28 Μαρ 2010

Επαιζε με τις γυναίκες...


Στον Αρη άρεσε να παίζει, αλλά μονάχα με τις γυναίκες. Το παιχνίδι άρχιζε όταν τις άφηνε απλά να τον ερωτεύονται. Τέτοια βούρλα κι αυτές, ερωτεύονταν τ' αδρά του χαρακτηριστικά πιστεύοντας πως επεκτείνονται σ' έναν αληθινό άντρα! Δεν περίμεναν καθόλου να γνωρίσουν πρώτα τον απαίσιο χαρακτήρα του. Τη χρήση βίας εκ μέρους του την αντιλαμβάνονταν ως ξέφρενο πάθος προς εκείνες, όταν όμως η γνωριμία προχωρούσε, και το «πάθος» δεν έλεγε να καταλαγιάσει ίσα ίσα γινόταν όλο και περισσότερο βίαιο, σχεδόν σαδιστικό, κάτι καταλάβαιναν. Ωσπου να το καλοκαταλάβουν όμως, ο τύπος τις έκανε πέρα με το σκαιό τρόπο που συνήθιζε: Απλά, προσβάλλοντας και θίγοντας τες με ειρωνεία, κρατώντας αλλαζονική στάση απέναντί τους και κοροϊδεύοντας τις ελπίδες, που ο ίδιος είχε καλλιεργήσει επιμελώς στα ανυποψίαστα μυαλουδάκια τους. Δε διάλεγε βέβαια έξυπνες γυναίκες, ήξερε τι έκανε. Διάλεγε γυναίκες όμορφες και ευάλωτες, όπως είναι τα μανεκέν ή οι φοιτήτριες κοινωνικών επιστημών.

Μια βραδιά π.χ. στη Γενεύη, είχε πει σε μια φοιτητριούλα τρελλά ερωτευμένη μαζί του, που ήθελε -ντε και καλά κι αυτή- να μάθει να μιλάει ελληνικά την ίδια τη βραδυά της γνωριμίας τους, πως η φράση «ime malakismeni» σήμαινε πως είναι τρελλή για 'κείνον. Ετρεχε λοιπόν κατά μήκος της αποβάθρας της λίμνης η μικρούλα φωνάζοντας, τρελλή απ' τη χαρά της πως τάχα μάθαινε ελληνικά για χάρη του καλού της, τη φράση που γνωρίζουμε πολύ καλά τι ακριβώς σημαίνει!

Αυτό ήταν το πιο ανώδυνο χουνέρι απ' όλα όσα είχε σκαρώσει και που αναλογιζόταν σήμερα, καθισμένος στην αναπηρική του πολυθρόνα και μετρώντας τα σχέδια του χαλιού στο πάτωμα. Είχε απομείνει μόνος, ανήμπορος μέσα στη βαρειά αρρώστεια του, και αδύναμος πλέον ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί. Παρέα με τις μονομανίες του ζούσε, παιδεύοντας το νου του με φόβους ανύπαρκτους αλλά τόσο βασανιστικούς! Οι αριθμοί έπαιζαν συχνά παιχνίδια δύσκολα μαζί του και, όσο κι αν προσπαθούσε να τους βγάλει απ' τη σκέψη του, εκείνοι εισέβαλλαν ορμητικά κάθε τόσο κι έκαναν κατάληψη, εντελώς απρόσκλητοι. Πάντα κάποιος αριθμός έφταιγε για την κατάντια του, ποτέ ο ίδιος και οι δικές του πράξεις.

Την ελβετίδα φοιτήτρια την παντρεύτηκε ένας φίλος του, έκανε και τρία παιδιά μαζί της και ζούν σήμερα ευτυχισμένοι σ' ένα αθηναϊκό προάστειο. Θυμόταν τα άγαρμπα «παιχνιδάκια» που είχε παίξει στην παριζιάνα του, σ' εκείνη που θα μπορούσε ίσως να αφεθεί στην αγάπη της και να της παραδοθεί ολοκληρωτικά, και δε μπορούσε τώρα να συγχωρέσει τον εαυτό του. Η κοπέλλα είχε πάρει των ομματιών της κι ήταν η μοναδική που τον είχε παρατήσει. Μάλλον για τούτο τη θυμόταν τώρα με νοσταλγία. Αν είχε φύγει εκείνος, μάλλον η ανάμνηση θα είχε ξεθωριάσει πια.

Άπλωσε το χέρι και χάϊδεψε την κουβέρτα που σκέπαζε τα κοκκαλιάρικα γόνατά του. Πόσο θά 'θελε να χάϊδευε τα μαλλάκια ενός παιδιού, ενός εγγονού! «Αφού όμως δεν αξιώθηκα να κάνω οικογένεια και παιδιά, καλά να πάθω» είπε μέσα του σε μια ανεπαίσθητη έκκρηξη ειλικρίνειας, κι άνοιξε την εφημερίδα να διαβάσει τα νέα της ημέρας. Τα γράμματα χόρεψαν για λίγο μπροστά στα θολωμένα του γυαλιά, η εφημερίδα έπεσε στο χαλί, το χέρι τεντώθηκε προς τα κάτω κι η ψυχή του ανασηκώθηκε προς την οροφή μαζί με την τελευταία του εκπνοή, που ξέφυγε μαζί μ' ένα πνιγμένο ρόγχο. Μια βδομάδα αργότερα τον βρήκαν στην ίδια στάση, απ' τη μυρωδιά ψοφιμιού που ανέδυε το διαμέρισμα...
____________________________
Πολύ παλιό, από τα "σκουπίδια" του υπολογιστή και αυτό.
FIL119-DIHg1

24 Μαρ 2010

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ - πείραμα πολυσυγγραφής

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -001 από rodia

Ολα άρχισαν επειδή η μάνα του Ντέμη ήθελε να τον κάνει πρίγκηπα! Λες κι οι πριγκίπησσες τό 'χουν διαφορετικό ή, ίσως, αποστειρωμένο. Ανησυχούσε, μιάς και τον είχε μεγαλώσει το γιόκα της στα πούπουλα, πεντακάθαρο, μακρυά από κάθε βρωμιά, ασπροφουφουλιασμένο μέσα στα κατάλευκά του καλοκαιρινά κοστουμάκια από λινάρι και στα ολόμαλλα χειμωνιάτικα ζιβάγκο, που τα φορούσε στο σκί και που τόσο του πήγαιναν!
Γύρω - γύρω πάνω στα έπιπλα του σαλονιού, ένα σωρό φωτογραφίες του σε διαφορετικές κορνίζες, ξυλόγλυπτες, ασημένιες, επίχρυσες και περίτεχνες γύψινες, "αρ-νουβώ" και ροκοκό. Στη μιά στην Ελβετία, στα χιόνια, στην άλλη στην Ιμπιζα με το κανώ παραμάσχαλα, πιό πέρα στις Πυραμίδες με κάσκα εξερευνητού, μπορούσες να χαζεύεις με τις ώρες τη χαζοχαρούμενη φατσούλα του με τα μισόκλειστα ματάκια και το ηλίθιο αποκρυσταλωμένο χαμόγελο.
Ο Ντέμης κοκκίνιζε με το παραμικρό, σαν κορίτσι που κρυφακούει κακά λόγια. Ηταν υπερβολικά ευγενικός, τόσο που θα πίστευε κανείς πως μέσα του κυλάει, αντί για αίμα, ντοματόζουμο.


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -002 από ophiuchus

Το ντοματόζουμο είναι χυμός ντομάτας ο οποίος προέρχεται έπειτα από.... στίψιμο, ζούληγμα, πάτημα και εκσφενδόνισμα εναντίον "προσφιλούς" προσώπου! Τα νεράντζια είναι καλό να αποφεύγονται διότι προκαλούν και μώλωπες! Επίσης καλό είναι να προσέχει κάποιος όταν βαδίζει και τις.... μπανανόφλουδες.
Βαδίζετε στο πεζοδρόμιο και προσέχετε τα..... ελικόπτερα! Δεν ξέρει κανείς πότε θα δεχτεί κάποιο κατακέφαλα. Πάντα να έχετε μαζί σας ομπρέλα, να φοράτε το μαγιό σας μέσα απ' τα ρούχα σας, να έχετε παραμάσχαλα τα βατραχοπέδιλά σας και ένα σκοινί μήκους τουλάχιστον 5-6 μέτρα με κάποιο γάντζο στην άκρη για να μπορείτε ανά πάσα στιγμή που θα σας πάρει το ποτάμι να πιαστείτε από κάποιο δένδρο, κολώνα, σπίτι και σιγά-σιγά να βγείτε στην "ακτή". Χρήσιμο επίσης θα σας φανεί ένα ζευγάρι μαχαιροπείρουνα. Έτσι εάν καταλήξετε σε καποιο ερημονήσι και καταφέρετε να πιάσετε κάτι προς βρώσιν θα είστε έτοιμοι για το μεγάλο φαγοπότι.


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -003 από marina

Στο φαγοπότι της Κυριακής, που πάντα κανόνιζε η μαμά, κάτι τέτοια ασυνάρτητα σκεφτόταν, μόνο και μόνο για να ξεφύγει το μυαλό του από όλα αυτά τα ίδια που βαριόταν τόοσο πολύ.. Η σκέψη του λειτουργούσε κάπως αφαιρετικά και με αυτόν τον τρόπο κατάφερνε να επιβιώνει μέσα σε αυτήν την ασφυκτική μικροκοινωνία που είχε δημιουργήσει γύρω του η.. μαμά!
Προσπαθούσε να είναι ευγενής, καθως πρέπει, ενώ το μόνο πράγμα που είχε συνέχεια στο μυαλό του, ήταν.. η απόδραση! Ναι, κάπως έτσι το είχε στο μυαλό του, σαν απόδραση από κείνον τον ασφυκτικό λαβύρινθο που κάθε άκρη του οδηγούσε προς μία μοναδική έξοδο... ΤΟΝ ΓΑΜΟ!


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -004 από chriss

"Γάμος..", σκέφτηκε σχεδόν φωναχτά...κι αν..κι αν αυτή που θα πάρω, είναι χειρότερη από τη μαμά?..κι αν γκρινιάζει πιο πολύ?..όχι..πρέπει να το σκεφτώ καλά πρώτα..δεν είναι λύση ο γάμος..κι αν έχω και καμιά στριμένη πεθερά?...όχι ..σίγουρα όχι..αν είναι έτσι κάθομαι και με τη μαμά μου, που μου φτιάχνει και ωραία γιουβαρλάκια......"μαμά..μαμά..είναι έτοιμα τα ΓΙΟΥΒΑΡΛAΚΙΑ ΜΟΥ?"


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -005 από rodia

Τα γουβαρλάκια... Και νά 'ταν μονάχα τα γιουβαρλάκια! Είχε συνηθίσει να συνεχίζει τη ζωούλα του σ' αυτή την προέκταση της μητρικής μήτρας, που λεγόταν "σπίτι" περιχαρακωμένος στα όμορφα και μοσχομυριστά δωμάτια, με τρεις γυναίκες να περιμένουν ένα του νεύμα για να ικανοποιήσουν κάθε του επιθυμία.
Τη μαμά, τη θεία και την καημένη την Ευλαλία ή Λίλα, που μ' ένα μηνιάτικο συμβολικό παρείχε τις υπηρεσίες της εδώ και σαράντα τόσα χρόνια στην οικογένεια.
Ο Ντέμης δεν είχε και πολλά να κάνει μέσα στην κάθε μέρα που περνούσε ζαχαρωμένη, έξω και μακρυά απο σκοτούρες. Απλά, κάθε πρωί, μετά το ντους και το υπέροχα σερβιρισμένο πρωϊνό, έβαζε τη φόρμα του κι έφερνε ένα γύρο τα είκοσι στρέμματα που περιέβαλαν την παραμυθένια βιλλίτσα. Μετά, ιδρωμένος, απολάμβανε ένα αναψυκτικό καθισμένος στην ανατολική βεράντα, εκτεθειμένος στην ηλιακή λάμψη για να μη χάνει το χρώμα της υγείας. Υστερα, άλλο ένα ντουσάκι, μεταξωτή ρόμπα και παντούφλες, πιάνο και μελέτη μέχρι το μεσημέρι των βιβλίων που διάλεγε μ' επιμέλεια η μαμά του -πάντα.
Το μεσημεριανό σερβιριζόταν στη δυτική τραπεζαρία συνήθως και ήταν ελαφρύ ή βαρύ ανάλογα με την εποχή. Ενας υπνάκος, το απογευματινό μπάνιο με αρωματικά άλατα κι έτοιμος για τη βραδυνή έξοδο στα κλαμπάκια πολυτελείας με τους φίλους του. Οι φίλοι του... Στ' αλήθεια είχε φίλους;


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -006 από marina

Οι φίλοι... ήταν άραγε τυχαίο που - χέρι με χέρι- πάντα σε αυτόν κατέληγε ο λογαριασμός; Κι εκείνος τον πλήρωνε πρόθυμα! Άλλωστε πού θα 'βρισκε άλλους τέτοιους φίλους; Γλετζέδες, με μπόλικο χιούμορ και πάντα με τον καλό λόγο στο στόμα! Στα ώπα-ώπα τον είχαν οι φίλοι του! Όσο για τις γυναίκες...καλές ήταν όλες τους! Έτοιμες για γλέντι και όλο περιποιήσεις! Ναι, είχε επιτυχία στις γυναίκες! Μα τις βαριότανε μετά από λίγο! Άλλωστε μπορούσε να είχε όποια ήθελε!
Παράπονο δεν είχε απ'τη ζωή του!


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -007 από pol

Ζωή του?...Ποιά ζωή του...Μάλλον η ζωή της μαμάς, σκεφτηκε και γέλασε. Η γλύκα της ζωής είναι ο αυθορμητισμός, μα εκείνος σε καθε του κινηση άκουγε μέσα στο κεφάλι του τη φωνή της μαμάς..."Ντέεεμη, πάτα με το δεξί σου πόδι αριστερά, τώρα ίσια αγόρι μου...Ντέμη πρόοοσεχε αγόρι μου θα χτυπήσεις". Όλη του η ζωή προσεχτικά σχεδιασμένη από εκείνη, κάθε του κίνηση φιλτραρισμένη από το κριτικό της βλέμμα .
Τόσα χρόνια συνήθισε πια. Κάθεται βολεμένος στο θρόνο που είναι τοποθετημένος στο κεφάλι του και η μαμά, μεσα στο κεφάλι του και εκείνη, όρθια να διευθύνει τα εγκεφαλικά του κύτταρα. Ξύπνησε ξαφνιασμένος απο τις σκέψεις του και από τη φωνή του που έλεγε 'Ας χτυπήσω ρε μάνα'. Τρόμαξε ο Ντέμης με τον εαυτό του. Πρώτη φορά κάτι μέσα του επαναστατούσε, κάτι μέσα του άρχισε να φωνάζει...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -008 από marina

Να φωνάξει ήθελε! Να τον ακούσουν μέχρι τα πέρατα της γης... Να ζήσει ήθελε! Να ζήσει όπως ζουν εκείνοι που νιώθουν... Να αισθανθεί ήθελε! Να αγαπήσει, να κλάψει, να πονέσει βρε αδερφέ!
Τόση αποστείρωση συναισθημάτων πια...; Σαν άγαλμα ένιωθε. Τέλεια σμιλευμένος, απαλλαγμένος από πάσης φύσεως συναισθήματα. Το βλέμμα του απλανές, σταθερό, αδιάφορο. Αν ποτέ έκανε καρδιογράφημα φοβόταν πως θα παρουσιαζόταν μια ευθεία γραμμή. Σαν να μην ζούσε. Σαν να ανήκε στον άλλο κόσμο...
Τις νύχτες όπως αυτή τη χθεσινή, ανάμεσα στους εφιάλτες της μαμάς, ονειρευόταν την Αγάπη. Την έβλεπε σαν μια γυναίκα χαμογελαστή, ντυμένη με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου και αναρωτιόταν αν ποτέ θα του έκλεινε και κείνου το μάτι...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -009 από rodia

Εκλεισε αυτάρεσκα το μάτι στον καθρέφτη του μπάνιου και του χαμογέλασε. Μετά το κρύο νερό, οι σταγόνες που έτρεχαν στα φρεσκοξυρισμένα του μάγουλα έμοιαζαν με μικρά διαμαντάκια που στόλιζαν επιμελώς την αμέριμνη ομορφιά των καλοσχηματισμένων του χαρακτηριστικών.
Ηταν όμορφος άντρας, σύμφωνα με τα σύγχρονα πρότυπα. Λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, λεπτό κορμί νευρώδες, όμορφα άκρα, όμορφα μάτια... Το βλέμμα όμως... Κάτι είχε ή μάλλον κάτι έλειπε απ' το βλέμμα του. Πάντα τόσο ανέκφραστο και ατάραχο. Αυτό είχε την ευκαιρεία να το διαπιστώνει κάθε βράδυ, όταν έβλεπε -και ζήλευε- το βλέμμα το παιχνιδιάρικο των μελών της παρέας του. Επίσης το ίδιο συνέβαινε κι όταν φυλλομετρούσε το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες, ιδίως όταν παρατηρούσε εκείνες που ποζάριζε μαζί με το μπαμπά...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -010 από marina

Ο μπαμπάς... τον κακόμοιρο τον πατέρα. Τι ζωή του έμελλε να ζήσει με αυτήν την γοητευτική και μυστηριώδη (μεγαλύτερη του) γυναίκα που γνώρισε σε κείνο το πάρτι της πρώτης του ξαδέρφης, της Κούλας, στις Σπέτσες... Εκείνη, φορούσε ένα λευκό φόρεμα πάνω στο μαυρισμένο δέρμα της, ασορτί καπέλο και μαύρα γυαλιά αλά Τζάκι... Αδιαφορούσε για τα πάντα γύρω της, και το αθώο τότε αγόρι την χάζευε όλο το απόγευμα όπως άστραφτε κάτω από τον καλοκαιρινό απογευματινό ήλιο. Όταν έπεσε πια ο ήλιος και κείνη έκανε να βγάλει τα γυαλιά της... εκείνος έχασε το φως του. Ο θαυμασμός έγινε ένας τρελός, ξαφνικός έρωτας από εκείνους που νικάνε τα πάντα στο διάβα τους.
Το βλέμμα της ήταν αυτό που τον νίκησε, αυτό έλεγε πάντα όταν του διηγιόταν πως γνώρισε τη μαμά και παρ’ όλα όσα πέρασε μαζί της, αυτό το βλέμμα ήταν που τον καθήλωνε σε κάθε στιγμή της ζωής του. Όταν τον κοίταζε, όλα τα ξεχνούσε, και τις φωνές και τις υστερίες και τον αυταρχισμό με τον οποίο διηύθυνε τη ζωή του και όλων των άλλων. Ο Ντέμης ποτέ του, μέχρι τη μέρα του θανάτου του, δεν κατάλαβε, ούτε και τόλμησε να ρωτήσει πώς ένα βλέμμα μπορεί να έχει τόση δύναμη...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -011 από chriss

"γιατί δύναμη θέλει σίγουρα να αντιμετωπίσει κανείς τη μαμά μου" σκέφτηκε.. Και μετά θυμήθηκε πόσες φορές τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση μπροστά στους φίλους του, με το να μην μπορεί να καταλάβει πως είχε μεγαλώσει πια.. Πως δεν ήταν μικρό παιδί..μα που να το καταλάβει η μαμά.. Κι ώσπου να καταλάβει ο ίδιος πως αυτή η συμπεριφορά της μαμάς ήταν πιο πολύ μία δική της ανάγκη, χωρίς να θέλει να αμφισβητήσει τις ικανότητες του παιδιού της..το κακό είχε γίνει.. Ενας Ντέμης χωρίς αυτοπεποίθηση, με φόβο πάντα μήπως κάνει κάτι λάθος.. Μήπως πει κάτι λάθος και απογοητεύσει τη μαμά του.. Λες και δεν είχε μεγαλώσει ούτε μέρα βαθειά μέσα του.. Λες και το παιδάκι που έκρυβε καλά από τους άλλους, ήταν εκείνο στη θέση του οδηγού, κι αυτός απλά παρακολουθούσε ανήμπορος την πορεία.. Και κάθε μέρα πάλευε.. Με τον εαυτό του και με τους άλλους.. Να μη φανερωθεί η ευαίσθητη ισορροπία του.. Αυτή που του είχε τόσο απλόχερα χαρίσει η ΜΑΜΑ ΤΟΥ...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -012 από marina

Με τη μαμά θα πήγαιναν για ψώνια σήμερα. Άλλη μια βαρετή ημέρα, από αυτές που βίωνε από την ημέρα που άρχιζε να νιώθει τον εαυτό του. Συγκεκριμένα μαγαζιά (τα καλύτερα), μετά φαγητό στο γνωστό μαγαζί της Κηφισιάς και τέλος καφέ στο σπίτι εκείνου του γνωστού εφοπλιστή, του οποίου η άσχημη κόρη προοριζόταν για γυναίκα του!
Η Ευλαμπία (Γιούλα για τους πολλούς) ήταν μια καλομεγαλωμένη, καλοσπουδαγμένη, κακοφτιαγμένη κοπέλα λίγα χρόνια μικρότερη του. Στις αρκετές φορές που είχαν βρεθεί ο χρόνος περνούσε μαρτυρικά αργά, με αδιάφορες συζητήσεις άνευ ουσιαστικού περιεχομένου που σου άδειαζαν το μυαλό.
Κατέβηκε στη σάλα για το πρωϊνό με τη μαμά και τις θειάδες. Άλλη μια μαρτυρική ημέρα ξεκινούσε...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -013 από pol

Ξεκινούσε ομως και η ψυχή του να επαναστατεί. Το ξυπνητήρι της καρδιάς και της ψυχής του είχε αρχίσει να χτυπάει δυνατά και ποιός ξέρει που θα τον οδηγούσε. Βυθισμένος και πάλι στις σκέψεις του κάθισε στο τραπέζι καλημερίζοντας τις σχεδόν μέσα από τα δόντια του. Με μηχανικές κινήσεις άρχισε να αλοίφει τη μαρμελάδα στο ψωμί. "Ντέμη μου έχεις ένα γράμμα χωρίς τα στοιχεία του αποστολέα, περίεργο ε?" είπε η μητέρα του και άφησε το γράμμα δίπλα του επάνω στο τραπέζι.
Ο Ντέμης με αδιάφορες κινήσεις αρχισε να το ανοίγει. Μόλις ανοιξε το φάκελο μια μεθυστική μυρωδιά τριαντάφυλλου τον τύλιξε ολόκληρο. Η περιεργεια του ξύπνησε και ζωηρά αυτή τη φορά βάλθηκε να διαβασει το περιεχόμενο της αρωματισμένης ροζ σελίδας.
"Κάθε ταξίδι της ψυχής ξεκινάει όταν η ψυχή είναι έτοιμη...



ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -014 από rodia
...όταν η ψυχή είναι έτοιμη ν' αντιμετωπίσει το απροσδόκητο!
Σε βλέπω κάθε μέρα να γιαλίζεις το σπορ αυτοκίνητό σου με τόσο μεράκι, που λέω μέσα μουπως δε θα πρέπει να είσαι τόσο αδιάφορος και μπλαζέ άνθρωπος όσο θέλεις να δείχνεις...
Θα σ' ενδιέφερε να συναντηθούμε και να συζητήσουμε; Πιστεύω πως θα βρούμε κάτι κοινό. Μου είσαι πολύ συμπαθής.
Εκτός αν φοβάσαι την αντίδραση της μαμάς σου...
Συγγνώμη που πήρα το θάρρος να σου στείλω αυτό το σημείωμα, αλλά αν περίμενα απο σένα να με προσέξεις, θα ήμουν υπερ του δέοντος αισιόδοξη!

Με αγάπη,
η άγνωστη της γειτονιάς"
Διάβασε μονορούφι τις γραμμές με τα καλλιγραφικά γραμματάκια κι έκλεισε το φάκελλο, τον δίπλωσε προσέχοντας να μη τον τσαλακώσει και τον έχωσε βαθειά στην πίσω τσέπη του παντελονιού του.

-Τι έγραφε το γράμμα παιδί μου; Ρώτησε η κυρία Ντόρις, η μαμά του, χωρίς να ρωτήσει απο ποιόν είναι.

Προέχει το περιεχόμενο βλέπεις, σκέφτηκε ο Ντέμης, δεν ήταν δα και τόσο κουτός.

-Τίποτα μαμά, απάντησε, μια ειδοποίηση για το βράδυ...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -015 από marina

Το βράδυ είμαστε καλεσμένοι στη δεξίωση για τα 25α γενέθλια της Γιούλας, Ντέμη" μόνο αυτό είπε η μαμά, αποκλείοντας αυτομάτως οποιαδήποτε άλλη επιλογή. Λίγο τον ένοιαζε όμως αυτό εκείνη τη στιγμή. Δεν άκουγε τίποτε άλλο εκτός από τον δυνατό χτύπο της καρδιάς του, έτσι όπως δεν τον είχε ξανακούσει ποτέ.
"Μα, ποιά μπορεί να είναι αυτη η άγνωστη..;" σκέφτηκε και ένιωσε μια απελπιστική χαρά μέσα του αναμιγμένη με μια αγωνία για την περιπέτεια που ανοιγόταν μπροστά του και η οποία ήταν πολύ περισσότερο απ'ότι μπορούσε να ελπίζει στη συγκεκριμένη φάση της ζωής του...
Σηκώθηκε από το τραπέζι σαν υπνωτισμένος και χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία στις παρατηρήσεις της μητέρας του, που κάτι συνέχιζε να του λέει, προχώρησε προς τον κήπο...


ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ -016 από rodia

Ο κήπος ήταν ολάνθιστος, άλλωστε ποτέ δεν ήταν εντελώς γυμνός απο άνθη. Η μανία της Ντόρις για την κηπουρική ήταν γνωστή. Είχε μελετήσει ένα σωρό βιβλία κι έβαζε κάτω και τον πλέον ενημερωμένο γεωπόνο σε θέματα σχετικά με την ανθοφορία των φυτών καθώς και το χώμα, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρειάζονταν για να βρίσκονται ολόκληρο το χρόνο σε φόρμα!
Κάθε τρεις και λίγο άλλαζε κηπουρό επειδή δεν έβρισκε τον ικανό και άξιο να περιποιηθεί τον κήπο της. Στο νου της ερχόταν συχνά πυκνά ο Αριστοτέλης. Οχι ο σοφός της αρχαιότητας, μα ο γερο-κηπουρός των παιδικών της χρόνων, αυτός που της είχε μάθει τα βασικά περί κηπουρικής και της είχε εμπνεύσει την αγάπη για τα διάφορα φυτά, ιδίως τα λουλούδια. Εψαχνε λοιπόν ενδόμυχα ένα αντίγραφο του Αριστοτέλη του μακαρίτη, μια και είχε συχωρεθεί εδώ και κάμποσες δεκαετίες το πρωτότυπο, σε βαθειά γεράματα.
Η καημένη η Ντόρις ήταν τόσο δυστυχισμένη μέσα στο ζαχαρωμένο της περιβάλλον. Για τριάντα χρόνια και κάτι ζούσε σ' αυτή την υπέροχη βίλλα, απ' τα οποία τα τριάντα ακριβώς τα είχε περάσει πλάϊ στο στρατηγό σύζυγό της κάτω απο πλήρη πειθαρχία, άσχετα τι έλεγε ή νόμιζε ο κόσμος. Της είχε αφήσει ελευθερία σχετικά με τη διαχείριση των εργασιών του σπιτιού και του κήπου, στα υπόλοιπα όμως ήταν κέρβερος σωστός. Κάτω απο μια επίφαση αγαθότητας, έλεγχε και το παραμικρό έξοδο, την παραμικρή πεντάρα που ξοδευόταν για ο,τιδήποτε. Δεν είχε τη χαρά να ψωνίσει κάτι τι η Ντόρις χωρίς την απόλυτη έγκρισή του στρατηγού, που για να την αποκτήσει έδινε μικρές και μεγάλες μάχες, ιδίως στο κρεββάτι.
Εκπλήρωνε με ευσυνειδησία τα βρώμικα βίτσια του -αρκετά μικρότερου- συζύγου της, υπέμενε συνεχείς βιασμούς για χάρη των μικρών γυναικείων απολαύσεων, μια επίσκεψη στο κομμωτήριο, ένα τσάϊ με τις φίλες της ή ένα καινούργιο φουστανάκι. Αναρωτιόταν ώρες ώρες σε ποιά περιοχή του πλανήτη είχε εξαφανιστεί ο νεαρός εύελπις, που είχε γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι στις Σπέτσες... Η καρτερία κι η απαντοχή της όμως στον έγγαμο βίο είχαν κυρίως κίνητρο τη φροντίδα του μονάκριβου παιδιού της, του γιόκα της του Ντέμη.
Δημήτριος είχε βαφτιστεί το παιδί, χάρη στον πολιούχο της πατρίδας του στρατηγού, η Ντόρις όμως δεν άντεχε ένα όνομα τραχύ, όπως ηχούσε στ' αφτιά της αυτό το όνομα που ανήκε και στον πατέρα του. Ναι, το στρατηγό τον λέγανε κι αυτόν Δημήτρη. Πάτησε λοιπόν πόδι με όσο θάρρος μπορούσε να επιστρατεύσει και, δήθεν για να τους ξεχωρίζουν πατέρα και γιό, επέβαλλε το υποκοριστικό "Ντέμης" για το αντικείμενο της αγάπης της που ξεπερνούσε τη μητρική.
Ο Ντέμης της ήταν δικός της, ήταν ο καρπός του δικού της κήπου, ήταν το αγοράκι της, που κανείς δε θα μπορούσε να της το στερήσει, ούτε ο πατέρας του. Ο στρατηγός δεν πολυανακατευόταν στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού, προτιμούσε να παίζει μπριτζ με την παρέα του, άντε και κανα σκάκι στη στρατιωτική λέσχη.

(συνεχίζεται)
________________________
FIL3442 - απο τα σκουπιδια του υπολογιστη, παλιό πείραμα πολυσυγγραφής στο κλαμπ που διατηρούσα στον Pathfinder. Ο κανονας ηταν (απο οσο θυμαμαι) να ξεκινα η προσθηκη του καθενος με τη χρηση της τελευταιας λεξης του προηγουμενου. Κρίμα που δεν συνεχίστηκε... Χρειάζεται υπομονή ένα τέτοιο εγχείρημα!

23 Μαρ 2010

ΤΟ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ

A- Αγάπη!
Γ- Ναι, αγάπη...
Α- Τι σού'φερα σήμερα;
Γ- Μμμμ... τι;
Α- Μάντεψε!
Γ- Πού να ξέρω;
Α- Πού πήγα σήμερα;
Γ- Πού; Πες μου...
Α- Δεν είχαμε πει χτες βράδυ ότι το πρωΐ θα πάω...
Γ- Χτες βράδυ... δε θυμάμαι... Τι είπαμε χτες βράδυ;
Α- Ελα τώρα... γιατί κάνεις ότι δε θυμάσαι;
Γ- Αλήθεια! Δε θυμάμαι τίποτα! Πες μου...
Α- Θα σου πω άμα κατέβεις.
Γ- Τώρα... κατεβαίνω... Εφυγαν τα παιδιά;
Α- Ποια παιδιά;
Γ- Δε θέλω να ακούσουν τα παιδιά...
Α- Τι να ακούσουν;
Γ- Αυτά που θα μου πεις.
Α- Και πώς ξέρεις τι θα σου πω; Αφού δε θυμάσαι.
Γ- Ναι, δε θυμάμαι, αλλά φαντάζομαι.
Α- Τι φαντάζεσαι;
Γ- Αυτό που θα μου πεις... ότι δεν είναι κατάλληλο να το ακούσουν τα παιδιά.
Α- Α! Γιατί να μην είναι κατάλληλο; Ομορφα πράγματα δε σου λέω συνήθως;
Γ- Ναι, όμορφα, αλλά ακατάλληλα...
Α- Ελα λοιπόν να σου πω τι σού'φερα!

(κατεβαίνει τη σκάλα και τρέχει πλάϊ του)

Γ- Νά'μαι! Τι μού'φερες;

(κρύβει κάτι πίσω απο την πλάτη του)

Γ- Ελα λοιπόν! Δείξε μου! (προσπαθεί να τραβήξει τα χέρια του να δει)

Α- Αυτό! (παρουσιάζει ένα μανταρίνι και της το προσφέρει με υπόκλιση)



Γ- Α! Ενα μανταρίνι! Πού το βρήκες; Υπάρχουν ακόμη μανταρίνια;
Α- Υπάρχουν... Για σένα υπάρχουν.
Γ- Καλέ μου! (ορμάει και τον φιλάει) Κινδύνεψες για μένα;!
Α- Οταν ξέρω ότι κάτι σου αρέσει, δε λογαριάζω τίποτα για να στο χαρίσω.
Γ- Γιατί, εγώ δεν κάνω το ίδιο;
Α- Πότε έκανες κάτι παράτολμο για χάρη μου;
Γ- Πέρσυ... δε θυμάσαι;
Α- Πότε; Αααα... πέρισυ... Το κρεμμυδάκι...
Γ- Ναι, το κρεμμυδάκι! Λίγο ήταν; Θα με ξέσκιζαν τα σκυλιά του Πρόεδρου... αλλά, στό 'φερα. Το ξερρίζωσα και στό 'φερα!
Α- Καρδούλα μου!
Γ- Αγαπημένε...
Α- Ελα, φάτο στα γρήγορα, πριν γυρίσουν τα παιδιά.
Γ- Ναι. Να φέρω μαχαίρι ή να το καθαρίσω με τα χέρια;
Α- Οπως σε ευχαριστεί. Οπως νοιώθεις καλύτερα. Τα φλούδια δικά μου όμως, ε;
Γ- Ναι, φυσικά... Δε θέλεις και καμμιά φετίτσα;
Α- Οχι, γλυκειά μου, όχι. Ολο δικό σου το ζουμερό μανταρινάκι.
Γ- Αααχ! (το μυρίζει) Τι ωραία μυρωδιά! Πόσα χρόνια έχω να μυρίσω ένα μανταρίνι! Αααχ! Υπέροχο!

(το ξεφλουδίζει με μανία, βιαστικά κι εκείνος μαζεύει τα φλούδια και τα χώνει στην τσέπη του)

Γ- Γιατί τα κρύβεις τα φλούδια;
Α- Θα τα απολαύσω αργότερα γλυκειά μου... Ισως το βραδάκι...
Γ- Α! Κάνε όπως θέλεις... (τρώει φέτα φέτα το μανταρίνι και γλείφεται)

ΝΤΡΙΝΝΝΝΝ (χτυπά το κουδούνι)

Α- Κρύψτο! Γρήγορα, μη μας πιάσουν! Τρέχα στο μπάνιο... κι αυτή η μυρωδιά... θα μας προδώσει... (τινάζει τα χέρια δεξιά αριστερά να διώξει τη μυρωδιά) Πάω να ανοίξω.
__________________________
Πολύ παλιό, ούτε που θυμάμαι πότε γράφτηκε. Το βρήκα στα "σκουπίδια" του υπολογιστή.

22 Μαρ 2010

ΜΑΥΡΟ


«Χμμμ... το μαύρο με εμπνέει, αν και προτιμώ την πολυχρωμία..» Σκέφτηκε η Βάρβαρη φέρνοντας εικόνες απο το άγριο παρελθόν, εκεί στη μακρινή Μογγολία υπό κινεζική κατοχή, όπου είχε μεγαλώσει και διδαχτεί την τέχνη του Νικάν_Τους_Αντιπάλους (ΝΤΑ) και του Προστατεύειν_Τους_Ανήμπορους (ΠΤΑ) και του... τεσπα.. ένα σωρό τέχνες είχε διδαχτεί..!
Απλώνει τώρα το χέρι με το χιλιομπαλωμένο δερμάτινο βραχιόλι που της φέρνει γούρι και ανασύρει μια βαριά σπάθα. Σπαθίζοντας τον αέρα, επιτίθεται στη Σκιά_Της_Σκιάς εκβάλλοντας καυτές ανάσες, όπως είχε παρατηρήσει να κάνουν οι Δράκοι επιτιθέμενοι -πριν τους ξεπαστρέψει ο μπαμπάς της.

ΜΑΥΡΟ

Απέναντί μου στέκεται ένα κομμάτι απο την κόλαση. Ενα κατάμαυρο έργο τέχνης. Ενας πίνακας ζωγραφικής. Απο όσο μπορώ να διακρίνω, μέσα στο μαύρο του σώμα βρίσκονται σπαρμένες μικρές κηλίδες ρόδινες και λευκές. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τι σκόπευε ο ζωγράφος να μεταδώσει, ποιο τάχα να είναι -αν υπάρχει- το κρυφό μήνυμα του πίνακα. Αυτό που φαντάζομαι είναι μια απεραντωσύνη μαύρη, η μαύρη ήπειρος μάλλον, όπου η λιγοστή ελπίδα διάσωσης αχνοφαίνεται αμυδρά. Μπορεί όμως οι λευκές κηλίδες να είναι απαστράπτοντα δόντια σε πεινασμένα στόματα ή το ασπράδι των ματιών των μαύρων ανθρώπων που εκλιπαρούν το ενδιαφέρον μας.
Οι ρόδινες κηλίδες είναι το εσωτερικό απο τις παλάμες τους, που στέλνουν ένα σήμα απαγορευτικό: Οχι άλλες φωτογραφίες! Φτάνει πια! Η κακομοιριά μας οφείλεται σε σας αποκλειστικά λευκοί αδελφοί, σε σας που χωρίς σκέψη εκτροχιάσατε την πορεία μας προς τον πολιτισμό, σε σας που μας εμποδίσατε να κινηθούμε ελεύθερα με τα δικά μας οχήματα! Τώρα μας φωτογραφίζετε κερδίζοντας βραβεία σε διεθνείς εκθέσεις.. εκθέτοντας το ταλέντο σας υποστηριζόμενο απο τη δική μας αθλιότητα..
Σιγά σιγά σκοτεινιάζει και ο πίνακας απορροφάται, γίνεται ένα με τη νύχτα. Τα λευκά στίγματα λάμπουν σαν αστέρια σε έναν ουρανό κατάμαυρο χωρίς φεγγάρι και οι ρόδινες κηλίδες ούτε που φαίνονται πια. Η φαντασία μου εστιάζει στα λαμπυρίζοντα στίγματα προσανατολισμένη προς τις πιθανές νέες διεξόδους της ανθρωπότητας. Αραγε υπάρχει ζωή στον Αρη; Κι αν είναι να σβηστεί η ντροπή της ανθρωπότητας απο το χάρτη, η μαύρη ήπειρος δηλαδή, ποιες είναι οι πιθανότητες -αν υπάρχουν- να ξαναβρεθεί κάπου στο διάστημα;
Ξημερώνομαι κοιτάζοντας προσεκτικά το έργο του παρανοϊκού ζωγράφου -γιατί μόνο κάποιος έξω απο τή συμβατική λογική θα μπορούσε να ζωγραφίσει κάτι τι παρόμοιο. Τώρα που ανατέλλει ο ήλιος κι ο πίνακας φαντάζει αποτρόπαιος, πως να ξεκινήσω τη μέρα μου με τόση πια μαυρίλα; Ας παρομοιάσω λοιπόν το έργο με ένα κατάμαυρο καφεδάκι διάστικτο με μικρές σταγόνες γάλακτος ή κρέμας που δεν έχει καλοδιαλυθεί κι ας το καταπιώ με μικρές γουλιές.
________________________________
μικρο δείγμα απο τις "kivernoistories" που είχαν παιχτεί με μπόλικο κέφι στον αρχαίο κόμβο www.kivernologotexnia.com, που, εδώ και μερικά χρονάκια, πλέει ακυβέρνητος στις διαδικτυακές θάλασσες...

6 Μαρ 2010

ερωτισμός με σμόκιν

Η ωραία μαρκησία Εψη Εψιλον εκάθητο αραχτή επί τινος ανακλίντρου, επενδεδυμένου δια βαρυτίμου υφάσματος μπροκάρ, χρώματος κυανού, κεκοσμημένου δια χρυσών αστερίσκων λιλιπουτείου μεγέθους, έμπροσθεν του υπερμεγέθους καθρέπτου της σάλας Τελετών του βρυξελλώδους Μεγάρου και ηυνανίζετο. Πέριξ αυτής, πλήθος ψωλώνων εντός σκελεών παντός τύπου και χρωματισμού -από του ευγενούς σμόκιν μέχρι του τετριμμένου μπλουτζίν- ανέμενον υπομονετικώς το πέρας του αυνανισμού της μαρκησίας Εψης, ίνα λάβωσιν την τιμήν να εισέλθουν εντός του κόλπου αυτής, όσον το δυνατόν βαθύτερον, και εκβάλλουν εν αυτώ το κολλώδες υγρόν των. Η ωραιοτάτη μαρκησία Εψη, ουδεμίαν σημασίαν δίδουσα εις το περιβάλλον αυτής, εμάλαζε τους βύζους εναλλάξ, τουτέστιν μία τον εκ δεξιών και μία τον εξ ευωνύμων, και κατόπιν έτριπτε μανιωδώς το αυτής αιδοίον εκβάλλουσα μικράς διεγερτικάς κραυγάς ωσάν παραδείσιον πτηνόν και ωσάν μικρός μόσχος. Ενίοτε, αι κραυγαί αυταί ηκούγοντο και ως ογκανητά, αλλά μόνον από μη εξευγενισμένα ώτα. Επερνούσαν ώραι, ημέραι, μήνες, ολόκληρα έτη, αλλά η σκηνή ταύτη εξηκολούθη υφισταμένη ως να ήτο διαρκώς εν τη στιγμή της ενάρξεως αυτής, ως να μη διέβαινεν ο χρόνος, ως η εικών του αυνανισμού της ωραίας αυνανιζομένης Εψης Εψιλον να έμενεν αποκεκρυσταλλωμένη εν τη σάλα του βρυξελλώδους Μεγάρου. Οι πέριξ αυτής ψώλωνες ετρωγόπινον του σκασμού, λαμβάνοντες άφθονα και υψηλής γαστριμαργίας φαγητά και ποτά εκ τραπεζών εστολισμένων με άνθη, αναμένοντες το ευτυχές γεγονός του πέρατος του αυτοερωτισμού και της πλήρους διεγέρσεως της ωραίας μαρκησίας, ωσεί παρόντες. Τουτέστιν, ουδείς απετόλμα ούτε να φαντασθεί καν να ενοχλήσει την ωραίαν, έστω λέγοντας «μα τι κάνεις κυρά μου τόσα χρόνια; Μπετόν έγινε ο ψώλων μου πια!» και ο χρόνος εκυλούσεν ομαλώς και αδιαταράκτως, έως την στιγμήν όπου η ωραία Εψη Εψιλον έχυσεν επιτέλους, αλλά εν πλήρει σιγή. Ουδείς αντελήφθη εγκαίρως το πέρας του αυνανισμού και το υγρόν του Κόλπου έρρευσεν εν τοσαύτη αφθονίη, ώστε επλημμύρισεν την σάλαν του βρυξελλώδους Μεγάρου και οι ψώλωνες εσυρρικνώθησαν εν τω άμα. Αι σκελέαι παντός τύπου και χρωματισμού, έτρεχον και δεν έφθανον ουδεμού πανικόβλητοι, αι τράπεζαι αναποδογυρίστηκαν, τα φαγητά και τα ποτά υψηλής γαστριμαργίας επέπλεον επί τω αφρί και, εν τέλει, άπαντες επνίγησαν, εκτός της ωραίας Εψης η οποία ανεδύθη ως νέα Αφροδίτη αναζητώσα νέον περιβάλλον σφριγηλών ψωλώνων.
_______________________
μεταφερθηκε ελαφρως διορθωμενο απο την 1η εγγραφη, που έγινε εδω.