουζιού

«Ολα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνωωωω!» φώναζε ο πλανόδιος καρπουζάς με τη στεντόρεια φωνή του, σέρνοντας το ξύλινο καρότσι του, βαρυφορτωμένο με βαθυπράσινα ολοστρόγγυλα καρπούζια.
  • Ο πλανόδιος πωλητής καρπουζιών δεν είχε την πολυτέλεια να συντηρεί ένα υποζύγιο -άλογο ή, έστω γαϊδουράκι- να του σέρνει το καρότσι.
  • Τότε, τα καρπούζια ήταν ακόμα ολοστρόγγυλα. Δεν είχαν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους στην αγορά τα μακρουλά, περήφανα και υπέρβαρα καρπούζια με τις ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις στο εξωτερικό τους δέρμα, αυτά που τα είπαν "αμερικάνικα" όταν φανερώθηκαν.
  • Ο καρπουζάς διέθετε μια τρομερή φωνή, πιο δυνατή κι από ντουντούκα.
Πέρναγε συνήθως ντάλα μεσημέρι, έτσι ώστε να γίνονται ακόμα πιο επιθυμητά τα δροσερά -από μέσα τους- προϊόντα του. Για του λόγου το αληθές, είχε ένα καρπούζι μαχαιρωμένο πάνω στο φόρτωμα του καροτσιού, με τρόπο που να φαίνεται καλά από τους υποψήφιους πελάτες, με κομμένο ένα τρίγωνο σε βάθος, που το αφαιρούσε για να δείξει πόσο κόκκινο ήταν το σφαγμένο καρπούζι -άρα και γλυκό.

Θυμάμαι πόσο τρόμαξα όταν -μικρό παιδάκι- πρωτάκουσα αυτή την αιμοσταγή κραυγή, ξεκάθαρη απειλή στα απονήρευτα αυτάκια μου. Θυμάμαι και πόση ανακούφιση ένοιωσα όταν με πήρε ο πατέρας μου από το χέρι να πάμε να διαλέξουμε καρπούζι.

Ο καρπουζάς, βλέποντάς μας να πλησιάζουμε, σταμάτησε το τσούλημα του καροτσιού. Εδωσε μιά με την ξανάστροφη του χεριού του και τίναξε τον ιδρώτα από το μέτωπό του, φανερά ευγνώμων -για το σταμάτημα, τη μικρή ανάπαυλα στο μόχθο του ή για τα κέρματα που θα κέρδιζε; άγνωστο.

Ο πατέρας μου έπιασε ένα καρπούζι, το σήκωσε με τα δυο του χέρια, χτύπησε την επιφάνεια μιά με την παλάμη ανοιχτή και μιά με τους κόμπους των δαχτύλων, το κοίταξε καλά μην έχει εξωτερικές πληγές ή στριμμένο κοτσάνι και τό'δωσε στον καρπουζά που είχε ετοιμάσει εντωμεταξύ τη φορητή του ζυγαριά, την παλάντζα, «να το σφάξω κύριε;» ρωτώντας.
«Οχι, θα γεμίσουμε ζουμιά όσο να πάμε σπίτι» απάντησε ο πατέρας μου, πλήρωσε λίγα κέρματα και, πριν καλά καλά γυρίσουμε την πλάτη, ο καρπουζάς ξανάρχισε να φωνάζει το γνωστό του τροπάριο «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνωωωω!»

Τα βράδια, πριν με πάρει ο ύπνος, έφερνα συχνά στο νου εικόνες της μέρας -παλιές και καινούργιες- κι έπαιζα μαζί τους, συνήθεια που έχει μείνει ώς τα τώρα. Παλιά, οι εικόνες οι καινούργιες ήταν περισσότερες, σήμερα υπερτερούν οι παλιές.

Θυμάμαι λοιπόν την εικόνα που πρωτοσχημάτισα για το μαχαιρωμένο καρπούζι, που ήταν τάχα ζωντανό κι έσταζε αίμα η τρυφερή και δροσερή καρδιά του.

Αργότερα, εμπλούτισα την εικόνα με μια ολόκληρη καρπουζόπολη που βρισκόταν μέσα στο καρπούζι, με μαύρα καρπουζανθρωπάκια -τους σπόρους- να σφάζεται από τον άγριο κατακτητή καρπουζά, που εκπορθούσε τα πράσινα βαθύχρωμα τείχη της με μια μαχαιριά.

Το αίμα του καρπουζιού ήταν πάντα ο πρωταγωνιστής. Αίμα ολοζώντανο, κατακόκκινο, που έρρεε άφθονο. Αίμα δροσερό και γλυκό. Αίμα που δρόσιζε τα ζοφερά καλοκαίρια της κουφόβρασης.

Προχτές, είδα στη λαϊκή καρπούζια κίτρινα και σκέφτηκα ότι δεν τους ταιριάζει καθόλου το σφάξιμο και το μαχαίρωμα. Ετσι χλεμπονιάρικα που ήταν, μοιάζαν έτοιμα να ψοφήσουν από κίτρινο πυρετό!

Γιατί, τί αίμα να βγάλει μια κίτρινη καρδιά; Κι αυτό το κιτρινόζουμο, όσο δροσερό κι αν είναι, μάλλον παραπέμπει σε λεμονόκουπα και λεμονοστίφτη...

2 Δεκ 2012

Νεκροψία (Ada Negri)

Μαύρε γιατρέ που αχόρταγα κοιτάζεις
το σώμα το νεκρό που σού'χουν φέρει
και το γυμνό μου κρέας κομματιάζεις
μ' ακονισμένο, άπονο μαχαίρι

άκουσε:  ξέρεις τί ήμουν πριν πεθάνω;
Κόψε όσο θέλεις, σκίσε το κορμί μου.
Εδώ, σ' αυτό το μάρμαρο επάνω
θα σου ιστορήσω την παληά ζωή μου.

Στους δρόμους εμεγάλωσα, πατέρα,
αδέρφια, σπίτι, συγγενείς δεν είδα.
Μισόγυμνη, ξυπόλητη, αγέρα
και σύννεφα είχα μόνη μου κοιτίδα.

Δοκίμασα της νύχτας την αγρύπνια,
την προσευχή που λες και πάει χαμένη,
δοκίμασα την κρύα πείνα ξύπνια
κι απελπισιά πικρή, φαρμακωμένη.

Ολους δοκίμασα τους μαύρους κόπους,
της φτώχιας τη ντροπή και τη λαχτάρα.
Και γνώρισα εχθρούς, όχι ανθρώπους,
και τράφηκα με δάκρυ και  τρομάρα.

Μια μέρα  -ήταν η στερνή μου τύχη-
εις του νοσοκομείου ένα κρεββάτι
χύμηξε ένα πουλί με μαύρο νύχι
και το φτερό του μού'κλεισε το μάτι.

Και πέθανα -τ' ακούς;- έτσι μονάχη
σαν σκύλος που ψοφάει μές στο σκουπίδι
χωρίς τ' αυτί μου ένα λόγο νά'χη
για συντροφιά στο μακρυνό ταξίδι.

Για ιδές μαλλιά, για κύτταξε πώς λάμπουν,
μαύρα, πυκνά, μακριά, δεν τά'χε άλλη!
Αφίλητα κι αχάϊδευτα θα νά'μπουν
στης κρύας γης την παγωμένη αγκάλη.

Κύτταξε σώμα λυγερό, παρθένο,
δεν τ'άγγιξε ποτέ του ξένο χέρι,
τώρα την παρθενιά του πεινασμένο
παίρνει το κοφτερό σου το μαχαίρι.

Σκίσε το, κόψτο, κάνε το κομμάτια
ακούραστος και με βουβό το στόμα.
Χόρτασ'  το χέρι,  χόρτασε τα μάτια
στο σώμα αυτό, στο πουλημένο σώμα.

Βάλ' το μαχαίρι σου πιο μέσα ακόμα,
ξερρίζωσ' την καρδιά μου από τα βάθη
και ρώτησ' την το άλαλό  της στόμα
του πόνου το μαρτύριο να σου μάθη.

Ψάξε με, σκάλεψέ με, μη σε νοιάζει,
είμαι σκουπίδι, κρέας πεταμένο.
σκάψε βαθειάμου νά'βρεις πού φωλιάζει
της πείνας το μυστήριο το κρυμμένο.

Μπροστά σου εδώ γυμνή πονώ, στενάζω
-το ξέρεις;- υποφέρω ακόμα, κλαίω.
Με τα γυαλένια μάτια σε κοιτάζω
και δε θα με ξεχάσεις, σού το λέω.

Γιατί απ' τ' αχείλι μου το πικραμένο
βγαίνει στερνή φωνή, στερνή λαχτάρα
κι είναι -τ' ακούς;- ροχαλητό πνιγμένο,
είναι βλαστήμια, ανάθεμα, κατάρα.

_________________________
ΣΗΜ.1. Ποίημα της Ada Negri σε μετάφραση Αγγ. Βλάχου.
Tο αντέγραψα από το τετράδιό μου των Νέων ελληνικών, όπου γράφτηκε στις 4/11/1959. Καθηγητής και Δάσκαλος ζωής ήταν ο αξέχαστος φιλόλογος Ελευθέριος Ζωίδης, που το υπαγόρεψε στην τάξη. Πολλοί γονείς αντέδρασαν δυσμενώς (χαλαρή έκφραση) στην πρωτοβουλία αυτή, αλλά εμείς τα παιδιά σίγουρα κερδίσαμε πολλά από τις συζητήσεις που ακολούθησαν την αναλυτική μελέτη του ποιήματος αυτού.
(διατηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής, εκτός από τους τόνους)
ΣΗΜ.2. Το θυμήθηκα και το έψαξα χάρη σε αυτό το ποστ.